12/10/2011

ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ: "...ο συντηρητισμός και η συμβατικότητα δεν έχουν θέση..."


Από τον Θάνο Φωσκαρίνη
Βιβλιοθήκη Ελευθεροτυπίας (10-12-2011)

Πατριάρχη Βαρθολομαίου: Πατριαρχικός Λόγος
Εκδοση Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης δεν είναι μόνον ο κύριος εκφραστής της Ορθοδοξίας παγκοσμίως, αλλά και ένα ζωντανό σύμβολο της Ιστορίας της Ελλάδας, από το Βυζάντιο μέχρι σήμερα, και της μακράς συμβολής της Εκκλησίας στη διαμόρφωση του Ελληνισμού. Είναι ένας τίτλος φορτισμένος με ιστορικά γεγονότα, δράματα και βεβαίως συγκινήσεις. Τον Οκτώβριο γιορτάσαμε τη συμπλήρωση 20 χρόνων από την ανάρρηση του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης.
Θυμίζουμε ότι ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, 270ος κατά σειρά Πατριάρχης, γεννήθηκε στην Ιμβρο στις 29 Φεβρουαρίου 1940, βαφτίστηκε με το όνομα Δημήτριος και είναι γιος του Χρήστου και της Μερόπης Αρχοντώνη. Μετά τα εγκύκλια μαθήματα στη γενέτειρά του και στο Ζωγράφειο Λύκειο της Πόλης, φοίτησε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, απ' όπου αποφοίτησε αριστούχος το 1961 και αμέσως χειροτονήθηκε διάκονος, με το όνομα Βαρθολομαίος. Από το 1961-1963 υπηρέτησε τη θητεία του, ως έφεδρος αξιωματικός του τουρκικού στρατού. Από το 1963-1968 μετεκπαιδεύτηκε ως υπότροφος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών της Ρώμης, στο Οικουμενικό Ινστιτούτο Bossey της Ελβετίας και στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, με ειδικότητα στο Κανονικό Δίκαιο. Στη συνέχεια αναγορεύτηκε διδάκτωρ του Γρηγοριανού Πανεπιστημίου της Ρώμης, με θέμα διατριβής «Περί την κωδικοποίησιν των ιερών κανόνων και των Κανονικών Διατάξεων εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία» (1967).
Με την επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη (1968) διορίστηκε βοηθός σχολάρχης στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, όπου το 1969 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Την ίδια χρονιά ο Πατριάρχης Αθηναγόρας τού έδωσε το οφίκιο του Αρχιμανδρίτη. Οταν το 1972 εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης ο Δημήτριος και ίδρυσε Ιδιαίτερο Πατριαρχικό Γραφείο, όρισε ως διευθυντή τον Αρχιμ. Βαρθολομαίο και το 1973 τον προήγαγε σε Μητροπολίτη Φιλαδελφείας. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το 1990, με την προαγωγή του σε Μητροπολίτη Γέροντα Χαλκηδόνος. Στις 22 Οκτωβρίου 1991 εκλέχτηκε Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης.
Με την αφορμή αυτή, συγκεντρώθηκαν 75 προσφωνήσεις του Πατριάρχη Βαρθολομαίου, που απηύθηνε σε ισάριθμες εκδηλώσεις στο εξωτερικό και στην Ελλάδα, ανταποκρινόμενος πάντα σε προσκλήσεις ξένων και Ελλήνων ηγετών ή άλλων φορέων.
Τα κείμενα αυτά, εκ των οποίων 6 είναι γραμμένα στα αγγλικά, 1 γαλλικά, 1 ισπανικά, 1 τουρκικά, δημοσιεύονται στον τόμο Πατριαρχικός Λόγος - Patriarchal speeches to political world, με πρόλογο του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Κάρολου Παπούλια και εκδόθηκε με επιμέλεια του Μητροπολίτη Σασίμων Γεννάδιου και του Αρχιμ. Ευδόκιμου Καρακουλάκη.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας με τον πρόλογό του εκφράζει τις σκέψεις και τα συναισθήματα όλων των Ελλήνων και αποδίδει τα οφειλόμενα στον θεσμό και στο Πρόσωπο του Πατριάρχη. Στοιχεία που επιβεβαιώνονται από την ανάγνωση των προσφωνήσεων αυτών.
Ο αναγνώστης μέσα από τους Λόγους έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει τη σκέψη του Πατριάρχη Βαρθολομαίου, αλλά και να ενημερωθεί για τα προβλήματα που απασχολούν τόσο το Πατριαρχείο και την Ομογένεια της Πόλης όσο και τα διαδραματιζόμενα σε άλλες χώρες, σε άλλους λαούς, που με την ευκαιρία κάποιας επίσκεψής του θίγει με αληθινή έγνοια, αλλά και αγάπη. Η διάταξη των ομιλιών από τις πρόσφατες στις παλαιότερες, από αυτές, δηλαδή, του 2011 σ' εκείνες του 1992, μπορεί αρχικά να ξαφνιάσει τον αναγνώστη, αλλά δεν είναι δεσμευτική και μπορεί, αν θέλει να παρακολουθήσει χρονολογικά την εξέλιξη της σκέψης του, να ξεκινήσει την ανάγνωση από τις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, πηγαίνοντας προς τις πρώτες.
Ολες οι ομιλίες, που περιέχουν όλη την παράδοση της ελληνικής γλώσσας, είναι γραμμένες πάντα στην ιδιαίτερα χαρακτηριστική μορφή της καθαρεύουσας των ανθρώπων της Εκκλησίας, κράμα αρχαίων, μεσαιωνικών, φαναριώτικων και εκκλησιαστικών ελληνικών, με πλούτο γλωσσικό και περίτεχνη σύνταξη. Σε κάποιον από τους Λόγους θα συναντήσει κανείς κρητικές μαντινάδες, αλλά και ποντιακές εκφράσεις. Ιδιαίτερα φορτισμένο το εξομολογητικό του κείμενο «Κατά την συμπλήρωσιν πεντηκονταετίας από της χειροτονίας του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου εις διάκονον», που εκφώνησε στην Ιμβρο (Αύγ. 2011).
Ολοι οι Λόγοι και κυρίως οι παλαιότεροι βρίθουν από εγκώμια και προτροπές και γι' αυτό είναι πλήρεις επιθέτων και μετοχών, που δηλώνουν την ευαρέσκεια και την ικανοποίηση του ομιλούντος προς το ακροατήριό του. Είναι, όμως, από το 1995 και μετά που ο Πατριάρχης μάς αποκαλύπτει την ευαισθησία και τις γνώσεις του. Από τότε εκδηλώνεται η διάθεσή του να προσεγγίσει και να κατανοήσει με λογική και με επιχειρήματα τις δυσκολίες και τα διλήμματα ηγετών, κοινωνικών ομάδων, αλλά και ατόμων, τόσο στη διαχρονική τους πορεία όσο και στην καθημερινότητά τους.
Χωρίς να είναι ο ίδιος πολιτικός, χωρίς να ασκεί πολιτική, παρεμβαίνει, όπου αισθάνεται ότι ο λόγος του θα επηρεάσει προς κάποια κατεύθυνση, ενώ δεν διστάζει ενίοτε να χρωματίσει τα λόγια του μ' έναν τόνο αγανάκτησης και διαμαρτυρίας, όταν διαπράττονται αδικίες ή όταν απειλούνται το Πατριαρχείο και η Ομογένεια. Οι λέξεις του δεν είναι ποτέ μονοσήμαντες και υπόρρητα εμπεριέχουν πολλές σημασίες.
Η περιφρούρηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η υποστήριξη της Ομογένειας της Πόλης, ο μακρύς αγώνας επαναλειτουργίας της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, η πορεία της σύγχρονης Τουρκίας, ο διαθρησκευτικός διάλογος, η οικολογία, οι συγκρούσεις που απειλούν την Ειρήνη, αλλά ακόμα η φτώχεια, η εγκληματικότητα και η διαφθορά θίγονται στα κείμενα αυτά, γεννώντας συχνά την εντύπωση ότι ο Πατριάρχης δεν είναι έγκλειστος στο Φανάρι, αλλά ζει ανάμεσά μας. Μοιάζει να βιώνει κι Αυτός τα ίδια προβλήματα και στα ίδια διλήμματα με μας καλείται να απαντήσει.
Η ευρύτητα της σκέψης και ο πλούτος των γνώσεών του επιτρέπουν να αναφέρεται, όχι μόνο στους αρχαίους (Αριστοτέλη, Ηράκλειτο, κ.ά.), αλλά και στους Σαίξπηρ, Ελιοτ, Καζαντζάκη και Ελύτη. Μας αποκαλύπτει έναν νου που ο συντηρητισμός και η συμβατικότητα δεν έχουν θέση, κάτι που δεν θα μπορούσαμε να πούμε για πάμπολλους συγχρόνους του ιεράρχες της ελλαδικής Εκκλησίας και γενικά του δυτικού χριστιανικού κόσμου.
Στα πρόσφατα κείμενα διατυπώνει σκέψεις και προβληματισμούς, παρουσιάζει γνώσεις και εκτιμήσεις επί διαφόρων θεμάτων, που καθιστούν τα κείμενα αυτά αξιανάγνωστα, ακόμα και από μη χριστιανούς. Φωτίζονται ο θεολογικός στοχασμός, ο ρεαλισμός και η κοινωνική πραγματικότητα, παρουσιάζοντας τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο ως Δάσκαλο, με την παλιά σημασία του όρου, καθολικά αποδεκτό, πέραν οποιουδήποτε δόγματος. Είναι κρίμα που κάποιοι από τους Λόγους, γραμμένοι σε ξένες γλώσσες, δεν παρουσιάζονται εδώ και με τις αντίστοιχες μεταφράσεις τους.
Ενα ενδεικτικό ανθολόγιο, από τις 290 σελίδες του τόμου, παρουσιάζουμε εδώ, εκφράζοντας έτσι και τη δική μας συμμετοχή σ' αυτόν τον εορτασμό.


ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ

Η πίστις δεν επιλέγεται, όπως δεν επιλέγεται και η γλώσσα (2006, σ. 125).
Η κοινωνική [...] φύσις της Εκκλησίας δεν αποτελεί ηθικήν διδασκαλίαν, αλλά χαρακτηριστικόν της ίδιας της δομής της. Η Εκκλησία, τουλάχιστον κατά την Ορθόδοξον αντίληψιν, είναι σύναξις, είναι κοινότης, και μάλιστα κοινότης ευχαριστιακή, η οποία δέχεται όλους αδιακρίτως, και η οποία αντανακλά τον τρόπον με τον οποίον υπάρχει ο Τριαδικός Θεός, ο Οποίος δεν είναι άτομον, αλλά πρόσωπα αλληλοεπιχωρούμενα εις μίαν αδιαίρετον ενότητα. Εάν η φύσις της Εκκλησίας αποκαλύπτει, όχι εις την καθημερινήν ζωήν των μελών της, η οποία υπόκειται εις τους πειρασμούς της Ιστορίας, αλλά εις την σύναξίν της επί το αυτό διά την τέλεσιν της Θείας Ευχαριστίας, τότε το μήνυμα που εκπέμπει προς την κοινωνίαν είναι σαφές: το «Εγώ» είναι αδιανόητον χωρίς το «Συ». Το άτομον αυτοκαταστρέφεται, εάν δεν μεταβληθεί εις πρόσωπον. Το άτομον είναι μονάς αυτοπροσδιοριζόμενη. Το πρόσωπον είναι έννοια σχέσεως. Δεν αυτοπροσδιορίζεται, αλλ' ετεροπροσδιορίζεται. Αναδύεται ως ιδιαιτέρα ταυτότης μόνον όταν ευρίσκηται εν κοινωνία με άλλα πρόσωπα. Εν πρόσωπον ίσον ουδέν πρόσωπον. Η πρόταξις του Εγώ έναντι του Συ αποτελεί λανθασμένην υπαρξιακήν, πολιτισμικήν και κοινωνικήν επιλογήν. Αποτελεί δε εν τη ουσία και την βαθυτέραν πηγήν του φαινομένου της διαφθοράς. Διότι η διαφθορά τι άλλο είναι από την πρόταξιν του ατομικού συμφέροντος έναντι του συμφέροντος του άλλου; Τι άλλο είναι από την αρπαγήν υπό του Εγώ του ανήκοντος εις το Συ, από την μετροπήν του ανθρώπου από προσωπικού και κοινωνικού εις ατομικόν ον; (2008, σ. 66).
Η τρομοκρατική ενέργεια συνήθως εμφαίνει διεκδίκησιν, εκδικητικότητα και απόγνωσιν. Εάν δώσωμεν ελπίδας και εάν ικανοποιήσωμεν τας ευλόγους διεκδικήσεις, θα απομακρύνωμεν την απόγνωσιν και τας αντεκδικήσεις. Η μάχη κατά της τρομοκρατίας, διά να έχει ελπίδας επιτυχίας, πρέπει να χρησιμοποιήσει ως όπλα όχι τα λειτουργούντα διά του πυρός, αλλά τα λειτουργούντα διά της αγάπης, του ενδιαφέροντος και της ανακουφίσεως της πτωχείας και της κοινωνικής αδικίας. [...] Ακόμη και εάν παρασχεθούν εις όλους ίσαι δυνατότητες, δεν θα επιτύχουν όλοι τον αυτόν βαθμόν αναπτύξεως και ευημερίας. Αυτό δεν νομιμοποιεί την εξαιρετικώς μεγάλην διαφοράν μεταξύ του κορυφαίου των πλουσίων και του πενεστέρου των πτωχών. Οφείλει ο ικανότερος να ενδιαφερθεί διά τον έχοντα ολιγοτέρας ικανότητας, ώστε και ο τελευταίος να έχει τα απαραίτητα διά την επιβίωσίν του και την κάλυψιν των αναγκών του. Εάν αυτό γίνει, επέρχεται εξισορρόπησις των τάσεων και ειρήνη κοινωνική (2005, σ. 146).
Η πτωχεία των πολλών είναι κακόν διά τους πλουσίους, περισσότερον από όσον είναι κακόν διά τους πτωχούς. Τόσον μεταφυσικώς όσον και εγκοσμίως. Το άγχος της διατηρήσεως των κεκτημένων και του κινδύνου εξεγέρσεως των πεινώντων ενθυμίζει το αρχαίον ρητόν «το φυλάξασθαι τα αγαθά χαλεπώτερον του κτήσασθαι» (2005, σ. 147).
[...] Η εγκληματικότης αφ' ενός και η διαφθορά αφ' ετέρου εμποδίζουν εις μέγιστον βαθμόν την παραγωγικότητα. Η εγκληματικότης αυξάνει το κόστος της φυλάξεως, εκδιώκει τους επενδυτάς, δημιουργεί κόστος καταστολής και κρατήσεως των εγκληματιών και φθείρει την δραστηριότητα του πολίτου. Η διαφθορά εμποδίζει την λειτουργικότητα των μηχανισμών της οικονομίας και αποτελεί τροχοπέδην εις την ανάπτυξιν. Συνεπώς, η καλλιέργεια του ήθους είναι εξόχως παραγωγική εργασία.[...] Η ηθική αγωγή έπρεπε να είναι το πρώτιστον μέλημα της Παιδείας, διότι μόνον επί ηθικών μελών της κοινωνίας δύναται να στηριχθεί η οικονομική πρόοδος αυτής (2005, σ. 149).
Είναι λάθος να λέγεται ότι η πάλη μεταξύ των τάξεων βελτιώνει την κατάστασιν προς την πλευράν της ισότητος. Απλώς επιφέρει καταστροφάς. Εάν δε επιφέρει εξισωτικήν τινά αναπροσαρμογήν, αύτη κινείται προς υποβάθμισιν της ευημερίας. Γίνονται όλοι πτωχότεροι. Εις ορισμένας δε περιπτώσεις δημιουργεί απλώς νέους πλουσίους εις βάρος των παλαιών πτωχών, διότι οι αρχηγοί αυτών καταλαμβάνουν θέσεις και τον πλούτον των παλαιών αντιπάλων των. Αλλ' είναι εξίσου λάθος να πιστεύεται ότι είναι δυνατόν να επικρατήσει κοινωνική ειρήνη, όταν δεν επικρατεί επαρκής κοινωνική δικαιοσύνη. Δικαίως κατανεμημένος κοινωνικός πλούτος και ειρήνη, ευρεία μαζική ευημερία και έλλειψις διαπάλης συμβαδίζουν (2005, σ. 145).
Πως, όμως, θα διασωθούν σχέσεις κατά λόγον, σχέσεις δίκαιαι μεταξύ μας, όταν η προσφορά είναι άνισος; Ακριβώς διά να υπάρχουν κατά λόγον και κατά δικαιοσύνην σχέσεις ελήλυθε το νόμισμα, λέγει ο Αριστοτέλης. «Ινα ισάση την σχέσιν», να κάμη ίσας, δικαίας τας σχέσεις μεταξύ μας. Αλλά το νόμισμα είναι εν συμβατικόν μέτρον, το οποίον υπηρετεί ακριβώς την ισότητα των σχέσεων. Η λέξις προέρχεται από το νομίζω, διότι το νόμισμα είναι το νομιζόμενον. «Οτι ου φύσει, αλλά νόμω κείται». Με συνθήκην, με σύμβασιν καθορίζεται το νόμισμα. Δεν έχει ευταξίαν το νόμισμα, δεν είναι πραγματικότης αυτονομημένη από τας σχέσεις τας οποίας υπηρετεί (2006, σ. 119).
Εις το σημείον τούτο πρέπον είναι να αναφέρωμεν ότι το Οικουμενικόν Πατριαρχείον και η εν Τουρκία περί αυτό Ελληνορθόδοξος Μειονότης αισθάνονται ότι δεν απολαύουν ακόμη πλήρων δικαιωμάτων, ως η μη αναγνώρισις νομικής προσωπικότητος εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, η απαγόρευσις λειτουργίας της Θεολογικής-Ιερατικής Σχολής της Χάλκης, περιουσιακά θέματα και άλλα πολλά (2007, σ. 108).
Ηδη παρατηρείται μία ανασυγκρότησις των κοινοτικών πραγμάτων της Ομογένειας, οι εκκλησίες μας ανακαινίζονται και εξωραΐζονται, επιμένουμε διοικητικώς και δικαστικώς εις την διεκδίκησιν των όσων ανέκαθεν μάς ανήκουν, περιμένουμε την επαναλειτουργία της Σχολής μας της Χάλκης και... πορευόμεθα υπομένοντες, ελπίζοντες, προσευχόμενοι «τάχ' αύριον έσετ' άμεινον». [...] Από τώρα και ύστερα θα εξακολουθήσω να κάνω για την Εκκλησία και για το Γένος ό,τι μπορώ, διότι το οφείλω (2011, σ.30).
Μη μας ξεχνάτε. Μην ξεχνάτε την πνευματικήν πρωτεύουσαν της Ρωμιοσύνης. Μην ξεχνάτε την πνευματικήν μήτραν του Γένους. Μη λησμονάτε τας ρίζας μας. Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον και η περί αυτό Ομογένεια θέλουν να ζήσουν. Πρέπει να ζήσουν. Αντέχουν. Διότι αυτό είναι το ιστορικόν τους χρέος. «Αντέχει ό,τι έχει αγαπηθεί». Να μας αγαπάτε [...] (2008, σ. 85).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου