10/20/2013

ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΗ ΝΕΑΠΟΛΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


Το έργο της Εκκλησίας και το χρέος της να αγωνίζεται για την οικοδομή των ανθρώπων ως «ναών του Θεού» υπογράμμισε ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος απευθυνόμενος στο πολυπληθές εκκλησίασμα, κατά την Πατριαρχική Θεία Λειτουργία που τελέστηκε σήμερα το πρωί στον Καθεδρικό Ιερό Ναό Τιμίου Προδρόμου Νεαπόλεως με λιτή μεγαλοπρέπεια και με τη συμμετοχή πλειάδας Αρχιερέων. 
Μαζί με τον Οικουμενικό Πατριάρχη συλλειτούργησαν οι Μητροπολίτες του Θρόνου Ιταλίας Γεννάδιος, Τρανουπόλεως Γερμανός και Ρεθύμνης Ευγένιος, που βρίσκονται στην επίσημη συνοδεία του Οικουμενικού Πατριάρχη, καθώς και ο Μητροπολίτης Μιλήτου Απόστολος. Επίσης, ο εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος Μητροπολίτης Φιλίππων Προκόπιος και οι Μητροπολίτες Δράμας Παύλος, Λαγκαδά Ιωάννης και ο επιχώριος Μητροπολίτης Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως Βαρνάβας. Στο ιερό παρέστη συμπροσευχόμενος ο Μητροπολίτης Νέας Κρήνης και Καλαμαριάς Προκόπιος. 


Πλήθος πιστών κατέκλυσε τον Καθεδρικό Ναό του Τιμίου Προδρόμου, στον οποίο, όπως είναι γνωστό, μεταφέρθηκε η θαυματουργή ιστορική εικόνα της Παναγίας Σουμελά από τις παρυφές του όρους Βερμίου. 
Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης κ. Βαρνάβας πρόσφερε στον Προκαθήμενο της Ορθοδοξίας, που επισκέπτεται την Ιερά Μητρόπολη Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως εν όψει της συμπλήρωσης σαράντα χρόνων από την ίδρυσή της, αντίγραφο της εφεστίου εικόνος του Τιμίου Προδρόμου, την οποία έφεραν μαζί τους οι πρόσφυγες Νεαπολίτες κατά τον ξεριζωμό. 
Ακολούθησαν, μέσα σε κλίμα συγκίνησης, τα αποκαλυπτήρια της προτομής του μακαριστού Γέροντα πρώτου Μητροπολίτη Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως κυρού Διονυσίου. 
Την Κυβέρνηση εκπροσώπησε ο Αντιπρόεδρος και Υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Βενιζέλος, με τον οποίο ο Πατριάρχης είχε στη συνέχεια κατ' ιδίαν συνάντηση. 


ΟΜΙΛΙΑ 
ΤΗΣ Α. Θ. ΠΑΝΑΓΙΟΤΗΤΟΣ 
ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ 
κ. κ. Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Υ 
ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΕΡΑΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗΣ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ 
ΕΝ Τῼ ΙΕΡῼ ΚΑΘΕΔΡΙΚῼ ΝΑῼ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ 
(20 Ὀκτωβρίου 2013) 
Ἐξοχώτατε κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, 
Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Νεαπόλεως καὶ Σταυρουπόλεως κύριε Βαρνάβα, φίλτατε Ποιμενάρχα τοῦ εὐλογημένου Ὀρθοδόξου λαοῦ τῆς Ἐπαρχίας ταύτης τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μας, 
Ἱερώτατοι καὶ Θεοφιλέστατοι ἅγιοι ἀδελφοί, 
Ἐντιμότατοι ἐκπρόσωποι τῶν τοπικῶν ἀρχῶν, Εὐλογημένοι πατέρες, ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Χριστῷ,   «Ὑμεῖς ναὸς Θεοῦ ἐστε ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός» (Β΄ Κορ. ς΄, 16).   
Ἑορτάζομεν τὴν συμπληρουμένην ἐντὸς μηνῶν τεσσαρακοστὴν ἐπέτειον ἀπὸ τῆς, κατόπιν προτάσεως τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἱδρύσεως ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου τῆς Θεοσώστου ταύτης Ἱερᾶς Μητροπόλεως Νεαπόλεως καὶ Σταυρουπόλεως καὶ εὐχαριστοῦμεν τῷ ἐν Τριάδι Θεῷ, ὁ Ὁποῖος ἐθεμελίωσε τὴν τοπικὴν ταύτην Ἐκκλησίαν, ἐνθυμούμενοι εὐγνωμόνως καὶ τοῦ πρώτου ἀρχιερέως καὶ ποιμενάρχου αὐτῆς, τοῦ πεφιλημένου ἀδελφοῦ καὶ συλλειτουργοῦ ἡμῶν γενομένου μακαριστοῦ Διονυσίου, ὁ ὁποῖος μὲ θαυμαστὸν ζῆλον καὶ πατρικὴν ἀγάπην «τὸν δρόμον τετέλεκε, τὴν πίστιν τετήρηκε» καὶ νῦν εὑρίσκεται ἐνώπιον τοῦ Δικαίου Κριτοῦ, τοῦ ἀπονέμοντος εἰς ὅλους κατὰ τὰ ἔργα καί «κατὰ καρδίαν», κατὰ τὸν Ἅγιον Μάξιμον τὸν Ὁμολογητήν.   
Γνωρίσαντες προσωπικῶς τὸν πρῶτον Μητροπολίτην σας ἀπὸ τῆς κοινῆς μαθητείας μας εἰς τὴν Ἱερὰν Θεολογικὴν Σχολὴν τῆς Χάλκης καὶ ἐν συνεχείᾳ καθ᾿ ὅλην τὴν μακρὰν ἐκκλησιαστικὴν διακονίαν του ἀπὸ διαφόρων θέσεων, εἴχομεν ἐξ ἀρχῆς ἐκτιμήσει δεόντως τὰς ἱκανότητας καὶ τὴν πιστότητα αὐτοῦ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ εἰς τὸ καθῆκον, ὡς ἐπίσης καὶ τὴν πρᾳότητα ἀλλὰ καὶ τὸ εὐρύτατον ἐνδιαφέρον του διὰ τὸν λαὸν τοῦ Θεοῦ. Μὲ αὐτὰ τὰ ἐφόδια, καὶ κυρίως μὲ τὴν ἀγάπην του καὶ μὲ πολλὰς ἀόκνους προσπαθείας ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ὁλόψυχον συμπαράστα-σιν καὶ συνεργασίαν τοῦ ἀξίου πνευματικοῦ του τέκνου καὶ ἤδη διαδόχου του εἰς τὸν Ἐπισκοπικὸν αὐτὸν Θρόνον Ἱερωτάτου Μητροπολίτου σας κυρίου Βαρνάβα, ὅπως καὶ ὁλοκλήρου τοῦ ἐκλεκτοῦ ἱερατείου τῆς ἐκκλησιαστικῆς ταύτης Ἐπαρχίας, κατώρθωσε νὰ πραγματοποιήσῃ ἔργον θαυμαστόν, τὸ ὁποῖον λαμπρύνει τὴν περιοχὴν ταύτην τοῦ εὐρυτέρου πολεοδομικοῦ συγκροτήματος τῆς συμπρωτευούσης τοῦ Βυζαντίου Θεσσαλονίκης, καὶ ἐξυπηρετεῖ θεαρέστως ὅλους σας, ἀδελφοὶ καὶ ἀδελφαί. Εἶναι ἓν ἔργον πνοῆς, ἔργον συνεπείας καὶ συνεχείας.   


Διερωτώμεθα, τί θὰ ἠδύνατο ἆραγε ὁ Πατριάρχης σας, ὁ ἀγρύπνως παρακολουθῶν ἐκ τοῦ Ἱεροῦ Φαναρίου τὴν ζωὴν καὶ διακονίαν τῶν ὅπου γῆς Ἱερῶν Μητροπόλεων τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ μελετῶν μετὰ τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου τὰς ὑποβαλλομὲνας ἐτησίως ἐκθέσεις πεπραγμὲνων αὐτῶν νὰ ἀπαριθμήσῃ πρῶτον ἐκ τῶν ἔργων τῆς Ἱερᾶς ταύτης Μητροπόλεως κατὰ τὸ διαρρεῦσαν χρονικὸν διάστημα; Τὸ πλῆθος τῶν Ἱερῶν Ναῶν, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν συνδρομὴν καὶ συμπαράστασιν ὅλων σας καὶ τῶν πατέρων σας ἀνηγέρθησαν ἐξ ὑπαρχῆς, τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ φιλανθρωπικὰ οἰκοδομήματα, τὴν ἀγαστὴν συνεργασίαν ἡ ὁποία ὑπῆρχε πάντοτε μὲ ὅλους τοὺς παράγοντας τῆς δημοσίας ζωῆς καὶ τοῦ λαοῦ; Ἤδη ἡ ἐκ τοῦ μηδενὸς ἄνευ ὑπερβολῆς δημιουργηθεῖσα Ἱερὰ Μητρόπολις Νεαπόλεως καὶ Σταυρουπόλεως ἔχει κάθε λόγον νὰ καυχᾶται ἐν Κυρίῳ διὰ τοὺς περικαλλεῖς Ναούς της, διὰ τὴν ἀκμαίαν πνευματικὴν καὶ λειτουργικὴν ζωήν της, διὰ τὸ πλούσιον κοινωνικὸν καὶ φιλανθρωπικὸν ἔργον της, τὰ ὁποῖα ἤρχισεν ὁ ἀείμνηστος ἐν Ἱεράρχαις Διονύσιος καὶ τὰ ὁποῖα μὲ τὸ ἴδιον πνεῦμα καὶ μὲ τὸν ἴδιον καὶ περισσότερον ζῆλον καλλιεργεῖ καὶ ἐπαυξάνει, ἰδιαιτέρως κατὰ τοὺς δυσκόλους αὐτοὺς καιροὺς παντοειδῶν «κρίσεων», ὁ διάδοχός του, ἡ ὑμετέρα ἀγαπητὴ Ἱερότης, ἀδελφὲ κύριε Βαρνάβα, μὲ τοὺς ἐκλεκτοὺς συνεργάτας σας, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς, καὶ μὲ τὴν συνδρομὴν πάντων τῶν δυναμένων, τῶν «ἐθελοντῶν» καὶ τῶν «ἐθελοντριῶν», τοῦ εὐγενοῦς, εὐσεβοῦς, δυναμικοῦ καὶ δημιουργικοῦ λαοῦ σας, τοῦ ἕλκοντος κυρίως τὴν καταγωγὴν καὶ τὸ φρόνημα ἐκ τῶν χώρων τῆς εὐλογημένης Μικρᾶς Ἀσίας.   Χαίρει, λοιπόν, καὶ συγχαίρει ἡ Μήτηρ Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Μεγάλη Ἐκκλησία, τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, διὰ τὸν ζῆλον καὶ τὴν κατὰ Θεὸν προκοπὴν τῶν τέκνων της. 


Χαίρει καὶ συγχαίρει διὰ τὸ ἐκκλησιαστικὸν φρόνημα καὶ τὴν λειτουργικήν σας ζωήν. Χαίρει καὶ συγχαίρει διὰ τὰ ἀνιδιοτελῆ αἰσθήματα καὶ τὴν πρόθυμον καὶ ἀθόρυβον ἐν πολλοῖς στήριξιν πτωχῶν καὶ ἀσθενῶν, ὅπως ἐπίσης καὶ διὰ τὴν ἀνέγερσιν μεγαλοπρεπῶν Ναῶν καὶ εὐπρεπῶν κτιρίων διὰ τὰς λατρευτικὰς καὶ πνευματικάς σας συνάξεις. Οὔτε ἡ μετριότης τῶν οἰκονομικῶν μέσων, οὔτε τὸ μέγεθος τῶν ἀναγκῶν, ἰδιαιτέρως μάλιστα κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην περίοδον τῆς δεινῆς καὶ πολλαπλῆς κρίσεως, τὴν ὁποίαν διέρχεται ὁ τόπος, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνθρωπότης ἐν τῷ συνόλῳ της, ἐμποδίζουν τὴν ἔμπρακτον ἔκφρασιν τῆς ἀγάπης σας πρὸς τὸν Θεὸν καὶ πρὸς τὸν πλησίον.   
Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ καθῆκον τοῦ ἀληθινοῦ χριστιανοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ αἴτημα τῆς πρώτης καὶ μεγάλης ἐντολῆς τοῦ Κυρίου καὶ Χριστοῦ μας: Νὰ ἀγαπῶμεν Κύριον τὸν Θεόν μας μὲ ὅλην τὴν καρδίαν καὶ τὸν νοῦν μας, μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς καὶ μὲ ὅλην τὴν ὕπαρξίν μας. Ἡ ἀγάπη αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ πηγὴ τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον, πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, πρὸς ὁλόκληρον τὴν κτίσιν, πρὸς τὸν κόσμον.   
Πάντα ὅμως ταῦτα, ἀδελφοί, μίαν κατεύθυνσιν ἔχουν καὶ ἕνα στόχον καὶ σκοπὸν ἐξυπηρετοῦν: τὴν οἰκοδομὴν τῶν ἀνθρώπων ὡς ναῶν τοῦ Θεοῦ. Ἔργον τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡμῶν τῶν κληρικῶν, ἀπὸ τοῦ κατωτέρας βαθμίδος, τοῦ διακόνου, ἕως τοῦ ἀνωτέρου καὶ ὑψηλοτέρου, τοῦ Ἱεράρχου καὶ τοῦ Πατριάρχου, ἑκάστου κατὰ τὴν δωρεὰν καὶ τὴν κλῆσιν, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑπευθυνότητα θέσεως καὶ εὐθύνης, ἔργον μας, λέγομεν καὶ κρίνομεν, εἶναι νὰ συνεργήσωμεν ὡς «συνοικοδόμοι» εἰς τὴν οἰκοδομὴν τοῦ ἰδικοῦ σας ναοῦ. «Ὑμεῖς γὰρ ναὸς Θεοῦ ἐστε ζῶντος». Σεῖς εἶσθε ὁ ναὸς τοῦ ζῶντος Θεοῦ, τὸ κατοικητήριόν Του, τὸ ζωντανὸν σκήνωμά Του. Διὰ σᾶς ὑπάρχουν οἱ πέτρινοι καὶ οἱ μαρμάρι-νοι Ναοὶ καὶ τὰ ταπεινὰ ἐξωκκλήσια καὶ τὰ παρεκκλήσια. Διὰ σᾶς ὑπάρχομεν καὶ ἡμεῖς ὡς λειτουργοὶ καὶ ὡς διάκονοι τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.   
Λοιπόν, «ὑμεῖς ναὸς Θεοῦ ἐστε ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός».... Ποίαν μεγαλυτέραν τιμήν, ποῖον ὑψηλότερον ὡς ἀληθῶς ἀξίωμα, θὰ ἠδύνατο νὰ λάβῃ κανείς, ἢ καὶ θὰ ἠμποροῦσε νὰ φαντασθῇ ἀκόμη ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ ὁ ἄνθρωπος εἰς τὴν ζωήν του; Ὁ Θεὸς δὲν μᾶς ἔπλασε διὰ εὐτελῆ καὶ μικρὰ πράγματα, «διὰ βρῶσιν καὶ πόσιν ἐπὶ τῆς γῆς», καθὼς τὰ ἔθνη ποιεῖ. Πολὺ περισσότερον δὲν μᾶς ἔπλασε «χοῦν λαβὼν ἀπὸ τῆς γῆς» διὰ νὰ ταλαιπωρώμεθα καὶ νὰ βασανιζώμεθα. Μᾶς ἔπλασεν ἀπὸ μεγάλην ἀγάπην, διὰ νὰ μᾶς καταστήσῃ μετόχους καὶ κοινωνοὺς τῆς ἀθανάτου ζωῆς καὶ τῆς μακαριότητός Του. Καὶ μᾶς ἔπλασεν ἐλευθέρους διὰ νὰ γίνωμεν, μὲ τὴν συγκατάθεσίν μας, τέλειοι ὅπως Ἐκεῖνος. Αὐτό, ἄλλωστε, εἶναι τὸ νόημα τῆς «κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν» Θεοῦ δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου.   


Οἱ ἄνθρωποι ὅμως ἐλησμονήσαμεν ὅτι «τέλειοι εἴμεθα μόνον παρὰ τῷ Θεῷ» καὶ περιεφρονήσαμεν τὰ ὑψηλὰ καὶ τὰ αἰώνια. Ἐπελέξαμεν μὲ τὸ αὐτεξούσιόν μας τὰ πρόσκαιρα καὶ τὰ εὐτελῆ. Προετιμήσαμεν τὴν πρόσκαιρον ἀπόλαυσιν τῆς ἁμαρτίας, «τὴν βρῶσιν τὴν ἀπολλυμένην», καὶ ἐθυσιάσαμεν πρὸς χάριν της τὴν αἰωνίαν μακαριότητα καὶ εὐτυχίαν. Προσεκολλήθημεν εἰς τὰ φθαρτὰ καὶ ὑπετάχθημεν εἰς τὸν θάνατον. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης, ὁ «μὴ θέλων τὸν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὡς τὸ ἐπιστρέψαι καὶ ζῆν αὐτόν» (Εὐχὴ Θείας Μεταλήψεως Μεγάλου Βασιλείου), δηλαδὴ τὴν ἐπιστροφήν μας καὶ τὴν σωτηρίαν μας, ὄχι μόνον δὲν μᾶς ἐγκατέλειψεν, ἀλλὰ ἐφανέρωσεν ἀκόμη περισσότερον τὴν ἀγάπην Του πρὸς ἡμᾶς τοὺς ἀποστάτας καὶ καταφρονητάς Του: «οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ᾿ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. γ΄, 16-17).   
Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπερβολὴ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ μας. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ γίνεται ἄνθρωπος, ἀναλαμβάνει τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας μας, τὸ ἐξαλείφει μὲ τὸν σταυρὸν καὶ μὲ τὸν θάνατόν Του, καὶ ἔρχεται νὰ παραμείνῃ ἀναστημένος πλησίον μας. Δὲν μᾶς ἐγκαταλείπει, ὅπως μᾶς ἐγκαταλεί-πουν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ εὑρίσκεται ἀνάμεσά μας καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ εἰσέλθῃ καὶ νὰ κατοικήσῃ μέσα μας, εἰς τὴν καρδίαν μας, καὶ μᾶς φωνάζει: «Ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω∙ ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καὶ ἀνοίξῃ τὴν θύραν, καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτὸν καὶ δειπνήσω μετ᾿ αὐτοῦ καὶ αὐτὸς μετ᾿ ἐμοῦ» (Ἀποκ. γ΄, 20).   
Μὲ τὸ Βάπτισμα τὸ ὁποῖον δεχόμεθα εἰς τοὺς χειροποιήτους αὐτοὺς Ναούς, μὲ τὰς ἱερὰς ἀκολουθίας καὶ ἰδιαιτέρως μὲ τὴν Θείαν Λειτουργίαν, μὲ τὴν κοινωνίαν τοῦ ἀχράντου Σώματος καὶ τοῦ τιμίου Αἵματος τοῦ Κυρίου, γινόμεθα ἔμψυχοι ναοὶ τοῦ Ζῶντος Θεοῦ. Μᾶς ἐπισκέπτεται δηλαδὴ ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ἐνοικεῖ καὶ ἐμπεριπατεῖ μέσα μας, ἀρκεῖ βεβαίως καὶ ἡμεῖς νὰ συντονιζώμεθα καὶ νὰ συμπορευώμεθα μαζί Του, τηροῦντες τὰς ἐντολάς Του καὶ συμμορφούμενοι πρὸς τὰ προστάγματά Του.   
Βλέπετε, ἀδελφοί, ποίαν ἀξίαν ἀναγνωρίζει ὁ Χριστὸς εἰς τὸν καθ᾿ ἕνα καὶ εἰς τὴν κάθε μίαν ἀπὸ ἡμᾶς, ὡς μοναδικὰ δημιουργήματά Του; Ποίαν τιμὴν μᾶς ἀποδίδει; Εἰς ποίαν θέσιν μᾶς τοποθετεῖ; Ἂς ἐπιχειρήσωμεν σύγκρισιν τῆς θέσεως αὐτῆς τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν κατολισθαίνομεν ἡμεῖς οἱ ἄνθρωποι ἐντὸς τῆς συγχρόνου παγκοσμιοποιουμένης κοινωνίας. Ἀριθμοποίησις, ἀπαξία, ἀνυποληψία, περιφρόνησις τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου μέχρι πλήρους εὐτελισμοῦ. Βασικαὶ ἀνθρώπιναι ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι θὰ ἠδύναντο εὐκόλως νὰ ἱκανοποιηθοῦν καὶ μὲ τὴν στοιχειωδεστέραν ἀκόμη συμμόρφωσιν πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ τὴν διδασκαλίαν τοῦ Χριστοῦ, παραμένουν ἀνικανοποίητοι καὶ ταλανίζουν τὸν κόσμον. Τὸ πρόβλημα τῆς ἀνεργίας, ὁ πραγματικὸς ἐφιάλτης τῆς ἐποχῆς μας, φανερώνει πόσον ἀπανθρώπως ἀντιμετωπίζομεν τὴν ζωὴν καὶ τὸν συνάνθρωπον. Πόσον σαθραὶ εἶναι αἱ βάσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίξαμεν τὰς κοινωνικάς μας σχέσεις καὶ τὴν δῆθεν «οἰκονομίαν».  


Ὁμολογοῦμεν, ὅτι ἠδιαφορήσαμεν διὰ τὴν νομὴν τοῦ οἴκου καὶ τῆς οἰκουμένης, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σημαίνει καὶ ὑπαγορεύει ἡ λέξις οἰκονομία, καὶ ἐπεδόθημεν εἰς τὸν ἀτομικὸν πλουτισμόν. Ἐλησμονήσαμεν ἀληθῶς τὴν ἐξ ἀγάπης Οἰκονομίαν τοῦ Θεοῦ, ὅτι «σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν». Καὶ ἐλατρεύσαμεν «τὸ χρῆμα» καί «ἐπαγώσαμεν» κυριολεκτικῶς, ἐψύξαμεν, τὴν ἀγάπην μας πρὸς τὸν πλησίον. Ἡ νομὴ τοῦ οἴκου, τῆς οἰκογενείας καὶ τῆς οἰκουμένης, ἔγινε νομὴ τοῦ ἑαυτοῦ μας. Καὶ ὅλαι αἱ οἰκογένειαι τῶν  ἀνθρώπων, ὅλη ἡ οἰκογένεια τῆς οἰκουμένης, ἔγιναν ἀντικείμενα ἐκμεταλλεύσεως τῶν ἰσχυρῶν καὶ τῶν ἐξουσιαστῶν. Αὐτοὶ ἀγρυπνοῦν καὶ μεθοδεύουν τὰ πάντα, διὰ νὰ πολλαπλασιάσουν τὸν «κενὸν πλοῦτον», τὸν ἀπολλύμενον, ἐνῷ τὰ ἑκατομμύρια τῶν ἀδυνάτων καὶ τῶν πτωχῶν ἀγωνιοῦν καὶ ξενιτεύονται, διὰ νὰ εὕρουν ἐργασίαν καὶ νὰ ἐπιβιώσουν.   
Εἴπομεν πολλάκις καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνομεν καὶ κατὰ τὴν ἱερὰν ταύτην στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν προσφέρομεν «κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα» τὰ Αὑτοῦ εἰς τὸν Κύριον, ὅτι ἡ μεγάλη οἰκονομικὴ κρίσις τὴν ὁποίαν διέρχεται ὁ κόσμος, καὶ ἰδιαιτέρως «ἐκ λαθῶν ἄλλων», ὁ εὐλογημένος Ἑλληνικὸς Λαός, εἶναι πρωτίστως κρίσις ἠθική. Εἶναι κρίσις, ἡ ὁποία προηγουμένως προσέβαλε καὶ ὑπέταξε τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνθρώπου, διὰ νά «ἐξέλθῃ» ἀκολούθως εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τῆς καθημερινῆς ζωῆς καὶ νὰ ἀποτυπωθῇ εἰς τὰς λεγομένας οἰκονομικάς μας σχέσεις. Μήπως, ἆραγε, «ἐστέρεψαν» τὰ χρήματα ἢ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα χρειάζονται διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ κόσμου; Μήπως ἐξηντλήθησαν τὰ περιθώρια τῆς γῆς διὰ νὰ διαθρέψῃ τοὺς κατοίκους της;    
Τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸ καίριον ἐρώτημα τοῦτο μᾶς τὴν δίδει Δαυϊδ ὁ Προφήτης: «Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς, ἡ οἰκουμένη καὶ πάντες οἱ κατοικοῦντες ἐν αὐτῇ. Αὐτὸς ἐπὶ θαλασσῶν ἐθεμελίωσεν αὐτὴν καὶ ἐπὶ ποταμῶν ἡτοίμασεν αὐτήν» (Ψαλμ. κγ΄, 1-2). Δηλαδή, τίποτε ἐκ τῶν ἀνωτέρω δέν «ἐστέρεψε» -μολονότι καὶ αὐτὰ κινδυνεύουν νὰ μολυνθοῦν ἐκ τῆς ἀλογίστου καὶ πλεονεκτικῆς συμπεριφορᾶς τῶν ἀνθρώπων. Διατὶ ἀγωνιῶμεν καὶ προβληματιζόμεθα τότε; Διότι, ἁπλῶς, «ἐστέρεψεν»,  ἀδελφοί, ἡ ἀγάπη καὶ τὸ ἐνδιαφέρον διὰ τὸν συνάνθρωπον καὶ ἐθριάμβευσεν ἡ πλεονεξία. Ἐλησμονήθη ὁ Θεὸς καὶ ἐθεοποιήθη ἡ ὕλη. Λησμονοῦμεν, ὅτι «τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς, ἡ οἰκουμένη καὶ πάντες οἱ κατοικοῦντες ἐν αὐτῇ», καὶ ἀκόμη τὴν Πρόνοιάν Του δι᾿ αὐτήν, ὅτι ἐπὶ ὑδάτων ἐθεμελίωσεν αὐτὴν ὁ Ὕψιστος. Λοιπόν, συμπερασματικῶς, «μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία μηδὲ δειλιάτω» (Ἰωάν. ιδ΄, 27). Ἡ  αἰτία τοῦ «κακοῦ» δὲν εὑρίσκεται εἰς τὰ πράγματα, ἀλλὰ εἰς τὴν καρδίαν τοῦ ἀνθρώπου. Εὑρίσκεται πρωτίστως εἰς τὸν νοῦν καὶ εἰς τὴν καρδίαν τῶν κατευθυνόντων, ἐν τῇ «ἀπειρίᾳ» αὐτῶν ἐνώπιον τοῦ Ἀπείρου Θεοῦ, τὰ πράγματα τοῦ κόσμου τούτου. Εὑρίσκεται εἰς μικρότερον ἢ μεγαλύτερον βαθμὸν εἰς τὸν νοῦν καὶ εἰς τὴν καρδίαν ὅσων μετέχομεν εἰς τὴν σύγχρονον ἀνθρωπίνην κοινωνίαν καὶ ἔχομεν μολυνθῆ ὑπὸ τοῦ πνεύματος τῆς ὑλοφροσύνης καὶ τῆς πλεονεξίας. Καὶ ἀποστέλλομεν ὡς ἄλλοι σύγχρονοι «ἡρώδεις» «σπεκουλάτορας» νά «ἀποκεφαλίσουν» τοὺς συνανθρώπους μας, ὅπως ποτέ ὁ Ἡρώδης, Ἰωάννην τόν Πρόδρομον, τὸν κήρυκα τῆς ἀληθείας καὶ τῆς μετανοίας, τοῦ ὁποίου «τὸ τίμιον  αἷμα ἡ γῆ, τὸν δὲ Ἡρώδην τὸ κρῖμα ἐδέξατο» (Ἰωάννου τοῦ Μαυρόποδος, Προδρομάριον, σσ.230 καὶ 239), ὅπως κάποτε ἐστάλησαν «σπεκουλάτορες» πρὸς τοὺς ἀνὰ τοὺς αἰῶνας μάρτυρας πατέρας καὶ προπάτορας, Ἁγίους καὶ δικαίους καὶ ὁσίους τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γένους μας.   


Ὁ Βαπτιστὴς Ἰωάννης, μᾶς προσκαλεῖ καί σήμερα καί μᾶς λέγει: Μετανοεῖτε! Μᾶς ὑποδεικνύει καὶ σήμερον τὴν θεραπείαν, δηλαδὴ τὴν μετάνοιαν, τὴν ἀλλαγὴν τοῦ νοῦ καὶ τοῦ φρονήματός μας, ἐκ τῶν ὁποίων πηγάζει ἡ μόλυνσις τῆς ψυχῆς μας, τοῦ προσωπικοῦ μας ναοῦ, ἡ ὁποία δυστυχῶς ἐκχύνεται εἰς τὸ ἔμψυχον καὶ ἄψυχον περιβάλλον μας.   
Μαζὶ ὅμως μὲ τὸν Τίμιον Πρόδρομον, προστάτην τοῦ Ἱεροῦ τούτου Ναοῦ, εὑρίσκεται σήμερον καὶ ἡ Σκηνὴ τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, «τὸ γέρας καὶ τὸ τίμιον διάδημα» τοῦ Πόντου καὶ τῶν Ποντίων Ὀρθοδόξων χριστιανῶν, ἡ ἁγία Εἰκὼν τῆς Παναγίας τοῦ Σουμελᾶ, τῆς Παναγίας ἡ ὁποία διὰ τῆς ἁγνείας καὶ παρθενίας μετέβαλε τὸν νοῦν τῶν ἀνθρώπων, καί «οὐράνωσε τὴν γῆν», ἥνωσε τὰ διεστῶτα καὶ κατήργησε «τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ» μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων. Καυχώμεθα, λοιπόν, καὶ ἐνισχυόμεθα ἐπὶ τῇ  παρουσίᾳ τῆς Σουμελιωτίσσης κατὰ τὴν σημερινὴν ἡμέραν, καταθέτομεν τὴν εὐχαριστίαν μας διὰ τὴν προστασίαν καὶ ἀρωγήν της, καὶ ἐνώπιόν της προσευχόμεθα καὶ τὴν παρακαλοῦμεν: «ἰσχὺν τοῖς ἀσθενέσι δίδου Θεοτόκε, καὶ τεθλιμμένοις χαρὰν καὶ βοήθειαν,τοῖς τῇ σεπτῇ Σου εἰκόνι πιστῶς προστρέχουσι»    
Ἡ κάθαρσις τοῦ προσωπικοῦ μας ναοῦ διὰ τῆς καθάρσεως τοῦ νοός μας, διὰ τῆς μετανοίας μας, εἶναι κάθαρσις ὁλοκλήρου τοῦ Ναοῦ ἐντὸς τοῦ συνόλου τῶν ναῶν τοῦ ζῶντος Θεοῦ τῆς οἰκουμένης.   
Παρακαλοῦμεν, ἑαυτοὺς καὶ  ἀλλήλους, ἀδελφοί, νὰ ἀρχίσωμεν νά «καθαρίζωμεν» τὸν προσωπικόν μας ἕκαστος ναόν, διὰ νὰ τὸν ἑτοιμάσωμεν νὰ δεχθῇ Ἐκεῖνον, ὁ Ὁποῖος «ἕστηκεν ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούει». Ἂς ἀκούσωμεν τὴν διακριτικὴν φωνήν Του μέσα «εἰς τὰς κραυγάς» τῶν πολλῶν σήμερον ὑπευθύνων καὶ ἀνευθύνων καὶ ἂς ἀνοίξωμεν τὴν καρδίαν μας διὰ νὰ εἰσέλθῃ καὶ νὰ δειπνήσῃ μαζί μας καὶ ἡμεῖς μαζί Του.   Ἂς μάθωμεν «δικαιοσύνην [...], οἱ ἐνοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς» (Ἠσ. κς΄, 9) διὰ νὰ μᾶς «ἐπακούσῃ ὁ Κύριος ἐν ἡμέρᾳ θλίψεως» (πρβλ. Ψαλμ. ιθ΄, 2). Ἂς πλησιάσωμεν ὄχι τοὺς «κόλακας» καὶ δῆθεν «σωτῆρας» μας καὶ τούς «κνήθοντας τὰς ἀκοάς μας» διὰ τὰ δῆθεν προσόντα μας καὶ τὰ χαρίσματά μας, καὶ ἂς ἀναπαύσωμεν τούς «διωκομένους ἕνεκεν ἀληθείας καὶ δικαιοσύνης», ἐκείνους δηλαδὴ ποὺ μᾶς λέγουν τὴν ἀλήθειαν, ὅσον πικρὰ καὶ ἀνεπιθύμητος καὶ ἂν εἶναι, διότι μόνον ἡ Ἀλήθεια, δηλαδὴ ὁ Χριστός, θὰ μᾶς ἐλευθερώσῃ ἀληθῶς. 


Ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ,   
Εὑρισκόμεθα εἰς ἕνα τόπον καὶ εἰς ἕνα Ναὸν τεθεμελιωμένους, πραγματικῶς καὶ μεταφορικῶς, ἀπὸ πρόσφυγας ἀνθρώπους ἐκ τῶν ἡγιασμένων Μικρασιατικῶν χωμάτων. Ἔχετε ἄξιον καὶ δραστήριον ποιμενάρχην. Σᾶς διακονοῦν καὶ συμπορεύονται μαζί σας ἐκλεκτοὶ καὶ δημιουργικοὶ κληρικοί, οἱ ὁποῖοι δὲν φείδονται κόπου καὶ χρὸνου διὰ τὸ ἔργον τῆς Ἐκκλησίας. Ἕλληνες καὶ Ἑλληνίδες, Γνωρίζομεν ὅτι διαθέτετε πλούσια καρδιά «δικαιοσύνης καὶ ἀληθείας» μέσα εἰς τὴν πενίαν τῶν ἡμερῶν μας, ὥστε νά κρατήσετε ζωντανὸν τὸ φρόνημά σας καὶ νὰ νικήσετε τὰς δοκιμασίας καὶ τοὺς πειρασμοὺς τῆς ζωῆς. Ἔχετε ἀκλόνητον τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην σας εἰς τὸν Χριστόν, καὶ θὰ νικήσετε, ὅπως ἐνίκησε καὶ Ἐκεῖνος τὸν κόσμον.   
«Θαρσεῖτε». Σᾶς ἀγαπῶμεν. Σᾶς συμπαριστάμεθα. Εἴμεθα μαζί σας. Συμπονοῦμεν. Σᾶς ἐμπιστευόμεθα, τὸν καθένα καὶ τὴν κάθε μίαν καὶ ὡς σύνολον. Τὸ Γένος τῶν Ἑλλήνων ἔχει γνῶσιν, ἔχει ἀξίας, ἔχει φρόνημα, ἀντοχήν, καὶ πάντοτε νικᾷ διὰ τῆς νίκης τῆς Ὀρθοδοξίας. «Καὶ γὰρ οὗτος νόμος τῆς ἐν Χριστιανοῖς νίκης, καὶ ὁ ἔλαττον ἔχειν καταδεξάμενος στεφανοῦται». Ἀμήν. (Μεγάλου Βασιλείου, Ἀμφιλοχίῳ Ἐπισκόπῳ Ἰκονίου, P.G. 32,701B). 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου