_____________
__Yπεύθυνος σελίδας: Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος

8/31/2015

ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΚΡΗΤΗΣ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ "ΝΕΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ ΣΤΗ ΦΥΣΙΚΗ: ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ-ΕΠΙΣΤΗΜΗ-ΦΩΣ"


Ολοκληρώθηκαν με επιτυχία οι εργασίες ενός ακόμη σημαντικού Διεθνoύς Συνεδρίου με θέμα «Νέοι Ορίζοντες στη Φυσική» (ICNFP2015), στην Ορθόδοξο Ακαδημία Κρήτης. Το Συνέδριο συνδιοργανώθηκε από το Πανεπιστήμιο του Oslo της Νορβηγίας, το Πανεπιστήμιο του Nantes της Γαλλίας, το Ερευνητικό Κέντρο Gesellschaft für Schwerionenfirschung, Dramstad της Γερμανίας, με τη συμμετοχή του σημαντικού Ερευνητικού Κέντρου CERN της Ελβετίας και την ΟΑΚ. 
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι εργασίες του Συνεδρίου έκλεισαν με μία ενδιαφέρουσα Στρογγυλή Τράπεζα, με θέμα: «Πνευματικότητα-Επιστήμη και Φως». Η επιστημονική αυτή Ημερίδα είχε ως στόχο τη διερεύνηση της έννοιας του Φωτός, όπως αυτό εκφράζεται μέσα από την Επιστήμη και τις Θρησκείες στα πλαίσια του Παγκοσμίου Έτους Φωτός (International Year of Light and Light-based Technologies), που έχει αποφασισθεί από τα Ηνωμένα Έθνη, κατά την 68η ολομέλεια της 20ης Δεκεμβρίου 2013 (IYL 2015). 
Ο Δρ Κων. Ζορμπάς, Γενικός Διευθυντής της ΟΑΚ, καλωσορίζοντας τους συνέδρους και τους πολλούς επισκέπτες που παρακολούθησαν την εκδήλωση, έκανε μία εισαγωγική ομιλία, δίδοντας έμφαση στην τελευταία επίσκεψη της ΑΘΠ του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου Α΄ στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Πυρηνικής Φυσικής (CERN) και τη σημασία του διαλόγου ανάμεσα στη Θεολογία και την Επιστήμη που διεξάγεται στην ΟΑΚ. Επίσης, τόνισε ότι η προσοχή των ερευνητών του CERN για την εξακρίβωση της αλήθειας αποτελεί την έκφραση της προσπάθειας για αντικειμενική ανίχνευσή της. Βεβαίως, από τον κανόνα αυτόν ξεφεύγουν όσοι Φυσικοί έχουν την αλαζονεία να νομίζουν ότι γνωρίζουν τα πάντα. Από την πλευρά της Θεολογίας μία ανάλογη προσοχή θα έπρεπε να κυριαρχήσει, ώστε οι τοποθετήσεις και οι διακηρύξεις να διέπονται όχι από αλαζονικό πνεύμα εν ονόματι της αλήθειας, αλλά από ταπεινή χριστιανική αγάπη προς τις διερευνήσεις και εμβαθύνσεις στην αλήθεια περί Θεού, κόσμου και ανθρώπου.


Ομιλητές στην παραπάνω συνάντηση ήταν ο Καθηγητής Μανώλης Τσεσμελής (CERN, Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης), με θέμα: “Φως στο σκοτεινό σύμπαν: σκοτεινή ύλη και σκοτεινή ενέργεια”. Ο ομιλητής ανέπτυξε την έννοια της αλήθειας και τα όριά της, καθώς και τη σημασία του διαλόγου ως βασικό στοιχείο οικοδομής, αξιολόγησης και σωστού προσανατολισμού για την Επιστήμη. 
Δεύτερος ομιλητής ήταν ο Καθηγητής Georg Wolschin (Πανεπιστήμιο της Χαϊδεμβέργης, Γερμανία), με θέμα: “Φως στη Ζωή και την Επιστήμη”. Ο Καθηγητής ανέπτυξε τη σημασία του φωτός στην καθημερινή ζωή της κοινωνίας μας, μέσα στο φυσικό περιβάλλον, την πολιτιστική διάσταση και την επίδρασή του στην Τεχνολογία, τη Βιολογία, τη Γεωλογία και την Αστροφυσική.
Από την πλευρά της η καθηγήτρια Walaa Eshraim (Πανεπιστήμιο της Φρακφούρτης, Γερμανία) ανέπτυξε το θέμα: “Διαφορετικές Θρησκείες για το Φως”, μία παρουσίαση της Βίβλου και του Κορανίου σε θέματα που αφορούν την επιστήμη, την κοινωνία, την έννοια της αγάπης και των σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους. 
Τέλος, εξόχως ενδιαφέρουσα ήταν η εισήγηση του Γεώργιου Γούναρη, Ομότιμου Καθηγητή του Α.Π. Θεσσαλονίκης, με θέμα: “Φως στην Επιστήμη και την Ορθοδοξία”. Ο ομιλητής έκαμε ιδιαίτερη αναφορά στα πρώτα Κεφάλαια της Γένεσης (κυρίως σε ό,τι αφορά το Φως), ενώ έμφαση έδωσε στην έννοια του φωτός στην ορθόδοξη παράδοση μέσα από θεολογικά κείμενα του Συμεών του Νέου Θεολόγου (949-1022), του Γρηγορίου Παλαμά (1296-1359) και του π. Σωφρονίου στο Έσσεξ (1896-1993). 


Το Συνέδριο συγκέντρωσε πάνω από 250 διακεκριμένους επιστήμονες από Ευρώπη, Αμερική αλλά και Αυστραλία, Ινδία, Κίνα, Ιαπωνία κ.ά. Είναι ενδεικτικό ότι το μεγάλο μέρος τον συνέδρων ήταν ερευνητές από το κορυφαίο ερευνητικό κέντρο του CERN, οι οποίοι παρουσίασαν τις τελευταίες επιστημονικές ανακαλύψεις της Σωματιδιακής Φυσικής, της Αστροφυσικής, της Κοσμολογίας και της Φυσικής των αδρονίων και των βαρέων ιόντων.

Η ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΜΕΡΙΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΣΥΝΑΞΗ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΤΟΥ ΘΡΟΝΟΥ


Εἰσήγησις κατά τήν Ἱεράν Σύναξιν τῶν Ἱεραρχῶν 
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀπό 28 Αὐγούστου ἕως 2 Σεπτεμβρίου 2015 
ὑπό τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀμερικῆς κυρίου Δημητρίου 
Ἡ εὐλογία καί ἡ δόξα καί ἡ σοφία καί ἡ εὐχαριστία καί ἡ τιμή καί ἡ δύναμις καί ἡ ἰσχύς τῷ θεῷ ἡμῶν εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν. (Ἀποκάλυψις Ἰωάννου 7:12) 
Παναγιώτατέ μοι Δέσποτα, Σεβασμιώτατοι καί Θεοφιλέστατοι Ἅγιοι Ἀδελφοί, 
Ἔχω τήν ἰδιαιτέραν τιμήν καί εὐλογίαν νά παρουσιάσω σήμερον εὐλαβῶς εἰς τήν Ἱεράν αὐτήν Σύναξιν συνοπτικήν εἰσήγησιν, ἀνατεθεῖσαν μοι ὑπό τῆς ἀγαθυνθείσης Αὐτοῦ Θειοτάτης Παναγιότητος, περί τῶν ἀνά τόν κόσμον, ἐν τῇ λεγομένῃ Διασπορᾷ, Συνελεύσεων τῶν Κανονικῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων. 
1.Χρονικόν τῆς ἱδρύσεως τῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων 
Αἱ Συνελεύσεις αὗται ὡς γνωστόν, ἱδρύθησαν ὑπό τῆς Δ΄ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως. Ἡ Διάσκεψις αὕτη, ὡς κατά λέξιν διατυποῦται ἐν τῇ ἀπό 13ης Ἰουνίου 2009 Ἀποφάσει αὐτῆς,
«Συγκληθεῖσα ὑπό τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, τῇ συμφώνῳ γνώμῃ τῶν Μακαριωτάτων Προκαθημένων τῶν Ἁγιωτάτων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἐκφρασθείσῃ κατά τήν ἐν Φαναρίῳ Ἱεράν Σύναξιν αὐτῶν τόν Ὀκτώβριον τοῦ ἔτους 2008, συνῆλθεν εἰς τό ἐν Σαμπεζύ Ὀρθόδοξον Κέντρον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀπό 6ης μέχρι 13ης Ἰουνίου 2009, ὑπό τήν προεδρίαν τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Γέροντος Περγάμου κ. Ἰωάννου, ἐκπροσώπου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ἡ Διάσκεψις αὕτη, εἰς τήν ὁποίαν προσεκλήθησαν καί ἐξεπροσωπήθησαν πᾶσαι αἱ ἁγιώταται Ὀρθόδοξοι Αὐτοκέφαλοι Ἐκκλησίαι, ἠσχολήθη περί τό θέμα τῆς κανονικῆς ὀργανώσεως τῆς Ὀρθοδόξου Διασπορᾶς. 
Διεπιστώθη ὅτι ἀποτελεῖ κοινήν βούλησιν πασῶν τῶν ἁγιωτάτων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὅπως ἐπιλυθῇ τό ζήτημα τῆς Ὀρθοδόξου Διασπορᾶς τό ταχύτερον δυνατόν καί ὅπως ὀργανωθῇ αὕτη (δηλ. ἡ Διασπορά) κατά τρόπον σύμφωνον πρός τήν ὀρθόδοξον ἐκκλησιολογίαν καί τήν κανονικήν παράδοσιν καί πρᾶξιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. 
Διεπιστώθη ὡσαύτως ὅτι κατά τήν παροῦσαν φάσιν δέν εἶναι ἐφικτή δι’ ἱστορικούς καί ποιμαντικούς λόγους ἡ ἄμεσος μετάβασις εἰς τήν αὐστηρῶς κανονικήν τάξιν τῆς Ἐκκλησίας ὡς πρός τό ζήτημα τοῦτο, τουτέστιν εἰς τήν ὕπαρξιν ἑνός μόνου Ἐπισκόπου εἰς τόν αὐτόν τόπον. Διά τόν λόγον τοῦτον ἤχθη εἰς τήν ἀπόφασιν, ὅπως προτείνῃ τήν δημιουργίαν μεταβατικῆς τινός καταστάσεως, ἥτις καί θά προετοιμάσῃ τό ἔδαφος διά τήν αὐστηρῶς κανονικήν λύσιν τοῦ προβλήματος. 
Προτείνεται, ὅπως κατά τό μεταβατικόν στάδιον, κατά τό ὁποῖον θά προετοιμασθῇ ἡ κανονική λύσις τοῦ ζητήματος δημιουργηθοῦν (ἤ ἱδρυθοῦν) εἰς ἑκάστην ἐκ τῶν κατωτέρω μνημονευομένων περιοχῶν «Ἐπισκοπικαί Συνελεύσεις» πάντων τῶν ἐν τῇ περιοχῇ ἐκείνῃ ὡς κανονικῶν ἀναγνωριζομένων Ἐπισκόπων, οἵτινες θά ἐξακολουθοῦν νά ὑπάγωνται εἰς τάς κανονικάς δικαιοδοσίας, εἰς ἅς ὑπάγονται σήμερον. 
Αἱ συνελεύσεις αὗται θά συνίστανται ἐκ πάντων τῶν ἐν ἑκάστῃ περιοχῇ Ἐπισκόπων, οἵτινες εὑρίσκονται ἐν κανονικῇ κοινωνίᾳ μετά πασῶν τῶν ἁγιωτάτων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί θά προεδρεύωνται ὑπό τοῦ πρώτου ἐκ τῶν εἰς τήν Ἐκκλησίαν Κωνσταντινουπόλεως ὑπαγομένων Ἀρχιερέων, ἐλλείψει δέ τούτου συμφώνως πρός τήν τάξιν τῶν Διπτύχων. Αἱ ἀποφάσεις θά λαμβάνονται καθ’ ὁμοφωνίαν τῶν Ἐκκλησιῶν αἱ ὁποῖαι ἐκπροσωποῦνται εἰς τήν συγκεκριμένην Συνέλευσιν. Οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Διασπορᾶς, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦν εἰς τήν Διασποράν καί ἔχουν ἐνορίας εἰς περισσοτέρας περιοχάς, θά εἶναι μέλη τῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων καί τῶν περιοχῶν αὐτῶν.»
Ἐν συνεχείᾳ τό κείμενον τῆς Ἀποφάσεως τοῦ Σαμπεζύ παραθέτει κατάλογον τῶν χωρῶν – περιοχῶν ἔνθα δημιουργοῦνται Ἐπισκοπικαί Συνελεύσεις. Ὁ κατάλογος οὗτος κατόπιν τῆς ἀπό 6ης Μαρτίου 2014 ἀποφάσεως τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὑπέστη δύο τροποποιήσεις, καί ἔχει σήμερον ὡς ἀκολούθως κατ’ ἀλφαβητικήν σειράν : 
i. Αὐστραλία N. Ζηλανδία καί Ὠκεανία μέ 9 Ἀρχιερεῖς. 
ii. Αὐστρία μέ 7 Ἀρχιερεῖς. 
iii. Βέλγιον, Ὁλλανδία καί Λουξεμβοῦργον μέ 10 Ἀρχιερεῖς. 
iv. Γαλλία μέ 12 Ἀρχιερεῖς. v. Γερμανία μέ 16 Ἀρχιερεῖς. 
vi. Ἐλβετία καί Λιχτενστάϊν μέ 4 Ἀρχιερεῖς. 
vii. Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι μέ 55 Ἀρχιερεῖς. 
viii. Ἰσπανία καί Πορτογαλία μέ 6 Ἀρχιερεῖς. 
ix. Ἰταλία καί Μάλτα μέ 6 Ἀρχιερεῖς. 
x. Καναδᾶ μέ 16 Ἀρχιερεῖς. 
xi. Λατινική Ἀμερική μέ 18 Ἀρχιερεῖς. 
xii. Μ. Βρεταννία καί Ἰρλανδία μέ 9 Ἀρχιερεῖς. 
xiii. Σουηδία καί Σκανδιναυῒα μέ 3 Ἀρχιερεῖς. 
Σύνολον Ἀρχιερέων μετεχόντων εἰς τάς Ἐπισκοπικάς Συνελεύσεις 171. 
2. Ἁρμοδιότητες τῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων 
Ἐκτός τῆς ἀνωτέρω μνημονευθείσης ἱστορικῆς ἀποφάσεως, ἡ ἐν Σαμπεζύ Διάσκεψις ἐξέδωσε ταυτοχρόνως καί Κανονισμόν Λειτουργίας τῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Διασπορᾷ. Ὁ Κανονισμός οὗτος περιλαμβάνει ὡς γνωστόν 13 Ἄρθρα, περιέχοντα λεπτομερεῖς ὁδηγίας, καλυπτούσας ποικίλα ὀργανωτικά θέματα. Τό Ἄρθρον 5 τοῦ ἐν λόγῳ Κανονισμοῦ καθορίζει τάς ἁρμοδιότητας τῆς Ἐπισκοπικῆς Συνελεύσεως, αἱ ὁποῖαι εἶναι : 
«Πρῶτον. Νά μεριμνᾷ αὕτη καί νά συμβάλλῃ διά τήν διατήρησιν τῆς ἑνότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Περιοχῆς εἰς τάς θεολογικάς, ἐκκλησιολογικάς, κανονικάς, πνευματικάς, φιλανθρωπικάς, ἐκπαιδευτικάς καί ἱεραποστολικάς ὑποχρεώσεις αὐτῆς. 
Δεύτερον. Ὁ συντονισμός καί ἡ προώθησις τῶν κοινοῦ ἐνδιαφέροντος δραστηριοτήτων εἰς τούς τομεῖς τῆς διαποιμάνσεως, τῆς κατηχήσεως, τῆς λειτουργικῆς ζωῆς, τῶν θρησκευτικῶν ἐκδόσεων,τῶν μέσων μαζικῆς ἐπικοινωνίας, τῆς ἐκκλησιαστικῆς παιδείας κ.λ.π. 
Τρίτον. Αἱ σχέσεις μετά τῶν ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί τῶν ἄλλων θρησκειῶν. 
Τέταρτον. Πᾶν ὅ,τι ἀποτελεῖ ὑποχρέωσιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τάς σχέσεις αὐτῆς μετά τῆς κοινωνίας καί τῶν κρατικῶν Ἀρχῶν. 
Πέμπτον. Ἡ προετοιμασία σχεδίου ὀργανώσεως τῶν ὀρθοδόξων τῆς Περιοχῆς ἐπί κανονικῆς βάσεως.» 
Αἱ ἱδρυθεῖσαι Ἐπισκοπικαί Συνελεύσεις τῆς Διασπορᾶς συνεκρότησαν κατά τά ἀνωτέρω Ἐπιτροπάς ἐπί τῶν προσδιορισθέντων θεμάτων, καί ἐπί ζητημάτων προσφορᾶς τῆς ὀρθοδόξου μαρτυρίας καί τῆς συμβολῆς εἰς φιλανθρωπικά καί τρέχοντα κοινωνικά καί πολιτισμικά δρώμενα. 
Ἐκ τῶν προσφάτως ὑποβληθεισῶν ἐκθέσεων ὑπό τῶν Προέδρων τῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων καταφαίνεται ὅτι κατά τά παρελθόντα ἀπό τῆς ἱδρύσεως ἔτη, αἱ συνελθοῦσαι Ἐπισκοπικαί Συνελεύσεις στοιχοῦσαι ταῖς ἀνωτέρω προδιαγραφείσαις ἁρμοδιότησι αὐτῶν, ἐπραγματοποίησαν εἰς διαφόρους βαθμούς, πάντοτε τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος, πολύ σημαντικόν πολύμορφον ἔργον. Ἡ πραγματοποίησις αὕτη ἐπετεύχθη εἶτε διά τῶν συζητήσεων καί ἀποφάσεων ἐν ὁλομελείᾳ εἶτε διά τῶν ἐργασιῶν καί προτάσεων τῶν Εἰδικῶν Ἐπιτροπῶν τῶν ὀργανωθεισῶν ὑπό τῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων.


3. Τό θέμα τῶν προτάσεων σχεδίων πρός ἄρσιν τῆς κανονικῆς ἀνωμαλίας 
Ἐνῶ κατά τήν διαρρεύσασαν ἀπό τῆς ἱδρύσεως τῶν Συνελεύσεων ἐπαρκῆ χρονικήν περίοδον τό ἔργον τῶν Ἐπιτροπῶν τῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων τῆς Διασπορᾶς ὑπῆρξε πολύ σημαντικόν εἰς θέματα κυρίως ποιμαντικά, λειτουργικά, ἐκπαιδευτικά καί διορθόδοξα, ἐν τούτοις δέν φαίνεται νά ὑπῆρξε ἀποφασιστική πρόοδος εἰς τό μεῖζον θέμα τῆς μελέτης καί ὑποβολῆς προτάσεων σχεδίων ὑπερβάσεως τῆς ὑφισταμένης ἐν τῇ Διασπορᾷ κανονικῆς ἀνωμαλίας. Εἰς τάς ὑποβληθείσας ὑπό τῶν Προέδρων τῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων ἐκθέσεις, ἐκτός μιᾶς ἤ δύο περιπτώσεων, δέν μνημονεύεται Ἐπιτροπή τῆς Συνελεύσεως, ἤ καί Συνέλευσις ἐν ὁλομελείᾳ, εἰδικῶς μελετῶσα τό θέμα τῆς «κανονικῆς ἀνωμαλίας ἐν τῇ Διασπορᾷ», οὔτε τυχόν σχέδια καί προτάσεις ὑπερβάσεως τῆς ἀνωμαλίας. Αἱ τοιαῦται προτάσεις ἀνεμένετο νά ὑπάρξουν καί νά κατατεθοῦν μέσῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ ἡμῶν Πατριάρχου εἰς τήν ἁρμοδίαν Προπαρασκευαστικήν Ἐπιτροπήν τῆς ἀποφασισθείσης Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, προκειμένου αὕτη νά λάβῃ ὁριστικάς ἀποφάσεις ἐπί τοῦ φλέγοντος αὐτοῦ θέματος. 
Τό φαινόμενον τῆς ἐν λόγῳ μή ὑπάρξεως προτάσεων ἤ σχεδίων ὑπό τῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων πρός ἐγκαθίδρυσιν ἐκκλησιαστικῶς καί κανονικῶς ἀποδεκτῆς τάξεως, ἔχει πολλαπλῆν ἐξήγησιν ἑδραζομένην ἐπί σοβαροῦ ἀριθμοῦ δυσκολιῶν. 
Ἐπιτρέψατέ μοι νά ἀναφερθῶ, ἐπί παραδείγματι, εἰς τήν χαρακτηριστικήν περίπτωσιν τῆς Συνελεύσεως τῶν Κανονικῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν Ἀμερικῆς. Ἐν προκειμένῳ συνέβη τό ἑξῆς : Κατά τάς τρεῖς πρώτας ἐτησίας Συνάξεις τῆς Συνελεύσεως αὐτῆς (κατά τά ἔτη 2010, 2011, καί 2012), ἐγένετο σημαντική ἐργασία ὑπό τῆς πρός τοῦτο Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς, καί ὑπό τῆς Συνελεύσεως ἐν ὁλομελείᾳ, πρός διαμόρφωσιν προτάσεων καί σχεδίων ὑπερβάσεως τῆς κανονικῆς ἀνωμαλίας. Ἡ ἐργασία αὕτη περιελάμβανε μεθοδικήν καί ὑπεύθυνον μελέτην τῶν ἐμπλεκομένων ἐκκλησιαστικῶν γεωγραφικῶν, πληθυσμιακῶν καί πολιτισμικῶν συνθηκῶν.
Αἰφνιδίως κατά τήν τετάρτην ἐτησίαν Σύναξιν τῆς Ἐπισκοπικῆς Συνελεύσεως (τό ἔτος 2013) εὑρέθημεν πρό ἀπροσδοκήτου κειμένου ἀναγνωσθέντος ὑπό Ἐπισκόπου τῆς Βουλγαρικῆς Παρουσίας ἐν Η.Π.Α. Τό ἐν λόγῳ κείμενον ἔθετε κατ’ οὐσίαν ἐν ἀμφιβόλῳ τήν ὅλην προσπάθειαν προτάσεως ἀντιμετωπίσεως τῆς κανονικῆς ἀνωμαλίας. Τό ἀναγνωσθέν κείμενον δέν συνεζητήθη τότε, διότι ἐνεφανίσθη κατά τήν τελευταίαν ὥραν τῆς Συνελεύσεως. 
Ἐν τούτοις, ἡ Βουλγαρική Ἀντιπροσωπεία ἐπανῆλθε εἰς τό θέμα αὐτό, εἰς τήν πέμπτην ἐτησίαν Συνέλευσιν (τό παρελθόν ἔτος 2014), ὑποστηρίζουσα τήν ἰδίαν θέσιν. Εἰς τήν περίπτωσιν αὐτήν, ἡ ἀνωτέρω θέσις προεβλήθη ἐν παραλλαγῇ καί ὑπό τῆς Ρωσσικῆς πλευρᾶς (Πατριαρχεῖον Μόσχας καί ROCOR). Διετυπώθησαν μάλιστα ἐν τῇ αὐτῇ Συνελεύσει καί συναφεῖς ἀπόψεις ὅτι λόγῳ τῶν προβληθεισῶν ἀντιρρήσεων, ἴσως θά ἦτο προτιμώτερον ἡ λεγομένη Ὀρθόδοξος Διασπορά νά παραμείνῃ εἰς τήν παροῦσαν κατάστασιν, μιᾶς ἔστω «κανονικῆς ἀνωμαλίας», παρά νά ἐμπλακῇ εἰς ἀλλαγάς, αἱ ὁποῖαι θά προεκάλουν εἰς τάς ἐν Ἀμερικῇ Ὀρθοδόξους Παρουσίας, καί κατά λογικήν ἐπέκτασιν καί ἀλλαχοῦ, ἀναταραχήν καί σύγχυσιν οὐχί τήν τυχοῦσαν. 
Τί ἀκριβῶς προεκάλεσε τήν ἀνωτέρω ἀντίδρασιν ὑπό ὡρισμένων Παρουσιῶν τῆς Διασπορᾶς εἰς τήν ἰδέαν τῆς ὑπερβάσεως τῆς κανονικῆς ἀνωμαλίας; Ὁ κύριος λόγος φαίνεται νά εἶναι ὁ φόβος ὅτι οἵονδήποτε σχέδιον ἄρσεως τῆς ἀνωμαλίας συνεπάγεται μείωσιν τῆς αὐτονομίας, τοῦ ἐθνικοπολιτισμικοῦ χαρακτῆρος καί τῆς δικαιοδοσιακῆς ἰδιότητος τῶν ἐπί μέρους Παρουσιῶν. Ὁ φόβος οὗτος μείγμα ἐθνοφυλετισμοῦ καί ἰσχυρισμοῦ διακαιοδοσιακοῦ διακαιώματος, φαίνεται νά καλλιεργῆται καί ὑπό τινων ἐκ τῶν μητρικῶν λεγομένων Αὐτοκεφάλῶν Ἐκκλησιῶν ἐπί σκοπῷ διατηρήσεως πλήρους ἐλέγχου τῶν Παρουσιῶν των ἐν τῇ Διασπορᾷ. Ἐπιπροσθέτως, εἰς τινας περιπτώσεις ὑποβάλλεται τεχνηέντως ἡ ἰδέα ὅτι ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει ἡ ὅλη προσπάθεια ρυθμίσεως τῆς κανονικῆς ἀνωμαλίας ἀποβλέπει εἰς ὑπαγωγήν πάντων ὑπό τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον. 
Ἐάν τό φαινόμενον αὐτό ἰσχύῃ διά τάς Ἡνωμένας Πολιτείας ἔνθα ἔχομεν ἤδη ἕκτην γενεάν ἐκ τῶν ἀρχικῶν μεταναστῶν διαφόρων ὀρθοδόξων χωρῶν, καί ἔνθα ὑπῆρξεν ἐπί ἰκανάς δεκαετίας ἡ ἐμπειρία τῆς SCOBA (Μονίμου Ἐπιτροπῆς Ὀρθοδόξων Ἱεραρχῶν Ἀμερικῆς) ὡς κοινῆς πανορθοδόξου προσπαθείας, τοῦτο πολύ περισσότερον ἰσχύει διά χώρας τῆς Εὐρώπης καί δι’ ἄλλας ἀνά τόν κόσμον περιοχάς ἔνθα ὁ κύριος ὄγκος Ὀρθοδόξου Διασπορᾶς ἀποτελεῖται ἀπό πρώτην ἤ δευτέραν γενεάν μεταναστῶν, οἱ ὁποῖοι συχνάκις διατηροῦν ἰσχυρούς δεσμούς μέ τάς Αὐτοκεφάλους Ἐκκλησίας τῶν χωρῶν προελεύσεώς των, αἱ ὁποῖαι Αὐτοκέφαλοι Ἐκκλησίαι ὡς ἐξηγήσαμεν παρεμβαίνουν συχνάκις ἐντόνως εἰς τά ἐν Διασπορᾷ διαδραματιζόμενα. 
Τό συζητούμενον πρόβλημα ἔχει ὀξυνθῆ κατά τήν τελευταίαν δεκαετίαν λόγῳ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ πρωτογενῶν μεταναστῶν προερχομένων ἐκ τῆς ριζικῆς ἀλλαγῆς πολιτικῶν καθεστώτων ἐν Ἀνατολικῇ Εὐρώπῃ καί ἐμπολέμων καταστάσεων ἐν Μέσῃ Ἀνατολῇ. Ἀναφέρεται χαρακτηριστικῶς ὅτι μόνον ἐκ Ρουμανίας ὑπάρχουν ἐκατομμύρια μεταναστῶν εἰς Ἰταλίαν καί Ἰσπανίαν. Ἀκόμη καί εἰς τάς Ἡνωμένας Πολιτείας παρά τούς ἰσχυρούς καί ἀκάμπτους μεταναστευτικούς νόμους ἔχει παρατηρηθῆ κατά τά τελευταία δέκα ἔτη εἰσροή μεγάλου ἀριθμοῦ μεταναστῶν ἐκ Βαλκανίων, Οὐκρανίας καί Μέσης Ἀνατολῆς. Τό ἐκ Μέσης Ἀνατολῆς μεταναστευτικόν ρεῦμα εἶναι ἐντόνως ἐμφανές καί εἰς τήν Νότιον Ἀμερικήν. Ὡς ἐκ τούτου, αἱ προτάσεις διά τήν ὐπέρβασιν τῆς κανονικῆς ἀνωμαλίας ἐν τῇ Διασπορᾷ φαίνεται ἐν τοῖς πράγμασι νά προσκόπτουν, τουλάχιστον ἐπί τοῦ παρόντος, εἰς σοβαρότατα ἐμπόδια, τά ὁποῖα δέν ὑπῆρχον προηγουμένως. Πάντως δέον νά ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι αἱ λοιπαί Εἰδικαί Ἐπιτροπαί, σχεδόν ὅλων τῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων τῆς Διασοπᾶς, ἠργάσθησαν μεθοδικῶς καί μετά ζήλου καί πίστεως, πραγματοποιήσασαι ἔργον ἐξαίρετον ἀναφερόμενον εἰς οὐσιώδη θέματα τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. 
4. Ἐπιτεύγματα τῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων 
Ἐκ τῶν ὑποβληθεισῶν ἐκθέσεων συνάγεται τό συμπέρασμα ὅτι αἱ Ἐπισκοπικαί Συνελεύσεις τῆς Διασπορᾶς ἀπετέλεσαν σαφῶς καί άναντιρρήτως θετικόν βῆμα εἰς πέντε βασικούς τομεῖς ζωτικῆς σημασίας διά τήν Ἐκκλησίαν, ἤτοι 1) Εἰς προσέγγισιν καί στενοτέραν σχέσιν μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων ἑκάστης περιοχῆς, 2) εἰς ἰσχυροτέραν μαρτυρίαν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, 3) εἰς δημιουργίαν κοινῶν δραστηριοτήτων ποιμαντικοῦ, λειτουργικοῦ καί ἐκπαιδευτικοῦ χαρακτῆρος ὑπό τῶν Ὀρθοδόξων Παρουσιῶν εἰς ἑκάστην χώραν, 4) εἰς βελτίωσιν τῶν σχέσεων μετά τῶν ἑτεροδόξων ἐν ἑκάστῃ γεωγραφικῇ περιοχῇ, καί 5) εἰς ἐπίτευξιν πλεονεκτημάτων ἀπό πλευρᾶς κρατικῶν παροχῶν καί διευκολύνσεων λόγῳ τῆς σοβαρᾶς ἐμφανίσεως τῆς Ὀρθοδοξίας ὑπό τήν μορφήν τῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων. 
Τά ἀνωτέρω συνιστοῦν πολύ ἀξιόλογα ἐπιτεύγματα, πραγματοποιηθέντα, θεία χάριτι, εἰς σχετικῶς βραχύ χρονικόν διάστημα. Εἰς ὅλας τάς ἐκθέσεις τῶν ἀδελφῶν Ἱεραρχῶν προέδρων τῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων εἶναι ἐκδηλος ἡ ἐν Κυρίῳ ἰκανοποίησις ἐκ τῆς δημιουργίας καί λειτουργίας τῶν Συνελεύσεων καί τῶν Εἰδικῶν Ἐπιτροπῶν αὐτῶν. 
5. Προβληματικά σημεῖα συνδεόμενα μέ τάς Συνελεύσεις 
Ὡς ἦτο ὅμως φυσικόν ὑπῆρξαν καί προβληματικά σημεῖα συνδεόμενα μέ τάς Συνελεύσεις, ἐπισημανθέντα ὑπό τῶν Σεβασμιωτάτων Προέδρων τῶν Συνελεύσεων εἰς τάς ἐκθέσεις αὐτῶν.
Πρῶτον, διεπιστώθη ὅτι εἰς πλείστας τῶν Συνελεύσεων ὡρισμένοι Ἀρχιερεῖς ἐκ διαφόρων Παρουσιῶν ἔδειξαν ἀδιαφορίαν, δέν μετέσχον εἰς τάς Συνελεύσεις ἤ εὗρον αὐτάς ὡς εὐκαιρίαν προβολῆς ἰδιοτελῶν σκοπῶν καί σχεδίων. Οἱ Σεβασμιώτατοι ἀδελφοί Πρόεδροι τῶν Συνελεύσεων, Ἀρχιερεῖς, πάντοτε τοῦ Οἰκουμενικοῦ ἡμῶν Πατριαρχείου, ἐπέδειξαν εἰς ὅλας ἀνεξαιρέτως τάς περιπτώσεις θαυμαστήν ὑπομονήν, σοφίαν ἀλλά καί ἀποφασιστικότητα πρός ἀντιμετώπισιν τῶν ὡς ἄνω περιπτώσεων, ἐπιτυχόντες οὕτω τήν κατά τό δυνατόν μείωσιν τῶν ἀρνητικῶν ἀποτελεσμάτων ἐκ τῆς ἀνεπιτρέπτου στάσεως καί τῶν ἀκόμψων ἐνεργειῶν ὡρισμένων Ἱεραρχῶν. 
Δεύτερον, ἀνεφέρθη καί συνεζητήθη ὡς προβληματικόν σημεῖον ἡ ὀνομασία Ἐπισκοπική Συνέλευσις. Ὑπό πολλῶν Ἱεραρχῶν ἐτέθη τό ἐρώτημα διατί ἐπελέγη ἡ ὀνομασία Συνέλευσις, ἀποτελοῦσα ὅρον μᾶλλον πολιτικῆς παρά ἐκκλησιαστικῆς προελεύσεως, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία γνωρίζει καί χρησιμοποιεῖ ἐκ μακρᾶς παραδόσεως τήν ὀνομασίαν Σύνοδος, ὅταν μάλιστα πρόκειται περί Ἐπισκοπικοῦ ἱεροῦ σώματος. Τό ἐρώτημα συνάπτεται καί πρός τό γεγονός ὅτι αἱ Ἐπισκοπικαί Συνελεύσεις, μή οὖσαι Σύνοδοι, δέν ἔχουν κατ΄ οὐσίαν διοικητικόν κῦρος ἐπί τῶν Παρουσιῶν αἵτινες συγκροτοῦν αὐτάς, ἀλλά παραμένουν ἁπλῶς καί ἀορίστως συμβουλευτικά ὄργανα. 
Τρίτον, ἐδημιούργησε προβληματισμόν τό θέμα τοῦ τρόπου λήψεως ἀποφάσεων εἰς τάς Συνελεύσεις. Ἡ ὁδηγία τῆς Διασκέψεως τοῦ Σαμπεζύ καθιερώνει κατά τρόπον ἀπαράβατον ὅτι αἱ ἀποφάσεις λαμβάνονται· καθ’ ὁμοφωνίαν τῶν συμμετεχουσῶν Παρουσιῶν καί οὐχί κατά πλειονοψηφίαν. Τοῦτο πρακτικῶς σημαίνει ὅτι Ἀρχιερεύς ἐκπροσωπῶν Παρουσίαν τινά ἔχουσαν μόνον τρεῖς ἤ τέσσαρας ἐνορίας δύναται νά προβάλῃ ἀρνησικυρίαν (Veto) ἔναντι ἀποφάσεως προτεινομένης ὑπό τοῦ συνόλου τῶν Ἀρχιερέων τῶν ἐκπροσωπούντων τάς λοιπάς ἐν τῇ Ἐπισκοπικῇ Συνελεύσει ἐκατοντάδας ἐάν ὄχι χιλιάδας ἐνοριῶν. Εἰς τήν Ἐκτελεστικήν Ἐπιτροπήν τῆς Ἐπισκοπικῆς Συνελεύσεως ἐν Η.Π.Α. ἐγένετο μακρά συζήτησις ἐν προκειμένῳ. Ἐλέχθη συναφῶς ὅτι ὑπῆρξαν περιπτώσεις ἀποφάσεων παμψηφεί ἤ καθ’ ὁμοφωνίαν εἰς ἐκκλησιαστικούς, (Σύνοδοι κτλ.), πολιτικούς ἤ κρατικούς (Κοινοβούλια), καί Διεθνεῖς Ὀργανισμούς (Ο.Η.Ε.), ἀλλά τοῦτο δέν ἀποτελεῖ πάγιον καί μοναδικόν τρόπον λήψεως ἀποφάσεων. Ἡ κρατοῦσα παγκοσμίως καί διαχρονικῶς μέθοδος εἶναι ἡ διά πλειονοψηφίας, ἡ ὁποία ἔχει καί τήν δυνατότητα εὐελιξίας ἀναλόγως τῶν δεδομένων ἐν ἑκάστῃ περιπτώσει, ἤτοι ἁπλῆ πλειονοψηφία τοῦ 51% ἥ πλειονοψηφία τῶν 2/3 (δύο τρίτων) ἤ 3/4 (τριῶν τετάρτων) ἐπί τοῦ συνόλου τῶν ψηφιζόντων. 
Ἀναφέρομεν τό θέμα τοῦτο διότι αἱ ἀνά τόν κόσμον Ἐπισκοπικαί Συνελεύσεις καί αἱ Ἐπιτροπαί αὐτῶν ἀντιμετωπίζουν καί θά ἀντιμετωπίσουν πλείστας περιπτώσεις ἔνθα ἡ ὁμοφωνία εἶναι δύσκολος, ἄν ὄχι ἀδύνατος ἐνῶ ἐνδεχομένως ὑπάρχει πλειονοψηφία τοῦ 90% τῶν συμμετεχόντων. Τό τοιοῦτον σημαίνει αὐτομάτως ἀδυναμίαν ἤ χρονοβόρον ἀναβολήν λήψεως ἀποφάσεων. 
