1/14/2019

Μ. Γ. ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ: ΟΥΚΡΑΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΙΑΣ ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ


Μ. Γ. ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ 
Καθηγητής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης 
Άρχων Προστάτης των Γραμμάτων της Μ. τ. Χ. Ε. 
Πολλά και ποικίλα έχουν γραφεί γύρω από το ζήτημα της αυτοκεφαλίας της Εκκλησίας της Ουκρανίας, το οποίο τους τελευταίους μήνες απασχόλησε την Ορθόδοξη Εκκλησία. Βεβαίως, το θέμα έχει κλείσει οριστικά και αμετάκλητα με την απόφαση του Οικουμενικού Θρόνου, την έκδοση και επικύρωση του τόμου αυτοκεφαλίας και την επίδοσή του από την Α.Θ.Π. τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο στον νεοεκλεγέντα Ουκρανό προκαθήμενο Μητροπολίτη Κιέβου κ. Επιφάνιο. Μένουν ωστόσο ορισμένα ζητήματα εκκρεμή, με σπουδαιότερο αυτό της αναγνωρίσεως της αυτοκεφαλίας από τις υπόλοιπες Ορθόδοξες Εκκλησίες, που ανάγονται πλέον και στη σφαίρα της εκκλησιαστικής πολιτικής, αλλά και επηρεάζονται και από τις ευρύτερες γεωπολιτικές συνθήκες και εξελίξεις. 
Το μείζον σε παρόμοιες και ανάλογες περιπτώσεις, είναι το πνευματικό ζήτημα, και αυτό τακτοποιήθηκε λόγω της γενναίας, αυτοθυσιαστικής και πατρικής στάσης της Μητέρας Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, στην αρμοδιότητα και στην ευθύνη της οποίας ανήκε βεβαίως η θεραπεία του. Γιατί πέραν των ιερών κανόνων, αλλά βεβαίως και των κανονολόγων και των κανονολογούντων, βρίσκεται βεβαίως η ανάγκη να επανέλθει σε κατάσταση εκκλησιαστικής τάξης, κοινωνίας και πνευματικής ομαλοποίησης ένας ολόκληρος λαός, που σε τίποτε δεν έφταιξε, και βεβαίως δεν έπρεπε να πληρώνει τους κάθε είδους ανταγωνισμούς των ισχυρών του κόσμου. Αυτών ακριβώς των ισχυρών τις απειλές των οποίων το Οικουμενικό Πατριαρχείο αγνόησε, για να αρθεί για μια ακόμη φορά στο ύψος των περιστάσεων και της υψηλής και μοναδικής διορθόδοξης, διαχριστιανικής και οικουμενικής αποστολής του, προβαίνοντας στις απαραίτητες ενέργειες για την θεραπεία του μεγάλου πνευματικού και εκκλησιολογικού αυτού προβλήματος. 
Είναι μάλιστα λανθασμένη η άποψη ότι ο Οικουμενικός Θρόνος επέβαλε εν προκειμένω τις απόψεις του. Προηγήθηκαν συνομιλίες, προσκλήσεις που εν μέρει περιφρονήθηκαν, παραινέσεις που μερικώς δεν εισακούσθηκαν και κανονικές συνοδικές διαδικασίες που με έπαρση αδικαιολόγητη περιφρονήθηκαν από όσους είχαν αντίθετη άποψη. Προηγήθηκε δηλαδή όλη η απαραίτητη διαβούλευση, στη διάρκεια της οποίας φάνηκε με σαφήνεια ποιοι ήταν οι διατεθειμένοι να εργαστούν προς την κατεύθυνση της εξεύρεσης λύσης, και ποιοι ήταν οι άτεγκτοι, που επέμεναν σε παρωχημένα σχήματα και σε ανύπαρκτες δήθεν ιστορικές ιδεοληψίες. 
Και βέβαια, στο τέλος το Οικουμενικό Πατριαρχείο προχώρησε, όπως ακριβώς του επέβαλε ο ρόλος του πρωτοκορυφαίου θρόνου της Ορθοδοξίας, ρόλος συντονιστικός και διευθυντικός και όχι δυναστικός, όπως κάποιοι, ελάχιστοι βέβαια, ισχυρίζονται: ειδική σύνοδος εξέλεξε τον νέο προκαθήμενο, δεν τον επέβαλε το Φανάρι. Σύνοδος στην οποία, όπως και στην Αγία και μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδοξίας στην Κρήτη κάποιοι δεν πήραν μέρος, θέτοντας τους εαυτούς τους εκτός εξελίξεων, γιατί είναι τοις πάσι γνωστό ότι η ιστορία γράφεται μόνο με τους παρόντες και ποτέ με τους απόντες. 


Στη μεγάλη σχετική συζήτηση, συχνά γίνεται λόγος περί των ιερών κανόνων, και διατυπώνονται αντικρουόμενες απόψεις για το περιεχόμενο και τις ερμηνείες τους. Πρέπει όμως να έχουμε υπόψη ότι οι κανόνες δημιουργήθηκαν σε συγκεκριμένα ιστορικά, κοινωνικά και πνευματικά πλαίσια, και πολλοί από αυτούς εξέφραζαν την εποχή τους. Πρέπει λοιπόν να ερμηνεύονται με συναίσθηση και συνυπολογισμό του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο δημιουργήθηκαν, και πάντα σε συνυπολογισμό των αναλόγων συνθηκών της εποχής μας, στην οποία προβάλλονται ως πρότυπα προς εφαρμογή και ως κλείδες για τον κανονισμό και την διευθέτηση προβλημάτων που ενίοτε προκύπτουν. Αυτό σημαίνει ότι η παράδοση της Εκκλησίας σαφώς δεν σταμάτησε ούτε στον 7ο, ούτε στον 9ο αιώνα, αλλά αποτελεί ζωντανή πραγματικότητα, που εξελίσσεται μαζί με τις συνθήκες που προσδιορίζουν κάθε φορά τη ζωή της υπ’ ουρανόν Εκκλησίας. Τούτο δεν σημαίνει ότι οι ιεροί κανόνες έχουν σχετική ισχύ, αλλά ότι στην εκάστοτε ερμηνεία και εφαρμογή τους πρέπει με διάκριση, ταπείνωση και προσευχή να λαμβάνεται υπόψη η ενεστώσα κατάσταση και οι ιδιαίτερες κάθε φορά συνθήκες. Και βέβαια σε ποιόν άλλον εναπόκειται εν προκειμένω η ερμηνεία και η εφαρμογή τους, παρά στον έχοντα το πρωτείο στην Ορθόδοξη Εκκλησία, στον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη και στην περί Αυτόν Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Θρόνου. 
Όσον αφορά στις αναγνωρίσεις της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ουκρανίας από τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, αυτές μπορούν, και σίγουρα θα γίνουν εν καιρώ. Χαρακτηριστικό είναι βέβαια το παράδειγμα της Εκκλησίας της Πολωνίας, η οποία πήρε την αυτοκεφαλία της από το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1924, η τελευταία όμως Εκκλησία που την αναγνώρισε ήταν το Πατριαρχείο Μόσχας, μόλις το 1949. Αυτό καθόλου δεν την εμπόδισε στο μεσοδιάστημα να είναι κανονική Εκκλησία, και δυστυχώς καθόλου δεν χρησίμευσε ως μάθημα για φρονηματισμό, ώστε να μην σπεύδουν κάποιοι σε βιαστικές δηλώσεις. Η αναγνώριση θα έρθει διότι η Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ουκρανίας είναι κανονική καθ’ όλα, και επειδή αργά ή γρήγορα θα πρυτανεύσει η κοινή λογική, και θα αποσυνδεθεί αυτό το μείζονος σπουδαιότητος ζήτημα από τις όποιες πρόσκαιρες συμμαχίες, από τις συμπάθειες ή τις αντιπάθειες και από τα περιστασιακά συμφέροντα. 
Άλλωστε η εκκλησιαστική ιστορία μας διδάσκει ότι οι προσπάθειες απόκτησης ισχύος και επιβολής στον εκκλησιαστικό χώρο, οι στηριγμένες σε κρατικές δυνάμεις και οικονομικές επιβολές, οι βασισμένες στη λογική της υπερίσχυσης των αριθμών, κατά κανόνα ανατρέπονται αιφνιδίως. Και μάλιστα αποδομούνται με τραγικά ενίοτε αποτελέσματα, από επαναστάσεις και άλλες κοσμικές και καιρικές ανατροπές, που έρχονται ως επίσκεψις παιδαγωγική του Θεού και ως κύρωση του πνευματικού νόμου σε όσους έχουν εκφύγει από την πνευματική οδό, και επιδιώκουν την επιβολή των κριτηρίων του παρόντος αιώνος «του απατεώνος» στο σώμα Χριστού, την Εκκλησία, έξω και πέρα από όσα ο Κύριός μας και Ιδρυτής της διακήρυξε και παρέδωσε. 
Διατυπώθηκαν όλο αυτόν τον καιρό διάφορες κατηγορίες για όσους «σχίζουν τον χιτώνα του Κυρίου», προξενώντας σχίσματα στην Εκκλησία. Ποιος όμως είναι υπεύθυνος για αυτήν την προοπτική; Εκείνος που προσπαθεί να αντιμετωπίσει και να θεραπεύσει ένα οξύ πνευματικό πρόβλημα, όπως αυτό που αντιμετώπιζε ο λαός της Ουκρανίας, ή εκείνος που χρησιμοποιεί την θεία ευχαριστία και την ευχαριστιακή κοινωνία του κοινού ποτηρίου για να οδηγήσει τα πράγματα προς την κατεύθυνση της επιβολής των απόψεών του; Γιατί πέραν της ανάγκης για εξομάλυνση της κατάστασης και για επάνοδο των Ουκρανών στην κανονικότητα, καθώς ήταν μέσα στα καθήκοντά του, το Οικουμενικό Πατριαρχείο κανενός είδους συμφέρον δεν είχε, κι ας συκοφαντήθηκε δεινώς περί του αντιθέτου. 
Το μυστήριο της θείας ευχαριστίας δεν αποτελεί όπλο πιέσεως και δεν μπορεί να εξυπηρετεί τα διάφορα πρόσκαιρα συμφέροντα επιβολής εξουσίας, καθώς η αποκατάσταση της εκκλησιαστικής τάξης στην Ουκρανία αντιμετωπίζεται ως ευκαιρία για να θεμελιωθούν από καιρού σχεδιαζόμενες διοικητικές και άλλες διεκδικήσεις. Δεν πρόκειται για ευκαιρία επέκτασης της κοσμικής εξουσίας που κακώς συναρτάται με την άσκηση της ποιμαντικής διακονίας, καθώς η εξουσία της Εκκλησίας είναι βέβαια πνευματική. Και βέβαια δεν πρέπει να έρχονται σε δύσκολη θέση οι πιστοί με ποικίλες απαγορεύσεις και με διχοστασίες, οι οποίες μόνο πνευματική ζημία μπορούν να επιφέρουν, και καθόλου δεν συμβάλλουν στην πνευματική κατάρτιση και στη σωτηρία των ψυχών τους. 
Το ίδιο βέβαια ισχύει και για την ενότητα του ορθοδόξου κόσμου. Οι ιερεμιάδες δεν ωφελούν, χρειάζεται σύνεση, υπακοή στα κελεύσματα της Μητρός Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, και κυρίως παραμέρισμα των όποιων πρόσκαιρων βλέψεων απέναντι στο μείζον, που είναι η αποκατάσταση της τάξης και βέβαια η πνευματική ομαλότητα, αλλά και η λειτουργία των θεσμών στο εσωτερικό της Ορθοδοξίας, γιατί τον ρυθμιστικό ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου σήμερα μπορεί να τον χρειάστηκε η Ουκρανία, αύριο όμως θα τον χρειαστεί κάποια άλλη Εκκλησία. Και βέβαια πρέπει με τη συνέργεια όλων ο ρόλος αυτός να είναι καίριος, ακριβώς για να μπορεί να προλαμβάνει και να θεραπεύει. Καιρός να επέλθει ειρήνευση. Καιρός νηφαλιότητας, προσευχής και ψυχραιμίας. 
Καιρός να κλειστούμε στο ταμείον μας, και να σταματήσουμε την προσπάθεια να αναλάβουμε ρόλους που δεν μας ανήκουν. Στη διακονία του σώματος του Χριστού κανείς δεν περισσεύει, και κανείς δεν είναι ελάσσων. Αρκεί να γνωρίζει τον ρόλο του, να ξέρει και να έχει συνειδητοποιήσει τη διακονία του και να την υπηρετεί με καθαρή καρδιά και συνείδηση. 
Και κάτι ακόμη: οφείλουμε όλοι να ευχαριστήσουμε τον Οικουμενικό Θρόνο και τον Σεπτό Προκαθήμενό του, γιατί παραβλέποντες ανέσεις και ανούσιες κοσμικότητες δεν δίστασε να αναλάβει δύσκολο έργο, να βάλει «την χείρα επ’ άροτρον» για το καλό του αμπελώνος του Κυρίου. Αν αυτή την θυσιαστική και κενωτική εαυτού διάθεση επιδείκνυαν εις το ελάχιστο και οι κοσμικοί μας άρχοντες, ο κόσμος μας σίγουρα θα ήταν καλλίτερος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου