________________________________________________________________________________________________________________________________________

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ / ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ / ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΣ ΝΑΟΣ / ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ / ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΑΝ. ΑΝΔΡΙΟΠΟΥΛΟΥ / ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΛΕΓΧΟΥ
________________________________________________________________________________________________________________________________________


2/19/2012

ΣΥΣΚΕΨΙΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΩΝ ΣΤΟ ΦΑΝΑΡΙ

φωτό Νικολάου Μαγγίνα: Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος πλαισιωμένος από τους θρησκευτικούς εκπροσώπους των χριστιανικών μειονοτήτων που ζούν στην Τουρκία κατά τη σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στο Φανάρι πριν τη μετάβαση του Πατριάρχου Βαρθολομαίου στην Επιτροπή αναθεώρησης του Συντάγματος της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης στην Άγκυρα.

Τό Σάββατον, 18ην Φεβρουαρίου, διεξήχθη ἐν Φαναρίῳ σύσκεψις Πνευματικῶν Ἡγετῶν καί ἐκπροσώπων Χριστιανικῶν Κοινοτήτων ὑπό τήν προεδρείαν τῆς Α.Θ.Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου, τῇ συμμετοχῇ τῶν Σεβ. Μητροπολίτου Γέροντος Νικαίας κ. Κωνσταντίνου, Ἀρχιεπισκόπου κ. Aram Ateşyan, ἐκ μέρους τῶν ἐνταῦθα Ἀρμενίων, καί Μητροπολίτου τῶν ἐνταῦθα Συροϊακωβιτῶν κ. Yusuf Çetin, τοῦ Αἰδεσιμ. κ. Yusuf Sağ, Χωροεπισκόπου τῶν ἐνταῦθα Συροκαθολικῶν, ἀμφοτέρων συνοδευομένων ὑπό τῶν Προέδρων τῶν περί αὐτούς Συμβουλίων, τοῦ Ἐλλογιμ. Δρος Emre Öktem, Καθηγητοῦ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ Galatasaray, τῆς Εὐγεν. κ. Πηνελόπης Μπενλίσοϊ, Δικηγόρου, γραμματεύοντος τοῦ Πανοσιολ. Ὑπογραμματέως κ. Ἰωακείμ, ἐν ὄψει τῆς μεταβάσεως τοῦ Πατριάρχου εἰς Ἄγκυραν πρός συνάντησιν τῆς ἁρμοδίας Ἐπιτροπῆς τῆς Μεγάλης Τουρκικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἐπί τῆς Συνταγματικῆς Ἀναθεωρήσεως, ἐν τοῖς πλαισίοις τοῦ πρό καιροῦ ἐγκαινιασθέντος-καί ἐπ’ἐσχάτων ἐπιταχυνθέντος- διαλόγου αὐτῆς μετ’ ἐκπροσώπων διαφόρων κοινωνικῶν ὁμάδων καί Μή Κυβερνητικῶν Ὀργανώσεων, ἐπί τῷ σκοπῷ τῆς διατυπώσεως τῶν ἀπόψεων καί ἐκτιμήσεων αὐτῶν ἐπί τῆς σχεδιαζομένης ἵνα προωθηθῇ κατά τό ἀμέσως προσεχές χρονικόν διάστημα ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος τῆς Τουρκικῆς Δημοκρατίας.
Εκ του Οικουμενικού Πατριαρχείου

Μητροπολίτου Προικοννήσου Ιωσήφ: ΓΙΟΡΤΕΣ ΣΤΗ ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑ


Μόλις κυκλοφόρησε από τις φιλόκαλες εκδόσεις Αρχονταρίκι, το βιβλίο του Μητροπολίτου Προικοννήσου Ιωσήφ με τίτλο Γιορτές στη Βασιλεύουσα. Ο συγγραφέας αφιερώνει το πόνημά του στον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο για την 20ετηρίδα της Πατριαρχίας Του, ενώ ο Πατριάρχης με γράμμα Του προλογίζει την έκδοση.
Το βιβλίο είναι μια προσωπική καταγραφή των μεγάλων γιορτών του ενιαυτού στο Φανάρι, όπως τις βίωσε ο Μητροπολίτης Προικοννήσου ως ιεράρχης του Θρόνου και Συνοδικός σε διάστημα τεσσάρων ετών (2007-2011). Άρα το βιωματικό στοιχείο είναι έντονο, και αυτό προσδίδει ιδιαίτερη ζωντάνια στην αφήγηση, χωρίς να λείπουν και οι ιστορικές αναφορές σε εορτασμούς στο Φανάρι στις αρχές του 20ου αιώνα, όπως έχουν καταγραφεί στην περίφημη Εκκλησιαστική Αλήθεια Κωνσταντινουπόλεως. Το χθες και το σήμερα συνοδοιπορούν μ' ένα τρόπο μυστικό και εν πολλοίς ανεξήγητο...
Ο Μητροπολίτης Προικοννήσου διανθίζει την αφήγησή του και με ποιητικά τεχνήματα, γεννήματα των στιγμών, πολλάκις, που ζει με ένταση κατά τις μεγάλες γιορτές στη Βασιλεύουσα.
Το βιβλίο έχει και ένα παράρτημα - ανθολόγιο λόγων εκ Φαναρίου: του Πατριάρχου και των λογίων ιεραρχών του Θρόνου, του αειμνήστου Χαλκηδόνος Μελίτωνος, του Πέργης Ευαγγέλου και του Γέροντος Χαλκηδόνος Αθανασίου.
Εν κατακλείδι έχουμε ένα φωτογραφικό οδοιπορικό - στιγμιότυπα από τον Πατριαρχικό Ναό και την Μονή του Μπαλουκλί - του δημοσιογράφου και φωτογράφου των Πατριαρχείων Νικολάου Μαγγίνα, "στύλου" του ιστολογίου μας Φως Φαναρίου.
Ένα βιβλίο για κάθε αναγνώστη "εραστή της ζωηφόρου παραδόσεως της Βασιλίδος των Πόλεων", όπως σημειώνεται στο Πατριαρχικό Γράμμα.
Π.Α.Α.

2/16/2012

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΒΟΥΛΗ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ


Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος θα εμφανιστεί -άνευ απροόπτου- την ερχόμενη Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου στην ειδική επιτροπή της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης η οποία διαμορφώνει το νέο σύνταγμα και θα παρουσιάσει τις θέσεις όλων των θρησκευτικών μειονοτήτων της Τουρκίας για τις νέες θεσμικές αλλαγές της χωράς. Είναι η πρώτη φορά που το τουρκικό νομοθετικό σώμα θα ακούσει τα σχετικά αιτήματα των χριστιανών, Εβραίων, Ασσυρίων και άλλων μειονοτήτων.
Αρχικά επρόκειτο ο οικουμενικός πατριάρχης να προβάλει τις απόψεις και τα αιτήματα της ελληνορθόδοξης μειονότητας αλλά, ύστερα από συνεννόηση με τις τουρκικές αρχές, κρίθηκε σκόπιμο να είναι ευρύτερου περιεχομένου η παρέμβαση του.
Πληροφορίες τουρκικών πηγών αναφέρουν ότι το «πακέτο παρατηρήσεων και αιτημάτων» του πατριάρχη Βαρθολομαίου περιλαμβάνει ζητήματα σχετικά με τα αρνητικά και υβριστικά σχόλια εναντίον μη μουσουλμάνων που υπάρχουν στα σχολικά βιβλία, θέτει το ζήτημα της μόρφωσης νέων κληρικών όλων των θρησκειών με ιδιαίτερη μνεία στο άνοιγμα της σχολής της Χάλκης και της οικονομικής ενίσχυσης των θρησκευτικών σχολών από το ειδικό κρατικό ταμείο, όπως γινόταν ως το 1974.
Ιδιαίτερα τονίζεται ότι ο πατριάρχης θα ζητήσει να απαλειφθούν ρατσιστικές και άλλες εκφράσεις από την δημόσια εκπαίδευση και την γραφειοκρατία οι οποίες «μοιραία προκαλούν το μίσος και το έγκλημα όπως λ.χ. ότι οι Αρμένιοι και οι Έλληνες έπληξαν την Τουρκία από τα νώτα», λέξεις οι οποίες οδήγησαν και στην δολοφονία του αρμένικης καταγωγής Τούρκου δημοσιογράφου Χραντ Ντινκ τον Ιανουάριο του 2007.
Οι ίδιες πήγες σημειώνουν ότι οι θρησκευτικές κοινότητες ζητούν -και ο πατριάρχης θα τονίσει αυτό το αίτημα- να έχουν το δικαίωμα και οι μη μουσουλμάνοι να καταλαμβάνουν δημόσια αξιώματα στην Τουρκία.

2/15/2012

ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΤΟ 2012


Πόλεις και περιοχές της Μακεδονίας θα επισκεφθεί τον ερχόμενο Μάιο αλλά και τον Οκτώβριο του 2012 ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος.
Συγκεκριμένα ο Πατριάρχης θα επισκεφθεί την Κοζάνη μέσα στο Μάιο προκειμένου να εγκαινιάσει το Επισκοπείο, αλλά και την Καστοριά, προσκεκλημένος του Μητροπολίτη Καστορίας Σεραφείμ.
Την Μητρόπολη Καστορίας θα επισκεφθεί ο Πατριάρχης επ΄ευκαιρία και της αγιοκατατάξεως της Αγίας Γερόντισσας Σοφίας, που ασκήθηκε στο Μοναστήρι της Κλεισούρας. Την Γερόντισσα Σοφία το Οικουμενικό Πατριαρχείο,μετά από απόφαση της Αγίας και Ιεράς Συνόδου, συναρίθμησε στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας και η μνήμη της τιμάται στις 6 Μαΐου, ημέρα της κοιμήσεώς της.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης θα επισκεφθεί επισήμως τις Σέρρες από 20 έως 24 Οκτωβρίου, και συγκεκριμένα του δήμους Σιντικής και Ηράκλειας, μετά από πρόσκληση των εκεί δημάρχων. Τότε ο Πατριάρχης θα τελέσει τα εγκαίνια του νέου καθολικού του Ιερού Ησυχαστηρίου Τιμίου Προδρόμου Ακριτοχωρίου, μετά από πρόσκληση που του απηύθυναν η ηγουμένη Ιακώβη και ο μητροπολίτης Σιδηροκάστρου Μακάριος.
Πρόκειται για έναν μεγαλοπρεπή ναό, μέσα στον οποίο χωρούν 1000 άτομα, που οικοδομήθηκε εξολοκλήρου με τεχνογνωσία του Αγίου Όρους από τη βυζαντινή εποχή. Χωρίς θεμέλια και υπόγεια, χωρίς χρήση μπετόν.
Στις 26 Οκτωβρίου θα βρεθεί στη Σιάτιστα με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από την ανέγερση του Μητροπολιτικού ναού Αγ. Δημητρίου, ο οποίος είχε χτιστεί αρχικά το 1647, κατεδαφίστηκε το 1801 και ξαναχτίστηκε, κάηκε το 1910, για να χτιστεί τον επόμενο χρόνο (1911) με τη σημερινή του μορφή.

2/12/2012

ΕΝΘΡΟΝΙΣΤΗΚΕ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΙΓΚΑΠΟΥΡΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ


Ενθρονίστηκε σήμερα Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2012 ο πρώτος Μητροπολίτης Σιγκαπούρης και Νοτίου Ασίας κ. Κωνσταντίνος.  Πιστοί από πολλές χώρες της Νότιας Ασίας, αλλά και Έλληνες ομογενείς και ταξιδιώτες από την πατρίδα, κατέκλυσαν το Chijmes Hall της Σιγκαπούρης, για να υποδεχθούν το νέο μητροπολίτη.
Στην ενθρόνιση παρέστησαν οι Σεβασμιώτατοι Μητροπολίτες Χονγκ Κονγκ και Νοτιοανατολικής Ασίας κ. Νεκτάριος (ο οποίος προέστη της Θείας Λειτουργίας ως εκπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου), Σάμου κ. Ευσέβιος, Δημητριάδος κ. Ιγνάτιος, Δαρδανελλίων κ. Νικήτας και Κορέας κ. Αμβρόσιος.
Περισσότερες πληροφορίες δείτε εδώ


Από τον ενθρονιστήριο λόγο του Μητροπολίτου Σιγκαπούρης σταχυολογούμε ενδεικτικώς:
Ἀγαπητοί,
Πρίν ἀπό λίγους μῆνες ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, ἐξέλεξε τήν ταπεινότητά μου ὡς πρῶτο Μητροπολίτη Σιγκαπούρης καί δίνοντάς μου τό μεγάλο χάρισμα τῆς ἀποστολικῆς χάριτος τῆς Ἀρχιερωσύνης, μοῦ ἀνέθεσε τήν διαποίμανση τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ πού παροικεῖ στίς χῶρες τῆς Νοτίου Ἀσίας. Σήμερα μέ τήν επίσημη τελετή τῆς ἐνθρονίσεως ἡ Ἐκκλησία μέ καλεῖ νά ἀνέλθω στόν Ἐπισκοπικό θρόνο καί νά ἀναλάβω τήν ἱερή διακονία πού μοῦ ἀνέθεσε.
Ὁ Θεός μέ ἀξίωσε νά διακονήσω τήν Ἐκκλησία του στήν Νοτιοανατολική Ἀσία τά τελευταῖα δεκατρία χρόνια. Πορεύθηκα πάντοτε ἔχοντας συναίσθηση τῆς μεγάλης σημασίας πού ἔχει ἡ ἱερατική διακονία σέ τόπους ὅπου γιά πρώτη φορά κηρύσσεται ὁ λόγος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Προσπάθησα μέ ὅλες μου τίς δυνάμεις νά ἀνταποκριθῶ στό κάλεσμα τῆς Θεϊκῆς Ἀγάπης. Ἀφοσιώθηκα στήν διακονία πού μοῦ ἀνατέθηκε καί ποτέ δεν ὀνειρεύτηκα ἤ ἐπεζήτησα κάτι περισσότερο καί ὑψηλότερο. Ὁ Θεός θέλησε ὅμως νά μέ καλέσει στό ὕψιστο χάρισμα τῆς Ἀρχιερωσύνης καί νά μοῦ ἀναθέσει τήν πνευματική πατρότητα καί τήν προστασία τῆς Ἐκκλησίας του πού παροικεῖ στήν Σιγκαπούρη καί στίς χῶρες τῆς Νοτίου Ἀσίας....
Ἡ Μητρόπολή μας ἀκολουθώντας πιστά τήν παράδοση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου θά εἶναι πάντοτε ἀνοικτή στόν διάλογο. Στόν διάλογο ὄχι μόνο μέ αὐτούς πού τήν γνωρίζουν καί τήν ἀποδέχονται ἀλλά καί μέ αὐτούς πού τήν ἀπορρίπτουν καί τήν ἀμφισβητοῦν. Ἡ Μητρόπολή μας θά διαλέγεται σεμνά, ἐγκάρδια, ἀδελφικά καί θά ἀκούει μέ προσοχή, τά ἐρωτήματα καί τήν ἔκφραση τῶν ποικίλων προβληματισμῶν. Ἡ Ἐκκλησία δέν μιλάει ἀπό ἀπόσταση οὔτε ἀπό ὑπερυψωμένο βάθρο ἐξουσίας. Προσεγγίζει τόν κάθε ἄνθρωπο καί ἀνταποκρίνεται στοργικά ἀνορθώνοντας ῾῾τάς παρειμένας χεῖρας καί τά παραλελυμένα γόνατα῾῾ (Ἑβρ. ιβ´ 12).


Ἡ πολύχρονη διακονία μου στήν Νοτιοανατολική Ἀσία μοῦ δίνει τήν δυνατότητα νά ἔχω σαφῆ ἀντίληψη καί τῶν πολλῶν προβλημάτων πού ἀντιμετωπίζουν οἱ Ὀρθόδοξες Κοινότητες καί τά Φιλανθρωπικά Ἱδρύματά μας. Δέν ὑπάρχουν εὔκολες λύσεις. Χρειάζεται συντονισμένη προσπάθεια ἀπό ὅλους μας ὥστε ἐνωμένοι νά ἐξασφαλίσουμε τήν βιωσιμότητα τῶν ἱδρυμάτων μας καί τῶν φιλανθρωπικῶν προγραμμάτων καί νά στηρίξουμε τίς Κοινότητές μας. Εἴμαστε λίγοι καί τά μέσα πού διαθέτουμε εἶναι πενιχρά ἀλλά δέν πρέπει νά ἀπογοητευόμαστε. Θά ἐργασθοῦμε σύμφωνα μέ τίς ἀνθρώπινες δυνάμεις μας καί θά ἀναθέσουμε τήν ἐλπίδα μας καί τήν ἐμπιστοσύνη μας στόν Σωτήρα μας Χριστό καί στήν πνευματική μας Μητέρα, τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο.
Ἡ Μητρόπολή μας ἀντιμετωπίζει δυστυχῶς καί προβλήματα ἀπό Ὀρθόδοξους Ἀδελφούς οἱ ὁποῖοι παραθεωροῦν τούς Ἱερούς Κανόνες πού θέσπισαν μέ πολλή σοφία οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας καί προσπαθοῦν νά σπείρουν τό μικρόβιο τῶν ἐθνικῶν ἐκκλησιαστικῶν δικαιοδοσιῶν καί στήν Ἀσία. Διασποῦν τήν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδόξου παρουσίας γι᾽ αὐτό καί δέν εἶναι δυνατόν ἡ Μητρόπολή μας νά ἀναγνωρίσει τίς ἀντικανονικές πράξεις τους.
Θά ἤθελα νά δοξολογήσω τόν ἐν Τριάδι προσκυνούμενον Θεόν γιά τίς πολλές καί μεγάλες δωρεές Του πρός την ταπεινότητά μου.

 O Μητροπολίτης Σιγκαπούρης Κωνσταντίνος ευλογεί του παραδοσιακούς Κινεζικούς Λέοντες, που   ήλθαν για να τον καλωσορίσουν στην Μητρόπολή του. 
Ἐκφράζω τήν εὐγνωμοσύνη μου πρός τήν Αὐτοῦ Θειοτάτη Παναγιότητα τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαῖο γιά τήν πατρική του ἀγάπη καθώς καί πρός τά μέλη τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου γιά τήν ἐμπιστοσύνη τους πρός τήν ταπεινότητά μου.
Ολόκληρη την ομιλία του Μητροπολίτου Σιγκαπούρης διαβάστε εδώ
Με πληροφορίες και φωτογραφίες από τη συν-οδοιπορία

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ


Τό ἀπόγευμα τῆς Πέμπτης, 9ης Φεβρουαρίου, ἡ Α. Θ. Παναγιότης, ὁ Πατριάρχης, συνοδευόμενος ὑπό τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ἰκονίου κ. Θεολήπτου, ἀνεχώρησεν ἀεροπορικῶς διά Βασιλείαν Ἑλβετίας, εἰς τήν περιοχήν τῆς ὁποίας θά παραμείνῃ δι’ ὀλιγοήμερον ἀνάπαυσιν, θέλει δέ ἐπιστρέψει, σύν Θεῷ Ἁγίῳ, εἰς τήν ἕδραν Αὐτοῦ, τήν Πέμπτην , 16ην Φεβρουαρίου.
Τήν Α. Θ. Παναγιότητα προέπεμψεν ἐν τῷ ἀεροδρομίῳ τῆς Πόλεως ὁ ὁρισθείς Ἐπίτροπος Αὐτῆς Σεβ. Μητροπολίτης Καλλιουπόλεως καί Μαδύτου κ. Στέφανος, Πρωτοσυγκελλεύων.

Ἡ Α.Θ.Παναγιότης, ὁ Πατριάρχης, ἐξεπροσωπήθη ὑπό τοῦ Θεοφιλ. Ἐπισκόπου Θεουπόλεως κ. Παντελεήμονος, κατά τήν κηδείαν τοῦ ἀειμνήστου Μ. Χαρτοφύλακος τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μ. Ἐκκλησίας Κωνσταντίνου Βαβούσκου, Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ἐκ τοῦ Ἱ. Καθεδρικοῦ Ναοῦ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας Θεσσαλονίκης, τό Σάββατον, 11ην Φεβρουαρίου.

Τό Σάββατον, 11ην ἰδίου, Α. Σεβασμιότης, ὁ Πατριαρχικός Ἐπίτροπος, Μητροπολίτης Καλλιουπόλεως καί Μαδύτου κ. Στέφανος, μετέβη εἰς τήν Κοινοτικήν Αἴθουσαν τοῦ Ἱ. Ναοῦ Παναγίας Βλαχερνῶν καί ἔκαμε χρῆσιν τῆς ψήφου αὐτοῦ διά τήν ἀνάδειξιν νέων Ἐκκλησιαστικῶν Ἐπιτροπῶν Κοινοτήτων Φαναρίου-Κερατίου Κόλπου.

Ἡ Α. Σεβασμιότης, ὁ Πατριαρχικός Ἐπίτροπος, Μητροπολίτης Καλλιουπόλεως καί Μαδύτου κ. Στέφανος, ἐχοροστάτησεν ἐν τῷ Π. Πατριαρχικῷ Ναῷ, κατά τόν Μ. Ἑσπερινόν τοῦ Σαββάτου, 11ης Φεβρουαρίου, καί τήν Θείαν Λειτουργίαν τῆς Κυριακῆς τοῦ Ἀσώτου, 12ης ἰδίου.
Εκ του Οικουμενικού Πατριαρχείου

2/09/2012

Ιωακείμ Γ΄, ο Πατριάρχης του Γένους, της Ρωμιοσύνης, του Ελληνισμού


ΛΑΜΠΡΟ ΠΡΟΤΥΠΟ ΙΕΡΑΡΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΟ ΑΓΩΝΙΣΤΗ

Τα πορίσματα του Επιστημονικού Συνεδρίου με θέμα «Ιωακείμ ο Γ΄ Μεγαλοπρεπής. Ο από Θεσσαλονίκης Οικουμενικός Πατριάρχης και η εποχή του»
Επιμέλεια: Χάρης Ανδρεόπουλος *

Με προτροπή και ευλογία του Οικουμενικού μας Πατριάρχη Κυρίου Κυρίου Βαρθολομαίου, οργανώθηκαν τιμητικές εκδηλώσεις για τη μνήμη του προκατόχου του Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ (1878-1884) (1901-1912) του από Θεσσαλονίκης (1874 – 1878) με αφορμή τη συμπλήρωση 100 ετών από την εκδημία του, την Τρίτη 13 Νοεμβρίου 1912.
Στη Θεσσαλονίκη από τις 3 έως 5 Φεβρουαρίου 2012 πραγματοποιήθηκε Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα «Ιωακείμ ο Μεγαλοπρεπής. Ο από Θεσσαλονίκης Οικουμενικός Πατριάρχης και η εποχή του». Είχε προηγηθεί με πατριαρχική προτροπή συνάντηση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου κ. κ. Ανδρέα Νανάκη, με τον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κ. Άνθιμο και με το Δήμαρχο της πόλης κ. Γιάννη Μπουτάρη. Συμφωνήθηκε ότι το 2012 με τη συμπλήρωση 100 χρόνων από την εκδημία του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ θα λάβουν χώρα τιμητικές για τη μνήμη του εκδηλώσεις. Η Φιλόπτωχος Αδελφότης Ανδρών Θεσσαλονίκης με τον δραστήριο με τον δραστήριο πρόεδρό της καθηγητή κ. Θεόδωρο Δαρδαβέση, επωμίσθηκε το βάρος του εγχειρήματος της διοργάνωσης του τριήμερου συνεδρίου, σε συνεργασία με το Δήμο Θεσσαλονίκης και την υποστήριξη του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κ. Ανθίμου, του Μητροπολίτη Τυρολόης και Σερεντίου κ. Παντελεήμονα, ηγουμένου της Ιεράς Βασιλικής και Σταυροπηγιακής Μονής Βλατάδων, ομότιμου καθηγητή της Θεολογικής Σχολής και του Μητροπολίτη Αρκαλοχωρίου καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Το συνέδριο με απόφαση της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου τέθηκε υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριάρχου Κυρίου Κυρίου Βαρθολομαίου και του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ορίστηκαν οι επιτροπές του συνεδρίου (τιμητική, επιστημονική και οργανωτική), οι οποίες καθόρισαν τους χώρους και το χρόνο διεξαγωγής του συνεδρίου, τη θεματολογία, το συντονισμό των συνεδριών και τους εισηγητές.

Η τελετή έναρξης του συνεδρίου πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012 στην αίθουσα διαλέξεων της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. Προσφωνήσεις απηύθυναν ο Αναπληρωτής Καθηγητής Ιατρικής και Πρόεδρος της Φιλοπτώχου Αδελφότητος κ. Θεόδωρος Δαρδαβέσης και ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης κ. Ιωάννη Μπουτάρης, ενώ χαιρετισμούς ο κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής κ. Μιχαήλ Τρίτος και της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. κ. Μιλτιάδης Παπανικολάου. Την κήρυξη έναρξης του συνεδρίου τέλεσε ως εκπρόσωπος της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχου Κυρίου Κυρίου Βαρθολομαίου, Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. Άνθιμος.

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΦΡΟΝΗΜΑ ΑΠΑΡΑΜΙΛΛΟ
Την επίσημη εισαγωγική ομιλία εκφώνησε ο καθηγητής της Εκκλησιαστικής Ιστορίας Μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου κ. Ανδρέας Νανάκης με τίτλο «Ο Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄: επισκόπηση και αιτούμενα της πορείας του και της εποχής του». Ο Μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου με την μεστή ομιλία του περιέγραψε την μεγάλη εκκλησιαστική προσωπικότητα, του από Θεσσαλονίκης Οικουμενικού Πατριάρχου Ιωακείμ του Γ΄ και το έργο που προσέφερε στη διάρκεια των δύο θητειών του στον οικουμενικό θρόνο (1878 – 1884 και 1901 – 1912) προκειμένου να καταστήσει το Πατριαρχείο σημείο αναφοράς και κέντρο της ορθόδοξης οικουμένης. Παράλληλα ανέδειξε το πολυσχιδές έργο προσφοράς στη Ρωμιοσύνη και το απαράμιλλο εκκλησιαστικό φρόνημα του Ιωακείμ Γ΄, του Πατριάρχη που, όπως τονίσθηκε από τον ομιλητή, «αγαπήθηκε μέχρι λατρείας από το Γένος μας».
Ακολούθησε μουσικό πρόγραμμα από τη χορωδία της Θεολογικής Σχολής υπό τη διεύθυνση του Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. αιδεσιμολογιοτάτου κ. Σπυρίδωνος Αντωνίου.
Τις επόμενες δύο ημέρες, Σάββατο και Κυριακή 4 και 5 Φεβρουαρίου πραγματοποιήθηκαν, στην αίθουσα εκδηλώσεων, οδού Αγίας Σοφίας 4, στον 4ο όροφο, της Φιλοπτώχου Αδελφότητος Ανδρών Θεσσαλονίκης 6 συνεδρίες με συντονιστή τον Πρόεδρο της καθηγητή κ,. Δαρδαβέση. Σε αυτές μίλησαν 22 επιστήμονες, παλαιότεροι και νεότεροι, ομότιμοι και τακτικοί καθηγητές Πανεπιστημιακών Σχολών, κάτοχοι διδακτορικών τίτλων και υποψήφιοι διδάκτορες, κληρικοί, λαϊκοί και μοναχοί, όλοι τους ερευνητές διαφόρων θεμάτων της πολυδιάστατης προσωπικότητας και της πολύπλευρης δράσης του Ιωακείμ Γ΄. Το Σάββατο 5 Φεβρουαρίου, η πρώτη συνεδρία προσανατολίστηκε στην περίοδο της αρχιερατείας του Ιωακείμ στη Θεσσαλονίκη και ασχολήθηκε με τις κοινοτικές διενέξεις, το ενδιαφέρον του Ιωακείμ για τη Μονή Μακρυρράχης, την ορθόδοξη κοινότητα και τη συμβολή του στην ίδρυση του πρώτου νεκροταφείου της πόλης. Στη δεύτερη συνεδρία εξετάστηκαν οι σχέσεις οικουμενισμού –εθνικισμού, η δράση και η ιδεολογία του Ιωακείμ μέσα από την αλληλογραφία του με Μητροπολίτες Θεσσαλονίκης κατά τη Β΄ πατριαρχία, και η ορθόδοξη οικουμένη την εποχή των εθνικισμών. Στην τρίτη συνεδρία, αφιερωμένη στην παιδεία, καταδείχτηκε η μέριμνα του Ιωακείμ για την εκκλησιαστική εκπαίδευση μέσα από ανέκδοτες επιστολές και εγκυκλίους της α΄ πατριαρχίας (1878-1884) και το καθοριστικό ρόλο του στην παιδεία του Γένους.



ΕΙΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ
Το πρωί της Κυριακής τελέστηκε μετά από πολυαρχιερατική Θεία Λειτουργία αρχιερατικό μνημόσυνο του αοιδίμου Οικουμενικού Πατριάρχου κυρού Ιωακείμ Γ΄, του από Θεσσαλονίκης, στον Ιερό Καθεδρικό Ναό της του Θεού Σοφίας χοροστατούντος του Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κ. Ανθίμου, του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καβάσων (εκ του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας) κ. Φιλήμονος, του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου κ. Ανδρέα, του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λαγκαδά, Λητής και Ρεντίνης κ. Ιωάννη και των Θεοφιλεστάτων Επισκόπων Θεουπόλεως κ. Παντελεήμονος και Θερμών κ. Δημητρίου.



Μετά το πέρας του μνημοσύνου συνεχίστηκαν οι εργασίες του συνεδρίου. Στην τέταρτη συνεδρία παρουσιάστηκε ανέκδοτη αλληλογραφία του από την Ιερά Μονή Ιβήρων και το νομοκανονικό του έργο. Στην πέμπτη συνεδρία εξετάστηκε το ζήτημα της άρσης του βουλγαρικού σχίσματος, οι σχέσεις του Ιωακείμ με την αδελφότητα των Ελλήνων της Βενετίας και ο τρόπος αντιμετώπισης από τον Πατριάρχη της ρουμανικής προπαγάνδας. Στην έκτη και τελευταία συνεδρία συζητήθηκε η υποψηφιότητα του πρώην Κωνσταντινουπόλεως Ιωακείμ για τον Πατριαρχικό Θρόνο της Αλεξανδρείας, οι προσπάθειές του για τη διευθέτηση του Αρχιεπισκοπικού ζητήματος της Κύπρου και η σύγχρονη διάσταση της εκκλησιαστικής πολιτικής του.

ΑΝΕΓΕΡΣΗ ΑΔΡΙΑΝΤΑ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Το τέταρτο μέρος του συνεδρίου εκτυλίχτηκε στην Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Βλατάδων. Στο Καθολικό της Μονής τελέστηκε Μέγας Αρχιερατικός Εσπερινός, συγχοροστατούντων των Σεβασμιωτάτων Αρκαλοχωρίου κ. Ανδρέα και Λαγκαδά, Λητής και Ρεντίνης κ. Ιωάννου. Στη συνέχεια στο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Πατερικών Μελετών, μετά την ανάγνωση των συμπερασμάτων κηρύχθηκε η λήξη του Συνεδρίου, από τον Σεβασμιώτατο Αρκαλοχωρίου κ. Ανδρέα, τον Διευθυντή του Ιδρύματος Πατερικών Μελετών κ. Γεώργιο Μαρτσέλο, Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής και από τον καθηγητή κ. Θεόδωρο Δαρδαβέση, Πρόεδρο της Φιλοπτώχου Αδελφότητος Ανδρών Θεσσαλονίκης, η οποία θα αναλάβει την έκδοση των πρακτικών του Συνεδρίου και θα παρουσιαστούν το Νοέμβριο, μήνα εκδημίας του Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄. Επίσης αποφασίστηκε, σε συνεργασία με το Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κ. Άνθιμο, το Δήμαρχο κ. Γιάννη Μπουτάρη και άλλους αρμόδιους φορείς να συνεχιστούν οι ενέργειες για την ανέγερση του αδριάντα του Ιωακείμ Γ΄.

Μέσα από αυτό το επιστημονικό συνέδριο καταδείχτηκε η πολυσχιδής προσωπικότητα του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιωακείμ Γ’ του από Θεσσαλονίκης, η δράση του και οι πρωτοβουλίες του σε διάφορα εκκλησιαστικά ζητήματα της εθναρχίας, σε εθνικά και κοινωνικά θέματα ανακύψαντα κατά την εποχή του. Μια εποχή μετάβασης από το σχήμα των αυτοκρατοριών στο κράτος – έθνος στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα. Η εποχή που μελετήθηκε στο Συνέδριο θυμίζει τη δική μας μετάβαση από τον 20ο στον 21ο αιώνα και το πέρασμα από το εθνικό κράτος στην παγκοσμιοποίηση και την κοινωνία των πολιτών. Σε μια εποχή βομβαρδισμένη από άπειρες πληροφορίες και με έλλειψη προτύπων προς μίμηση ο Ιωακείμ Γ΄ αγωνιζόμενος μέχρι τελευταίας πνοής για τα δίκαια του Γένους μας, της Ρωμιοσύνης, του Ελληνισμού, αποτελεί εν μέσω των πολλών και ποικίλων δοκιμασιών μας, λαμπρό πρότυπο και μεγάλο σύμβολο.

* O Xάρης Ανδρεόπουλος είναι καθηγητής (ΠΕ01) B/θμιας Εκπαίδευσης, υπ. Δρ. του Τμήματος Θεολογίας του AΠΘ, και δημοσιογράφος – συνεργάτης της εφημ. “Eλευθερία” της Λάρισας και της πύλης εκκλησιαστικών ειδήσεων “Amen.gr”

Ο Πατριάρχης Iωακείμ Γ΄: Επισκόπηση και αιτούμενα της πορείας και της εποχής του
Καθηγητή Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης

Πριν εκατό χρόνια, το Νοέμβριο του 1912, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄  αναχωρούσε από τον πρόσκαιρο αυτό κόσμο  για τον άλλο κόσμο, τον αιώνιο και παντοτινό. Ο Ιωακείμ είχε ξεκινήσει  την πορεία της ζωής του από το Βαφεοχώρι, τη γενέτειρά του, με έμφυτη αγάπη, κλήση και κλίση για την Εκκλησία. Τα χαρίσματά του, με την ευλογία του Θεού, τον αξίωσαν να έχει  δυσεύρετη και μεγάλη εκκλησιαστική προσφορά και διακονία. Υπήρξε  πρόσωπο με βαθύτατο εκκλησιαστικό φρόνημα, τον διέκρινε όμως παράλληλα και διορατικότητα και ενόραση, χάρη στην οποία προσλάμβανε τα γενόμενα και τις εξελίξεις που κυοφορούσε το αύριο και το μέλλον. Έθεσε στη διακονία της Εκκλησίας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου την ύπαρξή του, με τα πάμπολλα χαρίσματά του. Είναι όμως πολύ χαρακτηριστικό, και ιδιαίτερα επίκαιρο για τις ημέρες που ζούμε, το υπό του Μανουήλ Γεδεών για τον Ιωακείμ σημειούμενο: «Καίπερ δε φρονών ότι το καθ' ημάς χάος ου διαρρυθμίζεται, δυστυχώς ηθέλησε ν' αναλάβη ευθύς την εφ' ολοκλήρου διαρρύθμισιν αυτού».


Συμπληρώνονται εφέτος εκατό χρόνια από την εις Κύριον εκδημία του Ιωακείμ. Ο Πατριάρχης Σωφρόνιος εξέλεξε και χειροτόνησε τριακονταετή, το 1864, τον Ιωακείμ Μητροπολίτη Βάρνας. Στα ελληνόφωνα παράλια, με τη σλαβόφωνη ενδοχώρα της μητρόπολής του, ο Ιωακείμ εργάστηκε και δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την ειρηνική συνύπαρξη, συμπόρευση και συμβίωση των ορθόδοξων χριστιανών με τις άλλες κοινότητες, μακριά από γλωσσικές ή άλλες διακρίσεις. Άλλωστε το 1864 ο βουλγαρικός εθνικισμός είχε βραχύ τον βίο του, η Εξαρχία, ο ιδεολογικός πυρήνας δηλαδή του βουλγαρικού εθνικισμού, ο οποίος ξεκίνησε τη δημιουργία του κράτους, δεν είχε ακόμα ανδρωθεί και ο Ιωακείμ, όπως και σε όλη τη διάρκεια της πρώτης του πατριαρχίας (1878-1884), πιστεύει, οραματίζεται, εργάζεται και ζει για τη δόξα και το μεγαλείο του ορθόδοξου οικουμενισμού, του ορθόδοξου Γένους και της Ρωμιοσύνης, ελληνόφωνης, δίγλωσσης η πολύγλωσσης, εν μέσω πολυφώνων κοινοτήτων με κέντρο την Κωνσταντινούπολη και σημείο αναφοράς το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Ο Ιωακείμ ακολουθεί τη, για αιώνες, δοκιμασμένη εκκλησιαστική πρακτική και τακτική του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπως ο ίδιος την είχε γνωρίσει, βιώσει και ενστερνιστεί στην πορεία της ζωής του. Γεννημένος στο Βαφεοχώρι του Βοσπόρου στις 18 Ιανουαρίου του 1834, στα παιδικά του χρόνια τον αναλαμβάνει υπό την προστασία του ο εφημέριος της γενέτειράς του,  ιερομόναχος Χρύσανθος Ρύσιος. Μεταβαίνει με το γέροντά του Χρύσανθο, για μικρό διάστημα, στη Μονή Παντοκράτορος στο ’γιον  Όρος και το 1848 επιστρέφουν στην Κωνσταντινούπολη. Μετά από λίγο, αφού εξεδήμησε ο γέροντας, διέμεινε πλησίον του Σάμου Γρηγορίου και στη συνέχεια, με πρόταση του Κυζίκου Ιωακείμ, βρίσκεται με τον Πωγωνιανής Αγάπιο, μετά του οποίου μετέβη στο Βουκουρέστι, αρχές του 1849. Διάκονος χειροτονήθηκε τον Αύγουστο του 1852, στο μετόχι των γραικών, από τον διαδεχθέντα τον Αγάπιο, Πωγωνιανής Νίκανδρο.
Το 1854 μεταβαίνει στη Βιέννη, ως διάκονος στους ναούς του Αγίου Γεωργίου και της Αγίας Τριάδος. Τον Οκτώβριο του 1860 Πατριάρχης εξελέγη, για πρώτη φορά κατά τους Γενικούς Κανονισμούς, ο γέροντάς του, Ιωακείμ Β΄, ο από Κυζίκου. Ο διάκονος Ιωακείμ Δεβετζής ή Δημητριάδης επιστρέφει στην Κωνσταντινούπολη και διορίζεται το Νοέμβρη του 1860 δευτερεύων πατριαρχικός διάκονος. Χειροτονείται από τον Πατριάρχη πρεσβύτερος, προχειρίζεται σε Αρχιμανδρίτη και διορίζεται το Μάρτιο του 1863 Μέγας Πρωτοσύγκελλος. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους ο Πατριάρχης Ιωακείμ Β΄  παραιτείται για λόγους υγείας, ο δε Ιωακείμ αναχωρεί από την πρωτοσυγκελλία και το 1864 εκλέγεται όπως είπαμε Μητροπολίτης Βάρνας.
Η Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, δέκα χρόνια αργότερα, εξέλεξε, το 1874, στις 9 Ιανουαρίου, Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης τον από Βάρνας Ιωακείμ. Πατριάρχης στην εκλογή αυτή ήταν ο γέροντάς του, ο Ιωακείμ Β΄, κατά τη δεύτερή του πατριαρχία (1873-1878).
Ο Ιωακείμ αρχιερατεύει από το 1874 έως το 1878 στη Θεσσαλονίκη. Είναι ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης της ορθόδοξης κοινότητας, ελληνόφωνης σχεδόν στο σύνολό της, την οποία ειρηνεύει, μετά τις κοινοτικές διενέξεις που ξέσπασαν με τον προκάτοχό του Νεόφυτο, ο οποίος αποχώρησε από τη Θεσσαλονίκη. Ο  Καθηγητής Παναγιωτίδης γράφει στη Θεσσαλονίκη: «εύρον ευρύτερον στάδιον αναδείξεως αι κοσμούσαι Αυτόν μεγάλαι αρεταί: η σύνεσις και η διορατικότης, η δραστηριότης και η μεγαλοπραγμοσύνη, η αγαθότης και η φιλανθρωπία, δια των οποίων εδικαίωσε τας ελπίδας της Εκκλησίας και επεβλήθη εις την εκτίμησιν του έθνους Του».
Είναι ο πρόεδρος της Δημογεροντίας. Διευθετεί τα εκκλησιαστικά, τα εκπαιδευτικά -στα οποία για την αρχιερατεία του Ιωακείμ στη Θεσσαλονίκη υποβλήθηκε στη  Σχολή μας διδακτορική διατριβή - διευθετεί επίσης τα κοινωνικά ζητήματα και προβλήματα της ορθόδοξης κοινότητας.
Οι δικαιοδοσίες του απορρέουν από τα προνόμια του Πορθητή, αλλά και από τα δικαιώματα των Τανζιμάτ (μεταρρυθμίσεων) και των Γενικών Κανονισμών. Αρχιερατεύει σε μια εποχή, όπου χάρη στις διομολογήσεις οι πρόξενοι έχουν προνομιακή θέση στην αυτοκρατορία. Ο Χατζηλαζάρου, ελληνορθόδοξος με φιλελεύθερες απόψεις, ήταν ο Αμερικανός πρόξενος στη Θεσσαλονίκη. Εξελληνισμένος Άγγλος, ορθόδοξος, μετριοπαθής αριστοκράτης ήταν ο Άμποτ, Γερμανός πρόξενος της πόλης, ενώ ο Μωϋσής Αλλατίνι ήταν Εβραίος επιχειρηματίας  με ιταλική υπηκοότητα και μεγάλη φιλανθρωπική δραστηριότητα.
Ο Ιωακείμ, μετά τη Βάρνα, αρχιερατεύει στη Θεσσαλονίκη των μιλετιών, των λαών, των θρησκειών και των πολιτισμών, όπου συνυπάρχουν οι ορθόδοξοι ναοί με τις συναγωγές και τα τζαμιά, οι Εβραίοι με τους χριστιανούς -ελληνόφωνους στην απόλυτη πλειοψηφία- και με τους μουσουλμάνους. Η καθημερινότητα μιας τέτοιας εικόνας με αντιθέσεις, αντιπαλότητες, αλλά και με ειρηνικές και φιλικές συνυπάρξεις και συμπορεύσεις, μέσα στο χρόνο που ερχόταν και έφευγε, δεν ήταν άγνωστη στον κωνσταντινουπολίτη μητροπολίτη.
Είχε το προνόμιο να γνωρίσει την Κωνσταντινούπολη και τη Θεσσαλονίκη των δύο αυτοκρατοριών, της βυζαντινής και της Οθωμανικής. Όπως στην Πόλη έτσι και στη συμβασιλεύουσά της, τη Θεσσαλονίκη, ήταν κυρίαρχη και ζωντανή η βυζαντινή παράδοση με τους ορθόδοξους ναούς. Ο Άγιος Δημήτριος έχει από το 1490 μετατραπεί στο Κασιμιέ τζαμί, όμως και οι μουσουλμάνοι τιμούσαν τον τάφο του Αγίου και μιλούσαν για τα θαύματα του Αγίου Δημητρίου, όπως μέχρι σήμερα γίνεται με τον Άγιο Γεώργιο στα Πριγκηπόννησα.
Από το 1835 είχε εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη και ο πρώτος Έλληνας πρόξενος. Το 1873 έχομε σιδηροδρομική σύνδεση της Θεσσαλονίκης με την Ευρώπη, γεγονός που δίνει οικονομική ανάπτυξη στην πόλη, αλλά και τη συνδέει στενότατα με τα ιδεολογικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δρώμενα και τις εξελίξεις της Ευρώπης.
Στις 15 Μαΐου 1875 θα εκδοθεί στη Θεσσαλονίκη από το Σοφοκλή Γκαρπολά ο «Ερμής», η πρώτη ελληνική εφημερίδα, η οποία από το 1881  θα κυκλοφορεί ως «Φάρος της Μακεδονίας».
Ένα τραγικό συμβάν, το χειρότερο της αρχιερατείας του Ιωακείμ στη Θεσσαλονίκη, ήταν η σφαγή των προξένων. Στις 6 Μαΐου του 1876 η Στεφάνα, χριστιανή, έφθασε από το χωριό της στη Θεσσαλονίκη σκεπασμένη με μαντίλα. Η κάλυψη του προσώπου με μαντίλα δήλωνε τον εξισλαμισμό της. Η μάνα της με μερικούς χριστιανούς την συνάντησαν στο σταθμό του τρένου και η κοπέλα έβγαλε τη μαντίλα, γεγονός προσβλητικό για τους μουσουλμάνους.
Οι φανατικοί μουσουλμάνοι δημιούργησαν ένταση και οι πρόξενοι, που μετέβαιναν για το θέμα σε συνάντηση με τον πασά, συνελήφθησαν από τους φανατικούς, τους έκλεισαν σε δωμάτιο κοντά στο τζαμί και παρόλες τις προσπάθειες της φρουράς του πασά, δέχθηκαν στο δωμάτιο επίθεση μουσουλμάνων με σιδηρολοστούς, με καρέκλες και φονεύθηκαν. Πολεμικά πλοία των Μεγάλων Δυνάμεων έπλευσαν στην πόλη και από την Κωνσταντινούπολη ήλθε εντολή να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι. Έξι από τους πρωταίτιους, στις 17 Μαΐου, απαγχονίστηκαν δημοσίως στα τείχη. Το γεγονός, βίαιο και τραγικό, δηλώνει τη δυσκολία και τα προβλήματα στην εφαρμογή των Τανζιμάτ και των μεταρρυθμίσεων  από τις αντιδράσεις των ακραίων μουσουλμάνων, που έβλεπαν ότι κλονιζόταν η παντοδυναμία τους.
Αρχιερατεύοντος του Ιωακείμ, το Μάρτιο του 1878, ο πληθυσμός της πόλης με στατιστική της δημαρχίας, αριθμούσε τους 53.926 κατοίκους. 
Τα κύρια μιλέτια των αυτόχθονων κατοίκων της Θεσσαλονίκης, οι θρησκευτικές δηλαδή κοινότητες, ήταν οι Ισραηλίτες 46.798, οι Μουσουλμάνοι 24.129 και οι Ορθόδοξοι κατ' απόλυτη πλειοψηφία ελληνόφωνοι 10.613. Κατοικούσαν βέβαια και πολλές μικρότερες πληθυσμιακές κοινότητες καθολικών, Αρμενίων, Σύρων, προτεσταντών, λατίνων, τσιγγάνων, βλάχων.
Όταν ο Ιωακείμ, το 1874, ενθρονίζεται στη Θεσσαλονίκη είχε παρέλθει μισός και πλέον αιώνας από την οδύνη και τις σφαγές της επανάστασης του 1821. Τότε, το Μάιο στη Θεσσαλονίκη, ο Γιουσούφ Μπέης: «είχε απαιτήσει ομήρους, και περισσότεροι από τετρακόσιοι Χριστιανοί από τους οποίους οι εκατό ήταν Αγιορείτες μοναχοί- κρατούνταν στο παλάτι του. Όλους, φυσικά, τους έδερναν και τους κακομεταχειρίζονταν ορισμένους μάλιστα τους σκότωναν».  Συνεχίζοντας την περιγραφή των βιαιοτήτων και των σφαγών προς το Σουλτάνο Μαχμούτ Β΄ (1808-1839), ο Χαϊρουλάχ Μεχμέτ Αγάς, μουλάς της Θεσσαλονίκης, ο οποίος κατηγορήθηκε ως φιλορθόδοξος και βρέθηκε για κάποιο διάστημα στη φυλακή μαζί με τον Αριστείδη Παπά, το Νικόλα Εφέντη και άλλους επαναστάτες γράφει: «Η Θεσσαλονίκη, η όμορφη αυτή πόλη, που λάμπει σαν το σμαράγδι πάνω στο τιμημένο Σου στέμμα, μετατράπηκε σ' ένα απέραντο σφαγείο». Ο ίδιος ο μητροπολίτης ρίχτηκε στα σίδερα μαζί με άλλους κορυφαίους προκρίτους· τους βασάνισαν και τους εκτέλεσαν.... Μονάχα ο δερβίσικος τεκές –που οι μύστες του διατηρούσαν ανέκαθεν στενούς δεσμούς με τους Έλληνες μοναχούς- πρόσφερε άσυλο στους Χριστιανούς. 
Το 1874, όταν ο Ιωακείμ Γ΄  εγκαθίσταται στη Θεσσαλονίκη, έχουν παρέλθει σχεδόν δύο γενιές από την τραγικότητα των σφαγών του 1821. Τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών είναι σαν να ζούμε στην ελληνική κοινωνία του 2002, πενήντα τρία χρόνια μετά το τέλος (1949) του εμφύλιου πολέμου.
Ο Ιωακείμ, ως μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, εργάστηκε πιστός στις απόψεις που πρέσβευε μέχρι και το τέλος της πρώτης του πατριαρχίας, προκειμένου να διασώσει την ενότητα της αυτοκρατορίας και να προαγάγει παραπέρα την κοινωνική, πνευματική και οικονομική προκοπή του ορθόδοξου μιλετιού, σε συνεργασία και ειρηνική συνύπαρξη με τις άλλες θρησκευτικές κοινότητες, ως εκφραστής των μεταρρυθμίσεων και των Γενικών Κανονισμών.               
Εξέλεξε και χειροτόνησε το 1875, στην  επισκοπική Σύνοδο της Θεσσαλονίκης, τον  Ιερισσού Αμβρόσιο, τον μετέπειτα Πλαταμώνος και τον Κίτρους Νικόλαο, εκτιμώντας το δυναμισμό και την αποφασιστικότητά τους. Όμως, τελικά αμφισβήτησαν την Οθωμανική νομιμότητα και στράφηκαν εναντίον της, με  τη συμμετοχή τους στην 
επανάσταση του 1878. Γαλουχημένοι ο Αμβρόσιος και ο Νικόλαος στην εθναρχική πραγματικότητα της αυτοκρατορίας, την υπερβαίνουν, προηγούνται των μακεδονομάχων αρχιερέων, στην έκφραση του εθνικού φρονήματος και γίνονται πρωτοπόροι της εθνικής ιδέας στο χώρο της ελληνικής Εκκλησίας. Ο Ιωακείμ, εκουσίως ή ακουσίως, εργαζόταν για τη συνέχεια  της αυτοκρατορίας. Στην πορεία του αυτή, βέβαια, μόνο μόνος του που δεν ήταν.  Η ιστορία του Ελληνικού Έθνους αναφέρεται στις απόψεις του Ζαρίφη, προσωπικού τραπεζίτη του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ, που προωθούσε, κατά το πρότυπο της Αυστροουγγαρίας, μια νέα αυτοκρατορία Ελλάδας και Τουρκίας. Ο Ζαρίφης βοήθησε καθοριστικά στην εκλογή του Ιωακείμ στον Οικουμενικό Θρόνο. Παρόμοιες απόψεις, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, υπό την επήρεια του αντισλαβισμού, εξέφρασε και  ο Ίωνας Δραγούμης, ο οποίος  προσδοκούσε, μέσα από αυτό το σχήμα, να διαφυλαχθεί και να συνεχιστεί η  διαβίωση του ελληνισμού  από  τις κοινότητές  του στο βαλκανικό και μικρασιατικό χώρο. Η προοπτική του Πατριάρχη Ιωακείμ συναντάται με τους οραματισμούς του Ρήγα Φεραίου, αλλά και των φαναριωτών, μέσα όμως από διαφορετικές πρακτικές.
Από τη Θεσσαλονίκη ο Ιωακείμ αναχωρεί για την Κωνσταντινούπολη, μετά την εκλογή του στον Οικουμενικό Θρόνο. Στην πρώτη του πατριαρχία (1878-1884) ο Ιωακείμ ανακαίνισε τον πατριαρχικό οίκο, ο οποίος διατηρήθηκε ως την πυρκαγιά του 1941, για να ανοικοδομηθεί το 1990, ανασύστησε το τυπογραφείο και άρχισε την έκδοση της «Εκκλησιαστικής Αλήθειας» ίδρυσε σχολή εκκλησιαστικής μουσικής, οικοδόμησε λαμπρό κτίριο  στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, το οποίο εγκαινίασε στις 14 Σεπτεμβρίου 1882, ανασύστησε στη Χάλκη την ιερατική σχολή που λειτουργούσε στο Μουχλί, οικοδόμησε τη Μεγάλη του Γένους Σχολή, συνέστησε τη φιλανθρωπική και φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα, προκειμένου να ενισχύσει τα χριστιανικά σχολεία, που λειτουργούσαν στις επαρχίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου και  να ιδρύσει νέα. Ίδρυσε το 1882 τη σχολή εκκλησιαστικής μουσικής. Ανήγειρε φρενοκομείο, ίδρυσε γηροκομείο για κληρικούς στη νήσο Πρώτη, έστειλε στο εξωτερικό για σπουδές νέους κληρικούς και τέλος προσπάθησε να αναθεωρήσει τους Γενικούς Κανονισμούς.  Με τον Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο του 1882 παραχώρησε στην αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος τις επαρχίες της Θεσσαλίας, η οποία ενσωματώθηκε στην Ελλάδα το 1881, μετά τη συνθήκη του Βερολίνου το 1878. Το 1879 αναγνώρισε αυτοκέφαλη την Εκκλησία της Σερβίας.
Κατά την πρώτη του πατριαρχία ο Ιωακείμ έζησε με το όραμα της ενότητας του Ορθόδοξου κόσμου, μέσα από τη συνύπαρξη και συνεργασία όλων των ορθοδόξων, στο πλαίσιο μιας ορθόδοξης κοινοπολιτείας, όπου ο Οικουμενικός Θρόνος θα είχε καθοριστικό ρόλο και λόγο, γι' αυτό και δημιούργησε καλές σχέσεις με τους Ρώσους, εξ αιτίας των οποίων και κατηγορήθηκε ως ρωσόφιλος, ενώ στο Πατριαρχείο υπήρχε μερίδα ρωσόφιλων αρχιερέων. Είναι δε χαρακτηριστικό το γεγονός ότι σε αντιδιαστολή προς την Αθήνα, πρωτεύουσα του ελεύθερου κράτους, με μεγάλη την επιρροή των δυτικών δυνάμεων, στην Κωνσταντινούπολη και το Πατριαρχείο τότε,  η Ρωσία ασκούσε τη δική της επιρροή.
Στο τέλος του 1883 προέκυψε το προνομιακό ζήτημα. Ο Ιωακείμ αντιμετώπισε την πρώτη φάση του προνομιακού ζητήματος (1883-1884). Ο Σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ Β'  θέλησε να περιορίσει τα προνόμια με τα οποία οργάνωναν τη ζωή τους οι χριστιανοί μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία. 
Ο Πατριάρχης, με τους κατά τόπους επισκόπους και τους λαϊκούς δημογέροντες, είχαν την ευθύνη των σχολείων, της κοινωνικής πρόνοιας, των ορφανοτροφείων, των γηροκομείων, των πτωχοκομείων, της τακτοποίησης των κληρονομικών υποθέσεων, των διαζυγίων και άλλων θεμάτων που αφορούσαν τους ορθόδοξους χριστιανούς.
Ο Πατριάρχης αντέδρασε σθεναρά στην προσπάθεια του περιορισμού των προνομίων και υπέβαλε την παραίτησή του το Μάρτιο του 1884. Μάλιστα για να ασκήσει ποικίλες πιέσεις στην Πύλη ο Πατριάρχης παραιτήθηκε τρεις φορές. Στο διάστημα αυτό είχε προσωπικές επαφές με εκπροσώπους του σουλτάνου, προκειμένου να βρεθεί τρόπος διευθέτησης της διαφοράς, γι' αυτό και κατηγορήθηκε από μερίδα συνοδικών αρχιερέων, αλλά και από κάποιους δημοσιογράφους της Πόλης, με επικεφαλής τον αρχισυντάκτη του «Νεολόγου» Βουτυρά, ο οποίος σταθερά επέκρινε τον Ιωακείμ και το έργο του. Ίσως βέβαια αν άφηναν τον Ιωακείμ να διευθετούσε, έστω και σε ιδιωτική κατ' αρχήν βάση, το προνομιακό ζήτημα, η Πύλη να μην επανερχόταν το 1890 επί Πατριάρχη Διονυσίου του Ε΄, με τη δεύτερη φάση του προνομιακού ζητήματος.
Στη διάσταση του Ιωακείμ με την Πύλη, ήλθε να προστεθεί και η στάση της  κυβέρνησης Τρικούπη, η οποία αδυνατούσε να κατανοήσει τον ευρύτερο, διορθόδοξο και οικουμενικό χαρακτήρα του Πατριαρχείου.
Ο Τρικούπης προσλάμβανε το Πατριαρχείο ως μέσον για άσκηση αθηνοκεντρικής πολιτικής, ως εθνοποιητικό μηχανισμό για τους ομογενείς μας στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Γι' αυτό ζητούσε, τόσο από τον Πατριάρχη, όσο και από τους αρχιερείς, να ενεργούν ως αποδέκτες των υποδείξεων και εντολών της ελληνικής κυβέρνησης. Αντιμετώπιζε τους ιεράρχες, περίπου, ως πρόξενους, ως υπηρεσία του ελληνικού υπουργείου εξωτερικών, παραλλήλιζε δηλαδή η κυβέρνηση της Αθήνας τη θέση και σχέση των ιεραρχών, με εκείνη των Ελλήνων πρόξενων, και ζητούσε να συστοιχίζονται σύμφωνα με τις προτροπές και υποδείξεις του εθνικού κέντρου της Αθήνας.
Διαφορετική όμως υπήρξε η άποψη του Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄. Πίστευε στο Πατριαρχείο, ως κέντρο της ορθόδοξης οικουμένης. Ήθελε να έχει καθοριστικό λόγο στην άσκηση των εκκλησιαστικών αρμοδιοτήτων και στη χάραξη της εκκλησιαστικής του αποστολής.
Εξ αιτίας του προνομιακού ζητήματος και των σχέσεών του με την ελληνική κυβέρνηση, ο Ιωακείμ, στις 30 Μαρτίου 1884 παραιτήθηκε οριστικά από το Θρόνο. Μετά την παραίτησή του έμεινε στο Βαφεοχώρι, στη συνέχεια μετέβη το 1887 στα Ιεροσόλυμα, στην Αντιόχεια και στην Αλεξάνδρεια και το 1889 αναχώρησε για το ’γιον Όρος, στο ησυχαστήριο του Μυλοπόταμου, όπου εγκαταβίωσε μέχρι την επανεκλογή του στον Πατριαρχικό Θρόνο. Ο Ιωακείμ αγαπήθηκε μέχρι λατρείας από το Γένος μας.
Η ισχυρή προσωπικότητά του, η ικανότητα να συλλαμβάνει, να επεξεργάζεται, να δίνει λύση στα προβλήματα και προοπτική στα θέματα που απασχολούσαν την εποχή του και το Πατριαρχείο, ως εθναρχικό κέντρο του εξωελλαδικού ελληνισμού, δημιούργησαν θαυμασμό προς το πρόσωπο του Ιωακείμ, σ' ένα μεγάλο μέρος των αρχιερέων, των ιερέων, των λογάδων, των προυχόντων και του απλού λαού. Σε πολλά εικονοστάσια της Ανατολής οι ρωμιοί είχαν τοποθετήσει, με τις εικόνες των αγίων, τη  φωτογραφία του. Όλοι αυτοί που αγάπησαν το έργο και την προσφορά του Ιωακείμ αποτέλεσαν το ιωακειμικό λεγόμενο κόμμα, ενώ οι αντίπαλοι του Ιωακείμ, με επικεφαλής το Μητροπολίτη Χαλκηδόνος Γερμανό, αποτέλεσαν την αντιϊωακειμική παράταξη, η οποία επανεξέλεξε τον Ιωακείμ Οικουμενικό Πατριάρχη, το Μάιο του 1901, ενώ εγκαταβίωνε στο ’γιον Όρος.
Ο Ιωακείμ Γ΄, κατά τη δεύτερη πατριαρχία του, ίδρυσε ορφανοτροφείο θηλέων στην Πρώτη και αρρένων στην Πρίγκηπο. Συνέστησε τη σχολή γλωσσών και εμπορίου. Συνεπλήρωσε την οικοδομή των νοσοκομείων Βαλουκλή, συνέχισε όπως και στην πρώτη του πατριαρχία να σπουδάζει νέους και να διαμορφώνει δυναμικά στελέχη για την Εκκλησία.
Βελτίωσε την οικονομική κατάσταση του Πατριαρχείου, καθαγίασε για τρίτη φορά (1879, 1903, 1912) το Άγιον Μύρο, συμφιλιώθηκε με τον επικεφαλής της αντιϊωακειμικής παράταξης Χαλκηδόνος Γερμανό, ο οποίος και τον διαδέχθηκε, τον Ιανουάριο του 1913, στον Οικουμενικό Θρόνο, δέχθηκε επισκέψεις υψηλών προσωπικοτήτων, όπως το βασιλέα της Σερβίας Πέτρο, προς τον οποίο έδωσε το πατριαρχικό του εγκόλπιο και ο βασιλέας το φύλαξε στο εικονοστάσιο των ανακτόρων στο Βελιγράδι. Δέχθηκε επίσης τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον πρίγκιπα της Ελλάδος Χριστόφορο. Ενδιαφέρθηκε να διασφαλίσει τους δεσμούς τόσο μεταξύ των ορθοδόξων Εκκλησιών, αλλά και με τους ετεροδόξους. Για το σκοπό αυτό αντάλλαξε και σχετική αλληλογραφία (1902-1904).
Στην αρχή του 20ού αιώνα ο Ιωακείμ αντιλαμβάνεται ότι μέσα από την επικείμενη δίνη των εθνικών αντιπαραθέσεων θα δοκιμαστεί η ορθόδοξη οικουμένη, που έχει κέντρο της την Κωνσταντινούπολη. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο στην περίοδο αυτή έχομε τη στροφή του Ιωακείμ προς την Αθήνα και τη σύνδεση του Πατριαρχείου με το εθνικό κέντρο.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι ο Ιωακείμ επανδρώνει τη Μακεδονία, που δοκιμάζεται από το βουλγαρικό εθνικισμό και την εξαρχία με νέους και δυναμικούς αρχιερείς, πτυχιούχους της θεολογικής σχολής της Χάλκης. Οι αρχιερείς αυτοί: Δράμας Χρυσόστομος (1901), Στρωμνίτσης Γρηγόριος (1902), Νευροκοπίου Θεοδώρητος (1903), Θεσσαλονίκης Αλέξανδρος (1903), Πελαγωνείας Ιωακείμ (1903), Γρεβενών Αιμιλιανός (1908) έχουν ξεπεράσει το πολιτικό και κοινωνικό σχήμα της εθναρχίας και της εθναρχούσας Εκκλησίας, που διαμορφώθηκε από το 1453 και μέχρι το 19ο αιώνα με τα τανζιμάτ και τις μεταρρυθμίσεις. Οι νέοι αρχιερείς, με τους οποίους ο Πατριάρχης Ιωακείμ επανδρώνει τις δοκιμαζόμενες μητροπόλεις της Μακεδονίας, εμφορούνται από την εθνική συνείδηση, την εθνική ιδέα και ιδεολογία. Οι περισσότεροι εγκαθίστανται στη Μακεδονία πριν από τον Παύλο Μελλά και άλλους πρόξενους, οι οποίοι ήλθαν από την Αθήνα για να ενισχύσουν και να διαμορφώσουν το εθνικό φρόνημα των εδώ πληθυσμών, που δοκιμαζόταν από τη δράση των εξαρχικών, βουλγάρων, εθνικιστών.
Όταν οι νεότουρκοι προχώρησαν στο κίνημα του 1908, ζητώντας από το Σουλτάνο την εφαρμογή του Συντάγματος, τα δε μιλέτια των ορθοδόξων ελληνοφώνων και άλλων ρωμιών, των αρμενίων, των εβραίων πανηγύριζαν για την επικείμενη ισονομία και ισοπολιτεία, ο Ιωακείμ προέβλεπε και προέλεγε, ότι η εφαρμογή του συντάγματος θα οδηγούσε στην κατάργηση των προνομίων. Οι νεότουρκοι θα καλούσαν τα μιλέτια να υπηρετήσουν τον τουρκικό στρατό και τελικά η αυτοκρατορία θα οδηγείτο στην επικράτηση του νεοτουρκικού εθνικισμού, όπως τελικά έγινε με τους βαλκανικούς πολέμους (1912-13), με τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο, και ολοκληρώθηκε με την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία και την οριστική εξολόθρευση και σφαγή μας από την ασιατική πλευρά του Αιγαίου, εν μέσω των εθνοκτονιών και των εθνοκαθάρσεων της νεωτερικής εποχής.
Πρόκειται, όπως είπαμε, για ένα μεγάλο Οικουμενικό Πατριάρχη, ο οποίος συνδέεται και τέμνει δύο εποχές και δύο κόσμους. Την προεθνική εποχή, με τον κόσμο των αυτοκρατοριών και την εποχή των εθνοτήτων με την κυριαρχία του έθνους - κράτους. Οι εθνικές ομάδες διαμορφώνουν το 19ο αιώνα τα εθνικά κέντρα: την Αθήνα, το Βελιγράδι, τη Σόφια, το Βουκουρέστι, ως συνέπεια, συνέχεια και αποτέλεσμα της γαλλικής επανάστασης του 1789 και της αρχής των εθνοτήτων, η οποία εισάγει στην ιστορία το λαϊκό κράτος. Ήταν η εποχή όπου η νέα ιδεολογία του έθνους με νεανικό σφρίγος, ορμή, δυναμισμό και  μεσσιανικό ενθουσιασμό προχωρούσε στη διάλυση των αυτοκρατοριών. Στην περίπτωσή μας η Οθωμανική αυτοκρατορία διαμελίζεται από τα έθνη - κράτη της βαλκανικής.
Το 1912, που εξεδήμησε ο Ιωακείμ, μόνο στην περιοχή των Σκοπίων δεν είχαν ξεκινήσει τη διαμόρφωση της εθνοκρατικής ιδεολογίας τους. Στην Οθωμανική αυτοκρατορία οι νεότουρκοι, ήδη με το κίνημα του 1909, συνέπεια  και αντίδραση προς τα άλλα εθνικά κέντρα της βαλκανικής, διεκδικούσαν τη διαμόρφωση ενός εθνικού κράτους, το οποίο όμως εκαλείτο να μεταπλάσσει τις μουσουλμανικές ισλαμικές συνειδήσεις της αυτοκρατορίας σε εθνικές τουρκικές συνειδήσεις. Έχομε, δηλαδή, την πορεία της μεταστροφής της θρησκευτικής συνείδησης σε εθνική. Η επίτευξη αυτού του στόχου ήταν μακρόσυρτη και δύσκολη. Το έργο αυτό ανέλαβε ο στρατός που συγκροτήθηκε από τους νεότουρκους με επικεφαλής τον Κεμάλ. Βέβαια και στη δική μας περίπτωση, της ελληνικής επανάστασης και του ελληνικού έθνους - κράτους, οι κρατικές δομές συμβάλουν καθοριστικά στην εθνοποίηση της θρησκευτικής συνείδησης του ρωμιού ελληνόφωνου, του αρβανιτόφωνου, ή του βλαχόφωνου, αλλά και του τουρκόφωνου καραμανλή της Καππαδοκίας, που έρχεται στην Ελλάδα με τις ανταλλαγές των πληθυσμών. Όμως σε μας, όπως και στα άλλα βαλκανικά έθνη - κράτη: Σερβία, Βουλγαρία, Ρουμανία η σύνδεση της θρησκείας με το έθνος και η κυριαρχία του εθνικού επί του θρησκευτικού υπήρξε ευκολότερο εγχείρημα, διότι η χριστιανική πίστη είναι συγκαταβατική και με τη διδασκαλία της δεν διαπερνά, ούτε καθορίζει κάθε πτυχή της προσωπικής και κοινωνικής ζωής του πιστού, όπως συμβαίνει με το κοράνι και το ισλάμ.  Ο Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ΄, αλλά και ολόκληρη η ιωακειμική παράταξη, προβλέπει και κατανοεί, στη δεύτερη πατριαρχία του (1901-1912), το τέλος του σχήματος που ζει και υπηρετεί, της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπου στο μιλέτ των ορθοδόξων, στο ρουμ μιλέτ, ο Πατριάρχης αποτελεί την κεφαλή του, είναι ο ανώτατος, δηλαδή, άρχοντάς του.
Είναι σίγουρο ότι ο Ιωακείμ ο Γ΄  κατανοεῖ την ολοκλήρωση της πολιτιστικής συμβολής της αυτοκρατορίας. Γι' αυτό και σε αντίθεση με την πρώτη του πατριαρχία (1878-1884), που υπερασπίζεται την ορθόδοξη οικουμένη, τώρα στη δεύτερη πατριαρχία του στρέφεται σταθερά προς το εθνικό μας κέντρο, την Αθήνα, όπου προς το τέλος της πατριαρχίας του Ιωακείμ έχει κυριαρχήσει η προσωπικότητα του Ελευθερίου Βενιζέλου. Στην Κρήτη, ήδη με το κίνημα στο Θέρισσο το 1905, δημιουργήθηκαν οι δύο παρατάξεις βενιζελικών και αντιβενιζελικών, οι οποίες περί το 1915 θα διαμορφώσουν το γνωστό διχασμό και στο μείζονα ελληνισμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπου είχαν προηγηθεί οι παρατάξεις των ιωακειμικών και αντιϊωακειμικών.
Προσεγγίζοντας τους ιωακειμικούς - αντιϊωακειμικούς και τους βενιζελικούς - αντιβενιζελικούς, παρατηρούμε ότι η εφημερίδα «Πρόοδος» της Κωνσταντινούπολης, με το διευθυντή της Σπανούδη που στηρίζει τον Ιωακείμ, γίνεται παράλληλα και στη συνέχεια, ο εκεί εκφραστής των απόψεων του βενιζελισμού. Επίσης, ο ιωακειμικός επίσκοπος Ρεθύμνης Διονύσιος υπήρξε στενός συνεργάτης του Βενιζέλου, μαζί με τους Πέτρας Τίτο και Ιεροσητείας Αμβρόσιο, που εκφράζονται με θαυμασμό για τον Ιωακείμ σε επιστολές τους. Υπάρχει στενή σχέση και συνέχεια μεταξύ ιωακειμικών και βενιζελικών. Οι  ιωακειμικοί αρχιερείς, τα πνευματικά αναστήματα και όσοι πρόσκεινταν προς τον Ιωακείμ συστοιχίστηκαν κατά κανόνα με το Βενιζέλο. Αναφέρω όμως και τον ακραιφνή ιωακειμικό Αθηναγόρα Ελευθερίου, πρωτοσύγκελλο του Πατριαρχείου, από τ’ Αλάτσατα της Μ. Ασίας, το μετέπειτα Παραμυθίας, ο οποίος κινήθηκε αταλάντευτα στον αντιβενιζελικό χώρο.
Ο βουλγαρικός στρατός, το Νοέμβριο του 1912, στον πρώτο βαλκανικό πόλεμο, νικάει τον τουρκικό, προελαύνει και καταλαμβάνει την Τσατάλτζα, πενήντα έξι χιλιόμετρα δυτικά της Κωνσταντινούπολης. Ο Πατριάρχης Ιωακείμ ενημερώνεται για τις εξελίξεις. Ανησυχεί για τον εκεί ελληνισμό και για τη θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εάν οι Βούλγαροι καταλάμβαναν την Πόλη. Ξαγρυπνάει καθισμένος στο ανοικτό παράθυρο του δωματίου του και από τα ακούσματα των οβίδων παρακολουθεί την πορεία του πολέμου. Στις 3 Νοεμβρίου ασθένησε από πνευμονία και την Τρίτη 13 Νοεμβρίου 1912 εξεμέτρησε το ζειν ο τελευταίος εν ενεργεία Πατριάρχης του Γένους, μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία, μετά από πατριαρχία δεκαεπτά περίπου ετών.
Υπήρξε ένας από τους μεγάλους Πατριάρχες. Εργάστηκε με ζήλο και αφοσίωση για τα όσια και τα ιερά του Γένους μας. Τον διέκρινε ρεαλισμός και διορατικότητα, γι' αυτό κατανόησε το πνεύμα και τα προβλήματα των εποχών που πατριάρχευσε. Είναι από τους λίγους μετά την άλωση Πατριάρχες, όπως και ο επί εικοσαετία (1991-2011)  ευκλεώς και θεαρέστως πατριαρχεύων Πατριάρχης Βαρθολομαίος, που έζησε το μεταίχμιο κοσμογονικών αλλαγών. Και στις δύο του πατριαρχίες ο Ιωακείμ γνώρισε τη μεγίστη ακμή των ομογενών μας στην Οθωμανική αυτοκρατορία. 
Κατά τη δεύτερη πατριαρχία του είδε την Πύλη να καταρρέει και το Ελληνικό κράτος, με τα άλλα Βαλκανικά κράτη, να οδεύουν προς την ολοκλήρωση των εθνικών τους οραματισμών.
Ο Πατριάρχης Ιωακείμ υπήρξε μία εκκλησιαστική προσωπικότητα, η οποία είχε το χάρισμα να προσλαμβάνει το μεταβαλλόμενο κόσμο, να τοποθετείται σ’ αυτόν και να διαμορφώνει το αύριο του Οικουμενικού Πατριαρχείου και το μέλλον του, οριοθετώντας  τους σκοπούς και τους στόχους του μέσα στο χρόνο.
Το 2012, εκατό χρόνια μετά την εκδημία του, ο Ιωακείμ ο Γ΄  συναντάται στον άξονα αυτής της προοπτικής με τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο Α΄, ο οποίος μάλιστα τη χρονιά αυτή, το 2012, έχει ήδη εισέλθει στην τρίτη δεκαετία της ευκλεούς, δυναμικής και λυσιτελούς πατριαρχίας του. 
Αμφότεροι οι Πατριάρχες, Ιωακείμ και Βαρθολομαίος, πέραν της μακράς Πατριαρχίας, με την οποία κόσμησαν και κοσμούν τον πανευκλεή και μαρτυρικό Πατριαρχικό Θρόνο της Βασιλεύουσας, διαπνέονται από μια βαθειά και οξύτατη ενόραση περί των κατά καιρούς διαδραματισθέντων και διαδραματιζομένων, σε ένα διαρκώς εξελισσόμενο κοινωνικό-πολιτικό-οικονομικό περιβάλλον. Αποτελούν δε προφητικές εκκλησιαστικές μορφές σε κρίσιμες εποχές – σταθμούς, όπου παρατηρούνται κοσμογονικές αλλαγές προς αντίθετη, βεβαίως, κατεύθυνση: ο μεν Ιωακείμ, στο τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα, με τη μετάβαση από την πολυεθνική αυτοκρατορία στα έθνη-κράτη της Βαλκανικής χερσονήσου, ο δε Βαρθολομαίος, μετά την πάροδο σχεδόν εκατονταετηρίδας, από τα περιχαρακωμένα εθνικά σύνολα στην υπερεθνική, πολυπολιτισμική, παγκοσμιοποιούμενη ανοικτή κοινωνία των πολιτών, των πολιτισμών και των λαών. Παρά τις διαφορετικές ιστορικές φάσεις και εποχές δράσης τους, αμφότεροι, προσλαμβάνοντας τα αιτούμενα των καιρών, ευρίσκονται στην πρωτοπορία των εξελίξεων, προσδίδοντες πρωταγωνιστικό και όντως οικουμενικό ρόλο στην πρωτόθρονη και πρωτεύθυνη Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως, τόσο σε διορθόδοξο, όσο και σε διαχριστιανικό επίπεδο και ευρύτερα.
Ο Ίων Δραγούμης, το 1908, σε μια μεταβατική εποχή, συνάντησε τον Πατριάρχη. Η νεοτουρκική επανάσταση ήταν γεγονός. Όλα  διακυβεύονταν. Ίσως διαφαινόταν ότι τελικά δεν θα διασωζόταν μετασχηματιζόμενη η αυτοκρατορία, αλλά  θα διαλυόταν  από τα εθνη-κράτη. Στο «Όσοι ζωντανοί» ο Δραγούμης περιγράφει τις εντυπώσεις του από τη συνάντησή του με τον εβδομηντατετράχρονο  πατριάρχη, με τις οποίες θα ήθελα να τελειώσω την αποψινή  προσέγγιση στον Ιωακείμ Γ΄: «Είχε κληρονομήσει τη θέση του και κάθουνταν, σαν προαιώνια, στο θρόνο των Πατριαρχάδων στην Κωνσταντινούπολη. Στα χέρια του είχε έναν παμπάλαιο οργανισμό, την Εκκλησία, και στα δάχτυλα έπαιζε όλες του τις λεπτομέρειες. Και θυμήθηκε ο Αλέξης άξαφνα το μαρμαρένιο Μωϋσή του Μιχαήλ - Αγγέλου που κάθεται ασάλευτος αιώνες στο θρόνο του, τον πέτρινο στη Ρώμη. Το στόμα του θεληματικό και πεισματάρικο έμοιαζε, η ματιά του έμοιαζε, το βαρύ κορμί του ίδιο, και το δυνατό του μπράτσο με τις φλέβες ανακουφωτές, αν το ξεγύμνωνε θα ήταν απαράλλακτο, σαν έτοιμο για να συντρίψει βασιλιάδες. Και τότε απόμεινε αμίλητος ο Αλέξης που ένοιωσε τη δική του την αδυναμία. Ποιόν οργανισμό ανθρώπινο είχε στα χέρια του αυτός για να ορίζει ανθρώπους; Μπροστά του δεν είχε άνθρωπο αλλά δύναμη, που θα υποχωρούσε όχι σε συζήτηση παρά σε άλλη δύναμη. Παιδεύτηκε μια στιγμή ο Αλέξης να καταλάβει αν αυτός, ο από τους πρώτους Έλληνες στοχάζεται κατά το σύγχρονο ελληνικό τρόπο, τον εθνικιστικό, μα ένοιωσε αμέσως πως ο εξαιρετικός αυτός ακατέργαστος άνθρωπος δεν μπορεί να ταυτίζει τον εαυτό του με τον Ελληνισμό παρά τόσο μονάχα όσο χρειάζεται για να βασταχτεί Πατριάρχης. Μόνο έτσι θα είναι σύμφωνος με τον εαυτό του. Τέτοιον τον κατάλαβε τον Πατριάρχη ο Αλέξης και καταχάρηκε, γιατί στην τόση στειροσύνη ανθρώπων ηύρε στον Ελληνισμό κ' ένα δυνατόν άνθρωπο».

2/07/2012

ΙΕΡΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΧΑΛΚΗΣ


Του Αρχιμανδρίτη Γεράσιμου Φραγκουλάκη
Αννόβερο Γερμανίας

Σύμφωνα με την παράδοση η Μονή της Αγίας Τριάδος στη Χάλκη ιδρύθηκε από τον Ιερό Φώτιο Α΄, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, (858-867 και 877-886 μ.Χ.). Η μνήμη του Ιερού Φωτίου τιμάται από την Εκκλησία μας την 6η Φεβρουαρίου.
Με βάση αυτή την παράδοση ορίσθηκε ο Ιερός Φώτιος προστάτης της Μονής και της Ιεράς Θεολογικής Σχολής από το 1844, έτος ιδρύσεώς της με πρώτο Σχολάρχη τον Μητροπολίτη Σταυρουπόλεως Κωνσταντίνο Τυπάλδο (1795-1867).
Με την ευκαιρία της μνήμης του Αγίου Φωτίου και με αφορμή την συζήτηση που γίνεται στις μέρες μας για την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, αποτολμούμε ένα μικρό αφιέρωμα προκειμένου να ταξιδεύσουμε νοερά στο χρόνο και να ξεναγηθούμε σύντομα στην ιστορία της Ιεράς Θεολογικής Σχολής, αυτό το μεγάλο στολίδι και ακριβό θησαυρό του Οικουμενικού Πατριαρχείου μας.
Η Σχολή αναγνωρίζεται ως: «Η Θεολογική Σχολή της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας», στους κανονισμούς λειτουργίας που έχουν εκδοθεί από το 1845 μέχρι και το 1903. Από το 1951 εμφανίζεται και ο άλλος γνωστός τίτλος: «Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης». Πέρα από το χαρακτήρα και το στόχο της Σχολής, οι ονομασίες αυτές δείχνουν και τον τόπο όπου βρίσκεται.
Η τοποθεσία όπου είναι εγκατεστημένη η Σχολή καλείται λόφος της Ελπίδος, και στα τούρκικα Ümit Tepesi ή Papaz Dagi:ο λόφος των Παπάδων, με υψόμετρο 85 μέτρα, στο νησί της Χάλκης, ενός από τα Πριγκηπόννησα. Ατμοπλοϊκώς απέχει από την Κωνσταντινούπολη περίπου μία ώρα. Η ονομασία στα τούρκικα είναι HEYBELI ADA (από το Heybe:δισσάκι), νησί Δισακκοειδές ή Ταγαρονήσι, από τις κοιλάδες και τους λόφους που σχηματίζουν είδος δισακκίου.
Το περιβάλλον είναι σαγηνευτικό. Ο επισκέπτης αισθάνεται ότι βρίσκεται στο μεταίχμιο ουρανού και γης. Το βλέμμα άνετα μπορεί να περιπλανηθεί σε όλες τις πλευρές της θάλασσας. Από την παραλία της Θράκης μέχρι το αρχαίο Βυζάντιο, τη Χαλκηδόνα, τη Βιθυνία και τα άλλα Πριγκηπόννησα.
Σ’ αυτό το λόφο βρίσκεται μαζί με την Μονή της Αγίας Τριάδας, η οποία συναντάται και με τις ονομασίες: Μονή των Δεσποτών, Μονή της (του) Χαλκίτου, Σιών, Νέα Σιών, του Εσόπτρου, του Κατόπτρου, Περίβλεπτος και Στούδιον Σοφίας και Μαθημάτων.
Κατά πάσα πιθανότητα στη Μονή παρέμεινε για δύο χρόνια (809-811 μ.Χ.) ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης.
Κατά το έτος 1603 η βασίλισσα Αικατερίνη η Κομνηνή, ως μοναχή Ξένη, αφιερώνει στη Μονή χειρόγραφο Ευαγγέλιο, όπου την ονομάζει Μονή της Αγίας Τριάδος Χάλκης.
Η Μονή ανακαινίσθηκε σε διάφορες περιόδους τρεις φορές. Τέταρτος κτήτορας και ανακαινιστής της Μονής είναι ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός ο Δ΄. Η Μονή είχε καταστραφεί από φωτιά το 1821. Τον Σεπτέμβριο του 1842 ανέλαβε ο Πατριάρχης Γερμανός να ανακαίνιση την κατεστραμμένη Μονή. Με κυβερνητική άδεια που εξασφάλισε, αποκατέστησε τις ζημιές που είχαν προκληθεί από την πυρκαγιά αλλά και από σεισμό, εξαιτίας του οποίου ο ναός ήταν ετοιμόρροπος. Στις 13 Σεπτεμβρίου 1844, ο ίδιος ο Πατριάρχης με συλλειτουργούς τους Μητροπολίτες του Θρόνου τέλεσε τα εγκαίνια του ναού.
Στους ανακαινισμένους χώρους ο Πατριάρχης Γερμανός ίδρυσε το 1844, την Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης.
Λίγες ημέρες μετά τα εγκαίνια της Μονής, την 1η Οκτωβρίου 1844 έγιναν τα εγκαίνια της Θεολογικής Σχολής, από τον Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο και στις 8 του ίδιου μήνα άρχισαν κανονικά τα μαθήματα.
Για ενάμιση αιώνα περίπου η Σχολή έζησε περιόδους γαλήνης αλλά και μεγάλων κοινωνικών αναστατώσεων, τοπικών και παγκοσμίων πολέμων.
Το 1971 το Υπουργείο Παιδείας της Τουρκίας έκρινε αντισυνταγματική την λειτουργία της Σχολής και την έκλεισε.
Αργότερα το 1984, σταμάτησε τη λειτουργία του και το Λυκειακό τμήμα της Σχολής.
Ο Παναγιότατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, στον ενθρονιστήριο λόγο του, στις 2 Νοεμβρίου 1991, προγραμματικά ως πρώτο μέλημα της πατριαρχίας του έθεσε την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης.
Η Θεολογική Σχολή Χάλκης ανήκει στην δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το οποίο έχει, όπως είναι γνωστό, την δική του γεωγραφική περιοχή και κατέχει το πρωτείον τιμής μεταξύ των άλλων ορθοδόξων Εκκλησιών.
Η Σχολή ιδρύθηκε για να εξυπηρετήσει άμεσες ανάγκες της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και της Ορθοδοξίας γενικότερα.
Πολλοί είναι οι εκκλησιαστικοί ηγέτες, αλλά και άλλες μεγάλες προσωπικότητες που αποφοίτησαν από τη Σχολή αυτή.
Μεταξύ αυτών των προσωπικοτήτων συγκαταλέγεται και ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος.
Ευχόμαστε, με την ευκαιρία του εορτασμού του Εφόρου της Μονής και ης Ιεράς Θεολογικής Σχολής, Ιερού Φωτίου, σύντομα να κληθεί ο Παναγιότατος, για να τελέσει τα εγκαίνια της επαναλειτουργίας της Σχολής.

2/06/2012

Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΣΤΗ ΧΑΛΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΦΩΤΙΟΥ


Ρεπορτάζ-φωτογραφίες: Νικόλαος Μαγγίνας
Την ελπίδα πως σύντομα θα επαναλειτουργήσει η Θεολογική Σχολή της Χάλκης, έτσι ώστε να επανορθωθεί η αδικία που συντελέσθηκε το 1971 οπότε και αποφασίσθηκε με απόρρητο διάταγμα της τότε Κυβερνήσεως το κλείσιμό της, εξέφρασε σήμερα ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ημέρα κατά την οποία η Πρωτόθρονη Εκκλησία της Ορθοδοξίας τιμά τη μνήμη του Αγίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Φωτίου, ιδρυτή της Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδας Χάλκης. 
«Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον... προέβαλλε πάντοτε προς τας Τουρκικάς αρχάς δια σειράς Μνημονίων και Πατριαρχικών Γραμμάτων, αλλά και προς πάσαν άλλην διεθνή κρατικήν ή μη οργάνωσιν, το δίκαιον αίτημα της επαναλειτουργίας της Σχολής, επιζητούν την επανόρθωσιν της αδικίας», είπε στην ομιλία του ο Οικουμενικός Πατριάρχης και πρόσθεσε: «Τον Γολγοθάν, τον κάθε Γολγοθάν, το κάθε Πραιτώριον, την πάσαν αδικίαν ακολουθεί η Ανάστασις».
Και ο Οικουμενικός Πατριάρχης σημείωσε με νόημα:
«Ουδείς έχει να φοβηθή από την λειτουργίαν μιας τοιαύτης Σ χ ο λ ή ς. Διότι εξ αυτής εξήρχοντο άνθρωποι μεμυημένοι εις την Θείαν Αγάπην, η οποία πάντα στέγει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει και η οποία ουδέποτε εκπίπτει».
Η σημερινή ημέρα πανηγύρεως της Ιεράς Μονής συνδυάστηκε με την εγκατάσταση του νέου ηγουμένου της, Μητροπολίτη Προύσης Ελπιδοφόρου, στον οποίο ο Οικουμενικός Πατριάρχης, μετά τη Θεία Λειτουργία, επέδωσε και την ηγουμενική ράβδο.


Αργότερα στην αίθουσα τελετών της Σχολής, ο Οικουμενικός Πατριάρχης στην ομιλία του ευχήθηκε επιτυχία στη διακονία του νέου ηγουμένου και να «ίδη επί των ημερών του επαναλειτουργούσαν την Σχολήν, τρέφουσαν και καταρτίζουσαν τα νοσσία αυτής δια του πνεύματος και της μαρτυρίας και του ήθους της Μεγάλης Εκκλησίας».
Στην πανηγυρική Θεία Λειτουργία παρέστησαν οι Μητροπολίτες: Γέρων Δέρκων Απόστολος, Τρανουπόλεως Γερμανός, Πριγκηποννήσων Ιάκωβος, Ελσινκίου Αμβρόσιος, Μυριοφύτου και Περιστάσεως Ειρηναίος, Μύρων Χρυσόστομος, Σασίμων Γεννάδιος, ο Αρχιμ. Νεκτάριος Σελαλμαζίδης, Επίτροπος του Παναγίου Τάφου, ο Γενικός Πρόξενος της Ελλάδος Νικόλαος Ματθιουδάκης, Άρχοντες του Θρόνου, καθηγητές και μαθητές από την Εκκλησιαστική Σχολή Χανίων Κρήτης και πλήθος πιστών.

Ο Μ Ι Λ Ι Α
ΤΗΣ Α.Θ. ΠΑΝΑΓΙΟΤΗΤΟΣ
ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ
κ.κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΝ ΤΗι ΙΕΡᾼ ΜΟΝΗι ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΧΑΛΚΗΣ
ΕΠΙ Τηι ΜΝΗΜΗι ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΦΩΤΙΟΥ ΘΕΙΑΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ
ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΙΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΑΥΤΗΣ
ΣΕΒ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΡΟΥΣΗΣ κ. ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟΥ
(Χάλκη, 6 Φεβρουαρίου 2012)

Ἱερώτατοι ἅγιοι ἀδελφοί,
Ἱερώτατε ἅγιε Καθηγούμενε τῆς Ἱερᾶς ταύτης Μονῆς Μητροπολῖτα Προύσης κύριε Ἐλπιδοφόρε,
Ἐντιμότατε κύριε Γενικέ Πρόξενε τῆς Ἑλλάδος,
Ἐντιμολογιώτατοι Ἄρχοντες,
Ἐλλογιμώτατοι κύριοι Καθηγηταί,
Ἀγαπητοί πατέρες, ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ,


Ἡ τελεσθεῖσα σήμερον ἑόρτιος Θεία Λειτουργία εἰς τό Ἱερόν τοῦτο Σταυροπήγιον, τό πηχθέν πρό δώδεκα περίπου αἰώνων ὑπό τοῦ σήμερον ἑορταζομένου Ἱεροῦ Φωτίου τοῦ Ὁμολογητοῦ, τοῦ Μεγάλου ἐκ τῶν ἐν Ἁγίοις προκατόχων τῆς ἡμετέρας Μετριότητος εἰς τόν πανίερον Πατριαρχικόν καί Ἀποστολικόν Οἰκουμενικόν Θρόνον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἔχει ἰδιαιτέραν ἐκκλησιολογικήν καί θεολογικήν σημασίαν, ὡς ἄλλωστε καί πᾶσα τέλεσις τῆς ἀναιμάκτου Θείας Εὐχαριστίας, διότι παραπέμπει τήν μνήμην καί τήν καρδίαν ἡμῶν εἰς τόν Γολγοθᾶν, καί δή εἰς τόν Χριστόν, ὁ Ὁποῖος ἀνυψώθη καί ἀπέθανεν ἐν τῷ Σταυρῷ, εἶτα δέ Ἀνέστη διά τήν σωτηρίαν τοῦ κόσμου παντός.
Ἐδῶ, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Φώτιος, ὁ Ὁμολογητής, ὁ καί Καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου αὐτῆς, ἔπηξε τόν Σταυρόν τῆς Ἱερᾶς ταύτης Μονῆς, ἡ ὁποία ἔμελλε νά ἀναδειχθῇ εἰς τούς μετέπειτα αἰῶνας, ἄχρι μόλις πρό τεσσαράκοντα ἀκριβῶς ἐτῶν, καί ὡς Μονή καί ὡς Σχολή φυτώριον ἐκκλησιαστικῆς φιλομαθείας καί παιδείας καί καταρτίσεως στελεχῶν καί κηρύκων τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ καί τῆς ὁμολογίας τῆς εἰς Αὐτόν πίστεως, ὡς ὑπῆρξε καί ἡ προσωπική ζωή καί ἡ μαρτυρία τοῦ ἰδίου: ὁμολογία τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καί προάσπισις αὐτῆς ἔναντι τῶν αἱρέσεων.
Σ τ α υ ρ ό ς καί Ἀ ν ά σ τ α σ ι ς, ἀποτελοῦν τό βίωμα τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας καί τοῦ ἀληθινοῦ Χριστιανοῦ, ὁ ὁποῖος δέον νά διακρίνεται διά τό σταυροαναστάσιμον αὐτοῦ ἦθος. Ὁ Σταυρός εἶναι σημεῖον ἀναγνωρίσεως τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ ἀληθινοῦ Χριστιανοῦ. Ἡ σταυροαναστάσιμος αὕτη ἀτμόσφαιρα συναντᾶται εἰς τήν Ὀρθόδοξον Θεολογίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἐμπειρική διά τῆς σταυρώσεως καί οὐχί στοχαστική ἤ ἠθικιστική. Ἐπί πλέον, αὐτό τό σταυροαναστάσιμον ἦθος συναντᾶται εἰς τήν μυστηριακήν καί τήν πνευματικήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας μας: εἰς τήν μυστηριακήν, δοθέντος ὅτι τά μυστήρια τελειοῦνται διά τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία παρέχεται διά τοῦ τύπου καί τοῦ σημείου τοῦ Σταυροῦ, διά τοῦ ὁποίου μεταδίδεται ἡ θεία ἐνέργεια· καί εἰς τήν πνευματικήν ζωήν, ὡς θυσία καί προσφορά, ὡς κένωσις καί ὑπέρβασις ἐν Χριστῷ τῶν αἰσθήσεων καί τῶν δερματίνων χιτώνων τῆς φθορᾶς καί τῆς θνητότητος. 
Ὁ Ἱερός Φώτιος, τοῦ ὁποίου σήμερον ἐπικαλούμεθα τήν μεσιτείαν καί πρεσβείαν πρός τόν Κύριον ἐν εὐχαριστίᾳ πολλῇ, ἐθεολόγησε μέ τήν σταυροαναστάσιμον νοοτροπίαν. Καί μέ τήν θεολογίαν αὐτήν ἔζησε καί ἐπολιτεύθη, ὡς καθηγητής καί ὡς Ποιμήν. Ἄν καί ἀντιμετώπισεν ἀδικίας καί περιφρονήσεις, ἄν καί ἐγεύθη χολῆς καί ὄξους, ἐκοιμήθη εὐχαριστῶν καί δοξάζων τόν Θεόν. Οὕτως ἀνεδείχθη διδάσκαλος λόγῳ καί ἔργῳ, ποιμήν θυσιάζων τήν ζωήν αὐτοῦ ὑπέρ τοῦ Μεγάλου Ποιμένος καί τῶν προβάτων αὐτοῦ, ἐκδαπανώμενος καθ᾿ ἡμέραν εἰς τήν ἐν Χριστῷ διακονίαν τοῦ λαοῦ, διδάσκων τόν λόγον τῆς ἀληθείας.

Ὡς ὀφθαλμός πάσης τῆς οἰκουμένης, ὁ Ἱερός Φώτιος, ἐνδιεφέρετο διά πάντας τούς ἀνθρώπους “εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν” αὐτούς (Α´ Τιμ. β΄, 4), διό καί ἀπέστειλεν ἱεραποστόλους εἰς τούς βορείους τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας λαούς ἵνα κηρύξωσιν Ἰησοῦν Ἐσταυρωμένον καί Ἀναστάντα καί εὐαγγελισθῶσι Χριστόν τοῖς ἐν σκότει καί σκιᾷ θανάτου καθημένοις. Ὁ μεγαλόπνοος οὗτος ἀνήρ ἐκοπίασε πολύ, ἵνα πάντες οἱ ἄνθρωποι οἱ κατοικοῦντες ἐπί πᾶν τό πρόσωπον τῆς γῆς γνωρίσουν τήν Ἀλήθειαν, τοὐτέστι τόν Χριστόν, καί ἀπολαύσουν τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος καί τῆς φιλανθρωπίας Αὐτοῦ.
Ὁ σπόρος τῆς ἐκκλησιαστικῆς φιλομαθείας ὁ ὁποῖος ἐνυπῆρχεν εἰς τήν ἵδρυσιν τῆς Μονῆς ταύτης, ἐμφυτευθείς ὑπό τοῦ ἀνιδρυτοῦ αὐτῆς Ἱεροῦ Φωτίου, ἀνεβλάστησεν εἰς τό γόνιμον ἔδαφος αὐτῆς καί ἐκαρποφόρησεν ἐν ἔτει 1844 ὅτε ἱδρύθη ὑπό ἑνός ἑτέρου ἐκ τῶν προκατόχων ἡμῶν, τοῦ Πατριάρχου Γερμανοῦ τοῦ Δ´, τό ἱερόν “φυτώριον τῶν παρ᾿ ἡμῖν ἐκκλησιαστικῶν καί θεολογικῶν γραμμάτων”, ἡ παγκοίνως γνωστή Ἱερά Θεολογική Σχολή τῆς Χάλκης, ἡ ὁποία μέχρι τῆς διά λόγους “τυπικούς” ἐν ἔτει 1971 ἀπαγορεύσεως τῆς λειτουργίας της, προσέφερεν ἀνεκτιμήτους ὑπηρεσίας καί διακονίαν εἰς τόν Οἰκουμενικόν Θρόνον, εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν, εἰς τόν Χριστιανισμόν, εἰς τά Ἱερά Γράμματα καί εἰς τήν ἐν γένει παιδείαν τῶν καθ᾿ ἡμᾶς κάτω τούτων χρόνων. Οἱ ἀπόφοιτοι αὐτῆς ἀνεδείχθησαν Πατριάρχαι, Ἀρχιερεῖς, λευῖται τῆς Χάριτος καί διδάσκαλοι τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας ἐν τῇ καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολῇ, ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ καί ἀνά πᾶσαν τήν ὑφήλιον. Ἐπί 127 ἔτη ὑπῆρξεν ἀληθῶς τό θεολογικόν καί πνευματικόν ἐργαστήριον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί οὐχί μόνον.
Δυστυχῶς, αἰφνιδίως, πρό τεσσαράκοντα ἐτῶν ἐχαρακτηρίσθη καί αὕτη, ὡς γνωστόν, ὑπό τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας τῆς Χώρας ἡμῶν ὡς Ἀνωτάτη Σχολή καί δι᾿ αὐτό ἐκλείσθη. Ἐν τούτοις, ἡ Σχολή αὐτή δέν εἶχεν ἱδρυθῆ δυνάμει τῆς τότε ἰσχυούσης σχετικῆς νομοθεσίας, ἀλλά ἐλειτούργει ἀπό τοῦ 1844 ὡς Μειονοτική Θρησκευτική καί κυρίως Ἱερατική (κατά τινα τρόπον ἐπαγγελματική) Σχολή, καί ὡς τοιαύτη ἀνεγνωρίζετο ὑπό τῶν Κρατικῶν Ἀρχῶν, ἐκαλύπτετο δέ ἡ λειτουργία αὐτῆς ὑπό τῶν ἄρθρων 40 καί 41 τῆς Συνθήκης τῆς Λωζάννης διά τῶν προβλέψεων τῆς ὁποίας ὁρίζεται ὅτι οἱ πολῖται τῆς Χώρας ταύτης, οἱ ἀνήκοντες εἰς μή μουσουλμανικάς μειονότητας, ἔχουν ἴσον δικαίωμα νά συνιστοῦν, διευθύνουν καί ἐποπτεύουν, ἰδίαις δαπάναις, τοιαύτας σχολάς, καί ὅτι ἡ Τουρκία ἀναλαμβάνει τήν ὑποχρέωσιν ὅπως αἱ διατάξεις αὗται τῆς Συνθήκης τῆς Λωζάννης ἀναγνωρισθοῦν ὡς θεμελιώδεις νόμοι τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους καί ὅπως οὐδείς νόμος ἤ κανονισμός ἤ ἐπίσημός τις πρᾶξις διατελῶσιν ἐν ἀντιφάσει πρός τάς διατάξεις ταύτας ἤ κατισχύωσιν αὐτῶν. Ἐν τούτοις, αἱ ἐγχώριοι διατάξεις κατίσχυσαν αὐτῶν καί οὕτως αἱ πῦλαι τῆς Σχολῆς παραμένουν κεκλεισμέναι καί αὐτή σιωπῶσα. Καί ἔτσι μία Ὀρθόδοξος Θεολογική Σχολή ἐκλείσθη κατά τρόπον ἀνορθόδοξον!
Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, ἔκτοτε, διά τῶν προκατόχων ἡμῶν Πατριαρχῶν Ἀθηναγόρου καί Δημητρίου, ἰδιαιτέρως ὅμως, ἐπιτραπήτω ἡμῖν, ἐπί τῆς εἰκοσαετοῦς καί πλέον ταπεινῆς Πατριαρχικῆς διακονίας ἡμῶν, προέβαλλε πάντοτε πρός τάς Τουρκικάς ἀρχάς διά σειρᾶς Μνημονίων καί Πατριαρχικῶν Γραμμάτων, ἀλλά καί πρός πᾶσαν ἄλλην διεθνῆ κρατικήν ἤ μή ὀργάνωσιν, τό δίκαιον αἴτημα τῆς ἐπαναλειτουργίας τῆς Σχολῆς, ἐπιζητοῦν τήν ἐπανόρθωσιν τῆς ἀδικίας. Ἐλπίζεται πλέον ὅτι ἡ φιλόλαος Κυβέρνησις τῆς Τουρκίας, ὑπό τήν σθεναράν καί ρηξικέλευθον ἡγεσίαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ αὐτῆς κ. Recep Tayyıp Erdoğan, μελετᾷ ὑπευθύνως καί θετικῶς τήν ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος, ἔχουσα ὑπ᾿ ὄψει τό διεθνῶς κατωχυρωμένον ἀτομικόν δικαίωμα τοῦ ἀνθρώπου, καί ἰδίως τῶν μειονοτήτων, νά διατηροῦν θρησκευτικά σχολεῖα διδάσκοντα τήν θρησκείαν αὐτῶν. Τό πρόβλημα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Χάλκης εἶναι ἤδη ἀμέσως συνυφασμένον πρός τά γενικώτερα προβλήματά τῆς Μειονότητός μας ἐν Τουρκίᾳ, ἔνια τῶν ὁποίων ἐρρυθμίσθησαν ἤδη ὑπό τῆς Κυβερνήσεως, πρός τήν ὁποίαν καί ἀπό τῆς θέσεως ταύτης ἐκφράζομεν εὐχαριστίας.
Ἡ σημερινή ἡμέρα καί πανήγυρις, ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ, ἄς εἶναι προάγγελος τῆς πολυποθήτου ἐκείνης ἡμέρας, κατά τήν ὁποίαν αἱ πῦλαι τῆς παλαιφάτου ταύτης Σχολῆς, θά ἀνοίξουν πρός ὑποδοχήν οὐχί μόνον τοῦ νέου ἡγουμένου ἀλλά καί τῶν σπουδαστῶν, καί θά ἀγάλλωνται τά πνεύματα τοῦ Ἱεροῦ Φωτίου, τοῦ Πατριάρχου Γερμανοῦ τοῦ Δ´ καί τῆς μεγάλης χορείας τῶν Σχολαρχῶν, Καθηγητῶν καί ἀποφοίτων τῆς Σχολῆς, μέ τελευταίους τούς ἀειμνήστους Σχολάρχας Μητροπολίτας Νεοκαισαρείας Χρυσόστομον, Ἰκονίου Ἰάκωβον καί Σταυρουπόλεως Μάξιμον, τούς μακαριστούς Καθηγητάς Μητροπολίτην Μύρων καί εἶτα Ἐφέσου Χρυσόστομον, Μ. Οἰκονόμον Γεώργιον Ἀναστασιάδην, Ἰωάννην Παναγιωτίδην, Ἐμμανουήλ Φωτιάδην, Κωνσταντῖνον Καλλίνικον καί Ἀριστείδην Πασσαδαῖον καί τούς ἐπιζῶντας ἐξ αὐτῶν σεβαστούς διδασκάλους καί ἡμῶν Βασίλειον Ἀναγνωστόπουλον καί Βασίλειον Σταυρίδην, τούς διατηροῦντας διά τῆς συγγραφῆς καί προσφορᾶς των ἄσβεστον τήν φλόγα καί τό πνεῦμα τῆς Χάλκης.
Ναί! ἀναμένομεν τήν ἡμέραν αὐτήν, διότι, τόν Γολγοθᾶν, τόν κάθε Γολγοθᾶν, τό κάθε Πραιτώριον, τήν πᾶσαν ἀδικίαν ἀκολουθεῖ ἡ Ἀνάστασις. Τό Καθολικόν τῆς Ἱερᾶς ταύτης Μονῆς ἀναμένει τάς προσευχάς τῶν σπουδαστῶν, τά βιβλία εἰς τήν Βιβλιοθήκην ἀναμένουν τάς χεῖρας, αἱ ὁποῖαι θά τά τοποθετήσουν ἐπί τῶν ἀναγνωστηρίων πρός ἀπορρόφησιν ἐξ αὐτῶν τῆς ἀποτεθησαυρισμένης Πατερικῆς καί θύραθεν γνώσεως. Αἱ αἴθουσαι διδασκαλίας ἀνυπομονοῦν νά ἀκούσουν καί πάλιν τήν φωνήν τῶν διδασκόντων καί τῶν ἀκροωμένων τάς ἀπορίας καί ἐρωτήσεις. Οἱ διάδρομοι διερωτῶνται διατί ἔπαυσαν νά ἠχοῦν ἐπ᾿ αὐτῶν τά βήματα τῶν νέων, τῶν δι᾿ αὐτῶν πορευομένων πρός τήν ἄνωθεν σοφίαν τήν πλήρη χάριτος καί ἀληθείας. Οἱ κῆποι προσφέρουν τήν ἀνθηφορίαν των, ἀλλ᾿ οὔτε νεανικαί οὔτε πρεσβυτικαί χεῖρες θωπεύουν τά πολύχρωμα καί εὐώδη ἄνθη. Καί ταῦτα πάντα ἄνευ ὀφέλους τινός διά τήν χώραν, διά τήν κοινωνίαν. Ἀντιθέτως! Καί ἡ μέν καί ἡ δέ βλάπτονται, ζημιοῦνται ἐκ τῆς ἀδίκου σιωπῆς. Ἐάν οἱ νόμοι ἡρμηνεύοντο μετά πλείονος εὐρύτητος πνεύματος, πόσον ὡραιοτέρα θά ἦτο ἡ ζωή τῶν ἀνθρώπων!
Ἡ ἀληθής φύσις τῆς Σχολῆς μας εἶναι ὅτι αὕτη εἶναι ἀληθής σ χ ο λ ή μυήσεως εἰς τόν πνευματικόν κόσμον τῆς ἀμωμήτου Ὀρθοδόξου πίστεώς μας, εἰς τόν τρόπον ἐνεργείας τῆς Θείας Χάριτος, εἰς τόν τρόπον προσευχῆς, εἰς τόν τρόπον καταπολεμήσεως τοῦ κακοῦ διά τοῦ ἀγαθοῦ, εἰς τόν τρόπον προσεγγίσεως Θεοῦ καί ἀνθρώπων ἐν ἀγάπῃ καί εἰρήνῃ καί ἀληθείᾳ. Οὐδείς ἔχει νά φοβηθῇ ἀπό τήν λειτουργίαν μιᾶς τοιαύτης Σ χ ο λ ῆ ς. Διότι ἐξ αὐτῆς ἐξήρχοντο ἄνθρωποι μεμυημένοι εἰς τήν Θείαν Ἀγάπην ἄνθρωποι ὡλοκληρωμένοι, ἀγαθοποιοί, εἰρηνοποιοί, φιλάνθρωποι, φιλοπρόοδοι, φίλεργοι, φιλομαθεῖς, φίλοι τοῦ Θεοῦ καί φίλοι τῶν ἀνθρώπων. Τό ἦθος καί τό ἐκκλησιαστικόν φρόνημα καί ἡ δημιουργική δραστηριότης τῶν ἀποφοίτων τῆς Σχολῆς ἡμῶν συνιστοῦν ἀξιόπιστον μαρτυρίαν περί τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ καί ἀμιγῶς πνευματικοῦ καί λειτουργικοῦ προγράμματός της.
Χαιρόμεθα σήμερον, πρός τούτοις, χαράν ἰδιαιτέραν, διότι ἐνθρονίζομεν εἰς τήν ἱστορικήν ἡγουμενικήν καθέδραν τῆς Ἱερᾶς ταύτης Μονῆς τῆς Παναγίας Τριάδος τόν νεωστί διορισθέντα ὑπό τῆς περί ἡμᾶς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου ἡγούμενον αὐτῆς, Ἱερώτατον ἀδελφόν Μητροπολίτην Προύσης κύριον Ἐλπιδοφόρον, εἰς τόν ὁποῖον παραδίδομεν τήν εὐθύνην ἀλλά καί τό προνόμιον, τήν ὑποχρέωσιν ἀλλά καί τήν τιμήν, νά συνεχίσῃ κοσμῶν τήν ἱστορίαν καί τήν μαρτυρίαν τῆς Μονῆς καί εὐχόμεθα νά ἴδῃ ἐπί τῶν ἡμερῶν του, κατ' αὐτάς τάς ἀπαρχάς τῆς ἡγουμενίας του, ἐπαναλειτουργοῦσαν τήν Σχολήν, τρέφουσαν καί καταρτίζουσαν τά νοσσία αὐτῆς διά τοῦ οἰκουμενικοῦ πνεύματος καί τοῦ ἤθους τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας. Ὁ ἅγιος ἀδελφός, ὁ νέος ἡγούμενος, ἔχει ὅλα τά προσόντα καί τά ἐφόδια διά νά ἐπιτύχῃ εἰς τήν ὑψηλήν ἀποστολήν του, νά ἐγκαινιάσῃ μίαν νέαν περίοδον εἰς τήν ζωήν καί τήν προσφοράν τῆς Μονῆς καί νά γράψῃ σελίδας δόξης. Δόξης ὄχι διά τόν ἑαυτόν σου, ἀδελφέ Ἅγιε Προύσης, οὔτε διά τόν Πατριάρχην Βαρθολομαῖον, ἀλλά διά τήν Μονήν καί τήν Σχολήν μας, διά τήν Μητέρα Ἐκκλησίαν, τήν Τροφόν τοῦ Γένους, δι' αὐτά τά ἱερώτατα πράγματα τά ὁποῖα ὀφείλομεν νά δοξάζωμεν καί νά τιμῶμεν, διότι αὐτά ὑπερετίμησαν ἡμᾶς τούς ταπεινούς διακόνους αὐτῶν. Συγχαίρομέν σοι, ἅγιε ἀδελφέ, καί δεόμεθα ὁμοῦ μετά τοῦ Σοφοῦ Σολομῶντος: “Θεέ Πατέρων καί Κύριε τοῦ ἐλέους[...], δός τῷ νέῳ ἡγουμένῳ τήν τῶν σῶν θρόνων πάρεδρον σοφίαν καί μή ἀποδοκιμάσῃς αὐτόν ἐκ παίδων σου" (πρβλ. Σοφ. Σολομ. θ΄ 1 κ.ἑξ.).
Θά ἦτο παράλειψις ἀπό μέρους τῆς ἡμετέρας Μετριότητος ἐάν δέν ἐλέγομεν καί τόν προσήκοντα λόγον εὐχαριστίας καί εὐαρεσκείας πρός τόν ἀπελθόντα Προηγούμενον ἅγιον Μοσχονησίων καί ἤδη Δέρκων κ. Ἀπόστολον διά τήν ἐπί σειράν ἐτῶν εὔορκον, πιστήν καί καρποφόρον διακονίαν αὐτοῦ ὑπό τήν ἱεράν ταύτην στέγην, τήν ὁποίαν παρέδωκεν ἀνακαινισμένην καί εὐπαρουσίαστον εἰς τόν ἄξιον διάδοχον αὐτοῦ.


Ἱερώτατοι ἅγιοι ἀδελφοί,
Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,
Τό ἐξ ἡμῶν, ἐπαναλαμβάνομεν καί σήμερον καί πάντοτε καί πάλιν καί πολλάκις:
Δόξα τῷ Θεῷ, «ὅτι ἐχαρίσθη (ἡμῖν) τό ὑπέρ Χριστοῦ, οὐ μόνον τό εἰς αὐτόν πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ αὐτοῦ πάσχειν,- τόν αὐτόν ἀγῶνα ἔχοντες, οἷον εἴδετε ἐν ἐμοί καί νῦν ἀκούετε ἐν ἐμοί” (Φιλιπ. α΄ 29).
Δόξα τῷ Θεῷ, διά τήν χαρισθεῖσαν ἡμῖν ἐκκλησιαστικήν διακονίαν διότι “ἔχομεν τόν θησαυρόν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερβολή τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καί μή ἐξ ἡμῶν” (Β´ Κορ. δ΄ 7-8).
Δόξα τῷ Θεῷ, διά τήν δωρηθεῖσαν ἡμῖν δωρεάν, τήν ὁποίαν ἀσκοῦμεν “ἐν παντί θλιβόμενοι ἀλλ᾿ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐξαπορούμενοι, διωκόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ' οὐκ ἀπολλύμενοι, πάντοτε τήν νέκρωσιν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καί ἡ ζωή τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ” (Β´ Κορ. δ΄ 8-10).
Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν!


Λόγος
τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Προύσης
κυρίου Ἐλπιδοφόρου
ἐπὶ τῇ ἐνθρονίσει ὡς Ἡγουμένου
τῆς Ἱερᾶς Πατριαρχικῆς καὶ Σταυροπηγιακῆς
Μονῆς Ἁγίας Τριάδος Χάλκης
(6 Φεβρουαρίου 2012)

«Φωστὴρ θεαυγέστατε
φωτὸς ἐπώνυμε ἅγιε
τὸ σκότος ἀπέλασον
λαμπηδόσι φωτὸς
αὐγάσας θείου»

Παναγιώτατε Δέσποτα,
Σεβασμιώτατε Πρόεδρε τῆς Ἐφορείας,
Ἐντιμότατε κ. Γενικὲ Πρόξενε τῆς Ἑλλάδος,
Σεβασμιώτατοι ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,
Πανοσιολογιώτατοι,
Ἐντιμολογιώτατοι Ἄρχοντες,
Ἀγαπητοί μου χριστιανοί.
Τὴν ὡς ἄνω ὠδὴν ἐψάλαμε σήμερον εἰς τὸν ἑορτάζοντα Μέγαν ἐν πατρᾶσι καὶ κτίτορα τῆς καθ’ ἡμᾶς Πατριαρχικῆς καὶ Σταυροπηγιακῆς ταύτης Μονῆς, ἡ ὁποία τελεῖ λαμπρὰν πανήγυριν λαμπρυνομένην ἔτι περαιτέρω διὰ τῆς αὐτοπροσώπου παρουσίας καὶ χοροστασίας τῆς Ὑμετέρας Σεπτῆς Κορυφῆς, τοῦ ἐπαξίου διαδόχου αὐτοῦ εἰς τὸν Οἰκουμενικὸν Θρόνον τῆς Βασιλίδος.
Ὁ τοῦ «φωτὸς ἐπώνυμος» ἅγιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καλεῖται ὑπὸ τοῦ ὑμνογράφου «φωστὴρ θεαυγέστατος», τοὐτέστιν οὐχὶ φορεὺς φωτὸς ἰδίου, ἀλλ’ αὐγάζων ἀκτίνας θείας, προερχομένας ἐκ τῆς μόνης πηγῆς τοῦ ἀληθοῦς φωτὸς τοῦ φωτίζοντος πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον. Δι’ ὃ καὶ δὲν ὠνομάσθη «φῶς», ἀλλὰ Φώτιος. Διότι εἷς καὶ μόνον ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ περὶ ἑαυτοῦ ὅτι «ἐγὼ εἰμὶ τὸ φῶς», ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ εἰπών «γεννηθήτω φῶς καὶ ἐγένετο φῶς», ὁ Δημιουργὸς τοῦ παντός Θεός.
Φώτιος ὁ ἑορταζόμενος καὶ πανηγυριζόμενος Μέγας ἐν ἁγίοις Πατριάρχης καὶ ἀνεδείχθη φερώνυμος τοῦ φωτὸς διότι «ἤρθη πρὸς τὸ φῶς τὸ ἄδυτον» , ἐκ τοῦ ὁποίου ἀρυσθεὶς τὰς θείας ἐκλάμψεις, μετέδωσε καὶ εἰς ἡμᾶς πάντας διὰ τοῦ βίου καὶ τῶν ἔργων αὐτοῦ. Φωτισθεὶς ὁ ἴδιος, ἐφώτισε λαοὺς καθημένους ἐν σκότει καὶ ἐν σκιᾷ θανάτου∙ λαούς, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον δὲν ἀφωμοιώθησαν πολιτισμικῶς καὶ γλωσσικῶς, ἀλλ’ ἐξετινάχθησαν διὰ τοῦ ἐκχριστιανισμοῦ αὐτῶν εἰς ὕψη εὐσεβείας, εὐημερίας, καλλιτεχνικῆς ἐκφράσεως, μοναχικῆς ἀσκήσεως, θεολογικῆς ἐκφράσεως καὶ ἐθνικῆς αὐτοσυνειδησίας.
Φωτιστὴς ὁ Μέγας Φώτιος καὶ ἔνθερμος μελετητὴς πάντων τῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτοῦ σωζομένων συγγραμμάτων, διέσωσεν αὐτὰ μεταγράψας καὶ συνοψίσας εἰς τὴν περίφημον Βιβλιοθήκην αὐτοῦ.

Τὸ φῶς, λοιπόν, τοῦ Χριστοῦ ἀπελαύνει τὸ σκότος, ὅπως τὸ φυσικὸν φῶς ἐκχυνόμενον ἀποκαλύπτει εἰς τοὺς ὑγιεῖς ὀφθαλμοὺς ἁπάσας τὰς ἀποχρώσεις τοῦ θαύματος τῆς φυσικῆς δημιουργίας. Τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ, ὅμως, δὲν εἶναι μόνον φῶς εὐσεβείας ὁδηγοῦν τοὺς ἀνθρώπους εἰς καλὰ ἔργα, εἰς τὸν παράδεισον τῆς αἰωνίας τρυφῆς καὶ τῆς ἀπολαύσεως τῶν θείων δωρεῶν. Τὸ φῶς Χριστοῦ εἶναι καὶ φῶς γνώσεως∙ γνώσεως παραγούσης πολιτισμόν, τέχνην, μουσικήν, ἀρχιτεκτονικήν∙ γνώσεως ἐξευγενιζούσης τὸν ἄνθρωπον καὶ ἐλαυνούσης τὰ σκότη τῆς ἀγριότητος, τοῦ μίσους καὶ τῆς ἀμαθείας. Διότι, ὡς συνεχίζει ὁ ὑμνωδός, «τὸ σκότος» ἀπελαύνεται «λαμπηδόσι φωτός... θείου», φωτός, δηλαδή, προερχομένου ἔξωθεν τῆς δημιουργίας, φωτὸς μὴ βαρυνομένου ἐκ τῆς φθορᾶς, φωτὸς ἀκτίστου, φωτὸς θείου.
Τοιαύτης περιωπῆς κτίτορα ἔχουσα σεμνύνεται ἡ Ἱερὰ αὕτη Μονὴ περιβεβλημένη, πρὸς τούτοις, τὴν ὑψηλοτέραν δυνατὴν διὰ μίαν Μονὴν τιμήν, αὐτὴν τῆς Πατριαρχικῆς καὶ Σταυροπηγιακῆς ἀξίας. Καὶ πανηγυρίζει σήμερον καὶ πάλιν τιμῶσα θεοπρεπῶς τὴν ἱερὰν αὐτοῦ μνήμην.
Τοιαύτης, λοιπόν, Μονῆς ἠξίωσεν ὁ Θεὸς τὴν ἐλαχιστότητά μου νὰ ὁρισθῶ Ἡγούμενος, προτάσει τῆς Ὑμετέρας Θειοτάτης Παναγιότητος καὶ ἀποφάσει τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου.
Περιττὸν νὰ εἴπω, Παναγιώτατε Δέσποτα, πόσον μικρός, ἐλάχιστος καὶ ἀνάξιος αἰσθάνομαι διὰ τὴν θέσιν ταύτην ἀναλογιζόμενος τοὺς προκατόχους μου ἐπιφανεῖς καὶ πολιοὺς Ἱεράρχας τοῦ Θρόνου, λογίους ἄνδρας καυχήματα τοῦ Γένους καὶ ἀδάμαντας τῆς Ἐκκλησίας, Σχολάρχας πλήρεις Πνεύματος Ἁγίου καὶ σοφίας τῆς θύραθεν καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς.
Περιδιαβαίνων τοὺς χώρους τῆς Μονῆς, ἀναδιφῶν εἰς τὴν σπανίαν Βιβλιοθήκην, προσευχόμενος ἐν τῷ Ναῷ, ἐνδιαιτώμενος εἰς τὴν τράπεζαν, παρατηρῶν τὰς εὐγενεῖς μορφὰς εἰς τοὺς πίνακας τῆς παρούσης αἰθούσης, αἰσθάνομαι βαρὺ τὸ φορτίον τῆς πολυτίμου καὶ παλαιφάτου κληρονομίας καὶ κάμπτονται τὰ γόνατα ἐκ τοῦ δέους τῆς εὐθύνης.
Θαρρῶν, ὅμως, εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου καὶ εἰς τὴν πατριαρχικὴν ἐπιείκειαν εὐχαρίστως ἔκλινα αὐχένα ὑπακοῆς καὶ ἀσπαζόμενος τὴν χαριτόβρυτον Ὑμῶν δεξιὰν χαίρων καὶ εὐγνωμόνως παρέλαβον ἐξ αὐτῆς τὴν ἡγουμενικὴν ράβδον, τὴν μεγάλην ταύτην τιμὴν δι’ ἕνα Ἱεράρχην τοῦ Θρόνου.

Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶμαι ὁ πρῶτος Ἡγούμενος μὴ ἀπόφοιτος τῆς ἐν ἀναγκαστικῇ σιωπῇ διατελούσης Ἱερᾶς Θεολογικῆς Σχολῆς, θητεύσας, ὅμως, ἐν τῇ Πατριαρχικῇ Αὐλῇ καὶ μαθητεύσας παρὰ τοὺς σεπτοὺς πόδας τοῦ σοφοῦ Πατρὸς καὶ Πατριάρχου μου, ὑπόσχομαι νὰ καταβάλω πᾶσαν ἀνθρωπίνως δυνατὴν προσπάθειαν νὰ φανῶ ἀντάξιος τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Ὑμετέρας Σεπτῆς Κορυφῆς, ἀντάξιος τῶν προσδοκιῶν τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γένους.
Εἶμαι εὐγνώμων, Παναγιώτατε Δέσποτα, διὰ τὴν τιμὴν τῆς ἀναθέσεως εἰς τὴν ἐλαχιστότητά μου τῆς Ἡγουμενείας τοῦ ἀδάμαντος τούτου τῶν Ἱερῶν Καθιδρυμάτων τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος κεῖται τόσον ἐγγὺς εἰς τὴν πατριαρχικὴν Ὑμῶν καρδίαν, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ εὐκαιρία καὶ περίπτωσις, καθ’ ἃς δὲν ἀναφέρεσθε μετὰ θέρμης καὶ νοσταλγίας εἴτε εἰς ἀναμνήσεις ἐκ τῆς μαθητείας Ὑμῶν ἐνταῦθα, εἴτε εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπαναλειτουργίας τῆς Ἱερᾶς Θεολογικῆς Σχολῆς. Ἐμπιστευόμενος τὴν εὐθύνην ἑνὸς τοιούτου Ἱεροῦ Καθιδρύματος, αἰσθάνομαι ὅτι μοῦ ἐμπιστεύεσθε τὴν καρδίαν Σας, τὴν μυχίαν ἐπιθυμίαν Σας νὰ ἴδητε τὴν Σχολὴν καὶ πάλιν λειτουργοῦσαν, καὶ τότε τὸ αἴσθημα τῆς εὐθύνης γίνεται βαρύτερον. Ἐπαναλαμβάνω τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι θὰ καταβάλλω πᾶσαν προσπάθειαν νὰ φανῶ ἀντάξιος τῆς τοιαύτης τιμῆς.
Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παραλαμβάνω τὴν Μονὴν ἐκ τῶν τιμίων χειρῶν τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Γέροντος Δέρκων κ. Ἀποστόλου, τοῦ τιμίου τούτου καὶ ἀνιδιοτελοῦς ἐργάτου τοῦ ἀμπελῶνος τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος εἰργάσθη ἐν αὐτῇ μετ’ αὐταπαρνήσεως καὶ εὐσυνειδησίας καὶ δυσευρέτου σήμερον αἰσθήματος καθήκοντος ἐπὶ δεκαεξαετίαν ὅλην. Παραλαμβάνω, χάρις εἰς αὐτόν, τὴν Μονὴν ἀνακαινισμένην, ὠργανωμένην καὶ εὐρύθμως λειτουργοῦσαν, ὅθεν καὶ ἐκφράζω εἰς αὐτὸν τὰς εὐχαριστίας καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην μου, βέβαιος ὢν ὅτι καὶ ἐκ τῆς νέας αὐτοῦ εὐθύνης τῆς Προεδρείας τῆς σεβαστῆς Ἐφορείας θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ νουθετῇ καὶ συμβουλεύῃ τὴν ἐλαχιστότητά μου εἰς τὴν διοίκησιν αὐτῆς.
Εὐχαριστῶ δὲ πάντα τὰ μέλη τῆς σεβαστῆς Ἐφορείας διὰ τὴν ἀγάπην καὶ τὴν ὑποστήριξιν τὴν ὁποίαν ἐπεδείξαντο ἅμα τῇ ἀναλήψει τῶν καθηκόντων μου τὸν παρελθόντα Σεπτέμβριον.
Εὐχαριστῶ πάντας ὑμᾶς, φίλους καὶ ἀδελφοὺς τοὺς ἐντεῦθεν καὶ μακρόθεν ἐλθόντας, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς παρουσίας σας τιμᾶτε τὴν ἐλαχιστότητά μου εἰς τὴν ἀνάληψιν τῆς νέας ταύτης ἐκκλησιαστικῆς διακονίας.

Παναγιώτατε Δέσποτα,
Εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ὁμιλίας μου ἀνεφέρθην εἰς τὸν Ἱερὸν Φώτιον, τὸν τοῦ φωτὸς ἐπώνυμον ἅγιον, τό «τῶν ὀρθοδόξων ἔρεισμα καὶ καύχημα» , «τῶν πατέρων καλλονήν, Ἐώας τὸ θεῖον σέλας, τῆς ἐκκλησίας λαμπρότητα» , διότι ἐπὶ τοιούτου θεμελίου ἐκτίσθη ἡ Ἱερὰ κατὰ Χάλκην Θεολογικὴ Σχολή.
Ἡ Σχολὴ αὕτη καθ’ ὅλα τὰ ἔτη τῆς λειτουργίας αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν φωτοσβεστικὴν κίνησιν τῶν κρατούντων, ἀπετέλεσε πηγὴν φωτός, πηγὴν γνώσεως, πηγὴν πολιτισμοῦ, ἀγγελτήριον εἰρήνης, ἐργαστήριον ἀγάπης, διδασκαλεῖον εὐσεβείας, φυτώριον στελεχῶν τῆς Ἐκκλησίας φωτεινῶν, ἐμφορουμένων ὑπὸ τὸ πνεῦμα τῆς οἰκουμενικότητος, φορέων τῆς ἱερᾶς παραδόσεως.
Ἡ ἐλαχιστότης μου εἶναι ὁ τρίτος Ἡγούμενος, ὁ ὁποῖος ἐνθρονίζεται ἐπὶ τῆς εὐκλεοῦς Πατριαρχείας Σας, μὴ διοριζόμενος ταυτοχρόνως καὶ ὡς Σχολάρχης. Ἐκφράζων ἅπασαν τὴν φιλέορτον ὁμήγυριν εὔχομαι ὅπως ἡ Ὑμετέρα Παναγιότης, «ὁ τῆς εἰρήνης φίλος καὶ τῆς ἀγάπης ἐργάτης» πρεσβείαις τοῦ τοῦ φωτὸς ἐπωνύμου ἐν ἁγίοις Προκατόχου Αὐτῆς, τοῦ ἀπελαύνοντος τὸ σκότος αὐγάσας λαμπηδόσι θείου φωτὸς καὶ θείᾳ χάριτι τοῦ Παρακλήτου τοῦ «ὀξέως τὴν λύτρωσιν δίδοντος» , ἀξιωθῇ - καὶ δὴ συντόμως - ὅπως ἀνάψῃ τὴν λαμπάδα ταύτην τῆς ἱερᾶς ἐπιστήμης καὶ ἐγκαινιάσῃ τὴν ἐπαναλειτουργίαν τῆς Ἱερᾶς κατὰ Χάλκην περιπύστου Θεολογικῆς Σχολῆς.
Γένοιτο.
Ο Μητροπολίτης Προύσης δέχεται τις ευχές του Εκπροσώπου των Μειονοτήτων Λάκη Βίγκα
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης με τους σπουδαστές της Εκκλησιαστικής Σχολής Χανίων
Related Posts with Thumbnails