Ἕν τέταρτον προβληματικόν σημεῖον, σχετίζεται πρός τόν βασικόν σκοπόν τῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων, καθορισθέντα ὑπό τῆς ἐν Σαμπεζύ Διασκέψεως (Ἄρθρον 5), ἤτοι τόν καταρτισμόν σχεδίου πρός ὑπερνίκησιν τῆς ἐν τῇ Διασπορᾷ κανονικῆς ἀνωμαλίας. Ὡς διεπιστώθη ἐκ τῶν σχετικῶν ἐκθέσεων, αἱ Ἐπισκοπικαί Συνελεύσεις δέν παρουσίασαν τοιοῦτον σχέδιον. Ἀκόμη καί ἡ συναφής προσπάθεια, ἡ ἀναληφθεῖσα ὡς ἤδη εἴπομεν ὑπό τῆς ἐν Η.Π.Α. Ἐπισκοπικῆς Συνελεύσεως καί πραγματοποιήσασα ὡρισμένα θετικά βήματα εὑρέθη αἰφνιδίως πρό σχεδόν ἀνυπερβλήτων δυσχερειῶν. 
Ἐάν ὁ μνημονευθείς βασικός σκοπός ἱδρύσεως τῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων, καί μάλιστα ὀργανικῶς συνδεδεμένος μέ τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Σύνοδον, προσκόπτει εἰς σοβαρώτατα ἐμπόδια, τίθεται τό εὔλογον ἐρώτημα : Τί θά γίνῃ μετά τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Σύνοδον; Θά ἔχουν λόγον ὑπάρξεως αἱ Ἐπισκοπικαί Συνελεύσεις τῆς Διασπορᾶς μέ σκοπόν τήν ὑπέρβασιν τῆς κανονικῆς ἀνωμαλίας; Τό ὡς ἄνω ἐρώτημα ἔχει οὐσιαστικήν σημασίαν γενικῶς μέν ἀλλά κυρίως διά τάς περιπτώσεις ἐκείνας κατά τάς ὁποίας ὑπό τήν Ἐπισκοπικήν Συνέλευσιν λειτουργοῦν μεγάλοι καί ἰσχυροί Πανορθόδοξοι Ὀργανισμοί. Σχετικά παραδείγματα ἀναφέρονται ἐν Ἀμερικῇ ὡς εἶναι ὁ Ὀργανισμός IOCC (International Orthodox Christian Charities – Διεθνής Ὀρθόδοξος Χριστιανική Φιλανθρωπία) καί OCMC (Orthodox Christian Mission Center - Ὀρθόδοξον Χριστιανικόν Κέντρον Ἱεραποστολῆς). Ἐπίσης ἡ συνέχεια ὑπάρξεως τῶν Συνελεύσεων ἔχει ἀποφασιστικήν σημασίαν διά τά κράτη ἔνθα ἡ Ἐπισκοπική Συνέλευσις ἀποτελεῖ τήν ἐπίσημον διά τό κράτος ἀναγνώρισιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Τοῦτο εὐλόγως καθιστᾶ ἀπαραίτητον τήν συνέχειαν ὑπάρξεως καί λειτουργίας τῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων. 
Πέμπτον: Ἕν ἀκόμη σημεῖον χρῆζον πιθανῶς μελέτης, καί ἴσως ἀναθεωρήσεως, συνδέεται μετά μνημονευθέντος Ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Διασκέψεως τοῦ Σαμπεζύ ἔχοντος ὡς ἑξῆς: 
«Μέλη τῆς Ἐπισκοπικῆς Συνελεύσεως εἶναι καί ὅσοι ὑπερόριοι ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι ἀσκοῦν ποιμαντικήν διακονίαν ἐνοριῶν τῆς Περιοχῆς» (Ἄρθρον 1, Παραγρ. 2). Τοῦτο εἰς τήν πρᾶξιν σημαίνει ὅτι Ἐπίσκοπος ἀσκῶν τήν διακονίαν του λ. χ. μέ δέκα ἐνορίας εἰς τήν χώραν τῆς διαμονῆς του, δύναται νά μετέχῃ εἰς τήν Ἐπισκοπικήν Συνέλευσιν ἄλλης χώρας ἔνθα συμβαίνει νά ἔχῃ ἕστω καί μίαν μόνον ἐνορίαν. Καί δύναται βεβαίως ὁ Ἐπίσκοπος οὗτος, ἐκπροσωπῶν Ἐκκλησιαστικήν Παρουσίαν Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας, νά διαφωνήσῃ πρός ἀποφάσεις τοῦ συνόλου τῶν Ἐπισκόπων τῆς χώρας εἰς τήν ὁποίαν δέν διαμένει. Ἐν ἄλλοις λόγοις, ὁ ῥηθείς ἐπίσκοπος διαθέτει πλῆρες δικαίωμα ἀρνησικυρίας (Veto), δυνάμενος, ἕνεκα τῆς ἀρχῆς λήψεως ἀποφάσεων μόνον δι’ ὁμοφωνίας, νά ἐμποδίσῃ σοβαράς ἀποφάσεις τῆς συντριπτικῆς τοπικῆς πλειονοψηφίας τῶν Ἐπισκόπων τῆς χώρας. 
6. Τελικαί Παρατηρήσεις 
Ἐν κατακλεῖδι καί συμπερασματικῶς ὑποβάλλω εὐλαβῶς τά ἑξῆς: 
1) Πρῶτον: Ἡ δημιουργία καί λειτουργία τῶν ἀνά τόν κόσμον Συνελεύσεων τῶν Κανονικῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων ὑπῆρξε γεγονός εὐλόγως καί ἀναμφισβητήτως πολύ θετικόν, προαγωγικόν τῆς ἑνότητος καί συνεργασίας μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Παρουσιῶν ἑκάστης χώρας τῆς Διασπορᾶς. Ὑπήρξεν ἐπίσης ὀρθόδοξον ἐκκλησιαστικόν ἐπίτευγμα ἀποφασιστικῆς σημασίας δι’ ἰσχυροτέραν προσφοράν τῆς Ὀρθοδόξου Μαρτυρίας, τήν βελτίωσιν τῆς ποιμαντικῆς μερίμνης, τήν κάλυψιν λειτουργικῶν ἀναγκῶν καί τήν ὑπεύθυνον ἀνάληψιν πανορθοδόξων δραστηριοτήτων κοινωνικῆς οἰκονομικῆς, καί φιλανθρωπικῆς φύσεως. Κοινή καί ἰσχυρά πεποίθησις ἀπορρέουσα ἐκ τῆς μελέτης ὅλων τῶν ἐκθέσεων τῶν Προέδρων τῶν Συνελεύσεων, εἶναι ὅτι αἱ Ἐπισκοπικαί αὗται Συνελεύσεις πρέπει νά συνεχίσουν τήν ὕπαρξιν καί λειτουργίαν των συμπεριλαμβάνουσαι εἰς τό ἔργον αὐτῶν καί τήν προσπάθειαν ἐξευρέσεως λύσεως τῆς ἐν τῇ Διασπορᾷ κανονικῆς ἀνωμαλίας, παρά τά ὑφιστάμενα ἐμπόδια. 
Πρέπει εἰς τό σημεῖον αὐτό νά λεχθῇ ὅτι τό ζήτημα τῆς ὑπερβάσεως τῆς κανονικῆς ἀνωμαλίας καί τῆς περαιτέρω λειτουργίας τῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων συνδέεται ἐπί πλέον οὐσιωδῶς καί μέ τήν φύσιν καί τήν ἀποστολήν τῆς Διασπορᾶς. Διά τήν ἀνά τόν κόσμον Διασποράν ἰσχύει ἀπολύτως ἡ ἐντολή τοῦ Κυρίου εἰς τό τέλος τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου: 
Ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς. Πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν• (Ματθ. 28: 18-20), ὡς ἐπίσης καί εἰς τήν ἀρχήν τοῦ βιβλίου τῶν Πράξεων, Λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφ’ὑνμᾶς, καί ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλήμ καί ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαία καί Σαμαρείᾳ καί ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς (Πράξεων 1:8). (Βλ. ἐπίσης Μάρκου 13:10 «Εἰς πάντα τά ἕθνη δεῖ πρῶτον κηρυχθῆναι τό Εὐαγγέλιον») Ἐπιτρέψατέ μοι, παρακαλῶ, νά ἀναφέρω ἐν προκειμένῳ καί τήν συγκλονιστικήν διακήρυξιν τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἰς τήν πρός Ρωμαίους Ἐπιστολήν του: 
Οὐ γὰρ θέλω ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, τὸ μυστήριον τοῦτο, ἵνα μὴ ἦτε ἐν ἑαυτοῖς φρόνιμοι, ὅτι πώρωσις ἀπὸ μέρους τῷ Ἰσραὴλ γέγονεν ἄχρι οὗ τὸ πλήρωμα τῶν ἐθνῶν εἰσέλθῃ, καί οὕτω πᾶς Ἰσραήλ σωθήσεται. (Ρωμ. 11:25) 
Ὁ μέγας Ἀπόστολος διαβλέπει μέν τήν τελικήν ἐν Χριστῷ σωτηρίαν τοῦ Ἰσραήλ ἀλλά ἀποκαλύπτει ὅτι τοῦτο θά συμβῇ ὅταν τό πλήρωμα τῶν Ἐθνῶν εἰσέλθῃ εἰς τό Εὐαγγέλιον. Καί τό πλήρωμα τῶν Ἐθνῶν δέν θά εἰσέλθη εἰς τό Εὐαγγέλιον, ἐάν τό Εὐαγγέλιον δέν διαδοθῇ εἰς πάντα τά Ἔθνη. Οἱ ἀνωτέρω βαρυσήμαντοι καί ἱερότατοι Κυριακοί καί Ἀποστολικοί λόγοι ἠχοῦν μονίμως εἰς τούς χώρους τῆς Διασπορᾶς, ἡ ὁποία ἔχει συνείδησιν τῆς ἰδιαιτέρας σωτηριολογικῆς ἀποστολῆς της. Συνεπῶς οἱονδήποτε ἐμπόδιον, κανονικῆς ἤ ἄλλης φύσεως, ἀντιστρατεύεται εἰς τήν σωτηριολογικήν αὐτήν ἀποστολήν πρέπει νά ἐξουδετερωθῇ πλήρως. 
2) Δεύτερον: Τό θέμα τῆς ρυθμίσεως τῆς κανονικῆς ἀνωμαλίας ἐν τῇ Διασπορᾷ φαίνεται, ὡς ἐλέχθη ἤδη, νά προσκρούῃ εἰς σοβαρά ἐμπόδια. Ἤδη ἐγένετο σχετική μνεία, ἀλλά ἐπιτρέψατέ μοι νά ὑποβάλω ἐπισημαίνων τρία κυρίως. 
Τό πρῶτον σοβαρόν ἐμπόδιον εἶναι ἡ ὑπό ὡρισμένων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν μή ἀναγνώρισις τῆς θεμελιώδους κανονικῆς ἐκκλησιολογικῆς ἀρχῆς ὅτι ἡ δικαιοδοσία τῶν χωρῶν τῆς διασπορᾶς ἀνήκει ἀποκλειστικῶς καί μόνον εἰς τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον. 
Τό δεύτερον σοβαρόν ἐμπόδιον, συνδεόμενον εὐθέως μέ τό πρῶτον εἶναι ὁ ἰσχυρισμός ὅτι αἱ Αὐτοκέφαλοι Ἐκκλησίαι δύνανται νά ἔχουν ἀπεριόριστον κατ’ οὐσίαν δικαιοδοσίαν εἰς οἱανδήποτε ἀνά τήν Οἰκουμένην χώραν ἐκτός τοῦ ἀμέσου γεωγραφικοῦ χώρου τῆς ἀρχικῆς τοπικῆς δικαιοδοσίας των. 
Τό τρίτον σημαντικόν ἐμπόδιον ἀναφέρεται εἰς τό φαινόμενον τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ πρωτογενῶν μεταναστῶν τῶν τελευταίων ἐτῶν, οἱ ὁποῖοι προφανῶς ἐντάσσονται εἰς τό σῶμα τῆς Διασπορᾶς. Ἔχει ἐν τούτοις παρατηρηθῆ ὅτι οἱ ἐν λόγῳ μετανάσται ἔχουν κατά τό πλεῖστον μᾶλλον ἑθνικήν παρά ὀρθόδοξον ταυτότητα καί συνείδησιν. Διά τοῦτο καί δέν συνδέονται μέ τήν Ἐκκλησίαν των τῆς Διασπορᾶς. Ἐνταῦθα ὑπεισέρχεται αὐτομάτως ἡ ἔννοια τοῦ ἑθνοφυλετισμοῦ ὑπό ἰδιότυπον μορφήν, συνιστῶσαν οὐχί ἀσήμαντον ἐμπόδιον. 
Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἡ συζήτησις περί ἄρσεως τῆς ἐν Διασπορᾷ ἀνωμαλίας δέν φαίνεται νά ἐξαρτᾶται κατά πρῶτον λόγον ἀπό τάς τοπικάς Ἐπισκοπικάς Συνελεύσεις, τάς καθορισθείσας ὑπό τῆς Διασκέψεως τοῦ Σαμπεζύ, ἀλλά ἀπό τάς Αὐτοκεφάλους Ἐκκλησίας τάς ἐχούσας παρουσίας ἐν τῇ Διασπορᾷ καί συγκεκριμένως ἀπό τά Πατριαρχεῖα Ἀντιοχείας, Μόσχας, Σερβίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας καί τήν Αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν Πολωνίας. Τό Οἰκουμενικόν ἡμῶν Πατριαρχεῖον ἔκαμε ἐν προκειμένῳ πολλά, συνεχῆ καί μεγάλα βήματα. Τοῦτο ὅμως δυστυχῶς δέν συνέβη μέ ὅλας τάς Αὐτοκεφάλους Ἐκκλησίας. 
Ἐν ὄψει τῶν ἀνωτέρω μνημονευθεισῶν θεμελιωδῶν ἐκκλησιολογικῶν τοποθετήσεων ὡρισμένων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, τό ὅλον θέμα περί ἄρσεως τῆς ἐν τῇ Διασπορᾷ κανονικῆς ἀνωμαλίας χρήζει βασικῆς ἐπανεξετάσεως. Ἐν γνώσει βεβαίως ὅτι τήν κυρίαν εὐθύνην διά τήν κανονικήν ἀνωμαλίαν δέν τήν φέρουν οἱ Κληρικοί καί Λαϊκοί τῆς Διασπορᾶς, οἱ ἀγωνιζόμενοι μετά ζήλου καί θυσιῶν διά τήν προβολήν τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς μή ὀρθόδοξα ἤ ἀντι-ὄρθόδοξα περιβάλλοντα, ἀλλά αἱ Αὐτοκέφαλοι Ἐκκλησίαι ἐκ τῶν ὁποίων οὗτοι προέρχονται.  
Παναγιώτατε Δέσποτα, 
Ὑποβάλλω Ὑμῖν πάλιν καί πολλάκις τάς θερμοτάτας εὐλαβεῖς εὐχαριστίας μου διά τήν ἐξαίρετον τιμήν καί εὐλογίαν τῆς ἀναθέσεως εἰς τήν ταπεινότητά μου τῆς παρούσης εἰσηγήσεως. Ἐπιτρέψατέ μοι ἵνα ἐπίσης ὑποβάλω τήν ὁλοκάρδιον εὐγνωμοσύνην τῶν Σεβασμιωτάτων καί Θεοφιλεστάτων Προέδρων καί Μελῶν διά τήν ἀνά τήν Οἰκουμένην ὕπαρξιν καί λειτουργίαν τῶν Συνελεύσεων τῶν Κανονικῶν Ὀρθόδοξων Ἐπισκόπων. Εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστόν ὅτι ἡ δημιουργία καί ὕπαρξις τῶν Ἐπισκοπικῶν αὐτῶν Συνελεύσεων ὀφείλεται κατ’ οὐσίαν εἰς τήν Ὑμετέραν Πατριαρχικήν Θεοκίνητον πράγματι, πρωτοβουλίαν. Ἡ γένεσις καί λειτουργία τῶν Συνελεύσεων ἐπί ἕξ ἤδη ἔτη, εἶναι ἀσφαλῶς ἀποτέλεσμα τῆς Ὑμετέρας ἀνυστάκτου Πατριαρχικῆς μερίμνης καί τοῦ Ὑμετέρου «παροξυσμοῦ ἀγάπης,» (Ἐβρ. 10:24) «ὑπέρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου, εὐσταθείας τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν καί τῆς τῶν πάντων ἐνώσεως» (Θεία Λειτουργία Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου). 
Ἐπί τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, δεόμεθα τοῦ Κυρίου ἐκτενῶς ἵνα αἱ ἱεραί προσπάθειαι καί ἐν Θεῷ πρωτοβουλίαι τῆς Ὑμετέρας Σεπτῆς Κορυφῆς ὑπέρ συγκλήσεως τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν παραγάγουν ἐπίσης ἀγλαόκαρπον ἀποτέλεσμα ὡς συνέβη μέ τάς Ἐπισκοπικάς Συνελεύσεις. 
Στηριζόμενοι πάντοτε εἰς τήν Ὑμετέραν Πατριαρχικήν μέριμναν καί ἀγάπην καταθέτομεν ἐν εὐλαβείᾳ καί παράκλησιν ὅπως συγκαλεῖτε εἰ δυνατόν κατ’ ἔτος σύναξιν τῶν Προέδρων τῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων πρός μελέτην καί κατά Θεόν προαγωγήν τοῦ ἱεροῦ τούτου θεσμοῦ. Ἡ ἑπί πλέον δυνατότης παροχῆς ὑπό τῆς Ὑμετέρας Παναγιότητος ἀκροάσεως καί συνεδριάσεως μετά τῶν Ἐκτελεστικῶν Ἐπιτροπῶν τῶν Συνελεύσεων θά ἀποτελέσῃ πρόσθετον εὐλογίαν Θεοῦ, ὡς συνέβη μέ τήν Ἐκτελεστικήν Ἐπιτροπήν τῆς ἐν Η.Π.Α. Ἐπισκοπικῆς Συνελεύσεως. 
Τῷ δέ δυναμένῳ ὑπέρ πάντα ποιῆσαι ὑπερεκπερισσοῦ ὧν αἰτούμεθα ἤ νοοῦμεν κατά τήν δύναμιν τήν ἐνεργουμένην ἐν ἡμῖν, αὐτῷ ἡ δόξα ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ καί ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ εἰς πάσαν τάς γενεάς τοῦ αἰῶνος τῶν αἰώνων· ἀμήν. (Ἐφεσ. 3:20)

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΣΤΟ ΝΙΧΩΡΙ ΤΟΥ ΒΟΣΠΟΡΟΥ (ΦΩΤΟ)


Στον ιστορικό Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου Νεοχωρίου ιερούργησε χθες Κυριακή 30 Αυγούστου ο Σεβ. Μητροπολίτης Καστορίας κ. Σεραφείμ, με την ευλογία της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου και κατόπιν προσκλήσεως του Ιερατικώς Προϊσταμένου, Αρχιμ. Αγαθαγγέλου Σίσκου, Βιβλιοφύλακος των Πατριαρχείων, και των Εφοροεπιτροπών της Κοινότητος.
Κατά την Θεία Λειτουργία εκκλησιάστηκαν οι Σεβ. Μητροπολίτες Πριγκηποννήσων κ. Ιάκωβος και Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος και Σουφλίου κ. Δαμασκηνός και πολλοί πιστοί εκ της κοινότητας και της Πόλεως. Τέλος ο λειτουργός ιεράρχης απηύθυνε λόγους πνευματικής οικοδομής προς τους πιστούς και αφού διένειμε το αντίδωρο, προσφέρθηκε δεξίωση προς τιμήν του στην αίθουσα του ιερού ναού, κατά την οποία τον προσφώνησαν ο Πρόεδρος της Εφοροεπιτροπής, Εντιμ. κ. Αλέξανδρος Καπούνταγ και εν συνεχεία ο Ιερατικώς Προϊστάμενος, ο οποίος τόνισε τους δεσμούς της Κοινότητας Νεοχωρίου με την Καστοριά και τον ποιμενάρχη της. Θερμό καλωσόρισμα προς τον Σεβ. Μητροπολίτη Καστορίας απηύθυνε και ο Πρόεδρος της Εφοροεπιτροπής της Παναγίας Κουμαριωτίσσης, Εντιμολ. κ. Παντελεήμων Βίγκας, Άρχων Μ. Χαρτοφύλαξ της ΜτΧΕ. 
Ακολούθως ο Σεβασμιώτατος προσκύνησε στο Αγιοταφίτικο Μετόχι του Αγίου Γεωργίου και στον Ιερό Ναό Παναγίας Κουμαριωτίσσης και αναχώρησε προς συμμετοχή στις εργασίες της Συνάξεως της Ιεραρχίας του Οικουμενικού Θρόνου στον ιερό ναό της Αγίας Τριάδος Ταξειμίου.


Η ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΘΡΟΝΟΥ ΣΤΟΝ ΦΕΤΙΝΟ ΕΟΡΤΑΣΜΟ ΤΗΣ ΙΝΔΙΚΤΟΥ ΣΤΟ ΦΑΝΑΡΙ

φώτο αρχείου

Στο Οικουμενικό Πατριαρχείο κάθε χρόνο την 1η Σεπτεμβρίου εορτάζεται η εορτή της Ινδίκτου, δηλαδή της αρχής του νέου Εκκλησιαστικού Έτους, η Σύναξις της Παναγίας της Παμμακαρίστου, της οποίας η εικόνα φυλάσσεται στον Πατριαρχικό Ναό και η Ημέρα Προσευχής υπέρ της προστασίας του Περιβάλλοντος. 
Φέτος ο εορτασμός συμπίπτει με την Σύναξη της Ιεραρχίας του Οικουμενικού Θρόνου. Σύμφωνα με το πρόγραμμα: 
Σήμερα στις 6 το απόγευμα ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος θα χοροστατήσει στον Μ. Εσπερινό της εορτής, στην Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Ζωοδόχου Πηγής Βαλουκλή.
Αύριο το πρωί στον Πατριαρχικό Ναό, θα τελεσθεί η Θεία Λειτουργία «εν Πατριαρχική και πολυαρχιερατική συγχοροστασία», καθώς θα συμμετέχει η Ιεραρχία του Θρόνου με αφορμή τις εργασίες της Συνάξεως αυτής. Κατά την Θεία Λειτουργία θα αναγνωσθεί, ως είθισται, και το μήνυμα του Πατριάρχου «επί τη ημέρα προσευχών υπέρ της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος».
Μετά την Θεία Λειτουργία ο Πατριάρχης θα διαβάσει την νενομισμένη ευχή και Πράξη της νέας Ινδικτιώνος, την οποία θα υπογράψει στη συνέχεια και ακολούθως όλοι οι αρχιερείς. 

Σεπτόν Πατριαρχικόν Μήνυμα ἐπί τῇ ἡμέρᾳ προσευχῆς ὑπέρ τῆς Προστασίας τοῦ Φυσικοῦ Περιβάλλοντος (01/09/2015)


Ἀριθμ. Πρωτ. 851 
+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ 
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, 
ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ 
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ 
ΧΑΡΙΝ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ 
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ, ΣΥΝΤΗΡΗΤΟΥ ΚΑΙ ΚΥΒΕΡΝΗΤΟΥ 
ΠΑΣΗΣ ΤΗΣ ΚΤΙΣΕΩΣ 
ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ 
«Ἁγίῳ Πνεύματι πᾶσα ἡ κτίσις καινουργεῖται, παλινδρομοῦσα εἰς τὸ πρῶτον» (Ἀναβαθμοὶ Α΄ ἤχου).
«Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, ὁ μόνος ἀνακαινίζων τὴν ποίησιν τῶν ἔργων σου καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν» (Μέγας Βασίλειος). 
Ἀδελφοὶ συλλειτουργοὶ καὶ τέκνα εὐλογημένα ἐν Κυρίῳ, 
Ὡς εἶναι γνωστόν, ἡ 1η Σεπτεμβρίου ἑκάστου ἔτους ἔχει ἀφιερωθῆ πρωτοβούλως ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου -προσφάτως δὲ καὶ ὑπὸ τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας- εἰς τὴν προσευχὴν διὰ τὴν προστασίαν τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος. Κατ᾿ αὐτήν, παρακαλοῦμεν ἰδιαιτέρως τὸν Ὕψιστον ὅπως φαιδρύνῃ τὴν δημιουργίαν Του ὥστε νὰ εἶναι εὐχάριστος καὶ καρποφόρος ἡ ἐν αὐτῇ διαβίωσις τοῦ ἀνθρώπου. Ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ αἰτήματος περιλαμβάνεται ἀσφαλῶς καὶ ἡ παράκλησις ὅπως αἱ ἀναπόφευκτοι φυσιολογικαὶ κλιματικαὶ ἀλλαγαὶ συμβαίνουν καὶ ἐπιτρέπωνται ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἀντοχῆς, τοῦ μὲν ἀνθρώπου πρὸς ἐπιβίωσιν αὐτοῦ, τῆς δὲ φύσεως πρὸς ἀειφορίαν αὐτῆς. 
Ἐν τούτοις, ἡμεῖς οἱ ἄνθρωποι εἴτε κατὰ ἓν μέρος τῆς ἀνθρωπότητος, εἴτε ἐνίοτε καὶ ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῆς, συμπεριφερόμεθα ἀντιθέτως πρὸς τὸ αἴτημα τοῦτο. Καταπιέζομεν τὴν φύσιν κατὰ τρόπον ὥστε νὰ ἐπέρχωνται ἀπρόβλεπτοι καὶ ἀνεπιθύμητοι κλιματικαὶ καὶ περιβαλλοντικαὶ ἀλλαγαί, δυσμενεῖς διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν αὐτῆς καὶ ὡς ἐκ τούτου καὶ διὰ τὴν ζωήν μας. Τὸ δὲ ἀθροιστικὸν ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν ἐπὶ μέρους ἀνθρωπίνων προσώπων ἀλλὰ καὶ ἄλλων ἐκτεταμένων ἰδιωτικῶν καὶ κρατικῶν προσπαθειῶν πρὸς ἀναμόρφωσιν τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος, εἰς τρόπον ὥστε νὰ παράγῃ περισσότερα ἀγαθὰ διὰ τοὺς ἐκμεταλλευομένους αὐτό, ἔχει ὡς μόνον ἀποτέλεσμα τὴν καταστροφὴν τῆς ἐναρμονίως λειτουργούσης καλῆς λίαν δημιουργίας τοῦ Θεοῦ.
Ὅσοι ἀντιλαμβανόμεθα τὸν διογκούμενον καθημερινῶς κίνδυνον τῆς κλιματικῆς ἀλλαγῆς εἰς τὸν πλανήτην μας, ἕνεκα ἀνθρωπίνων ἐνεργειῶν, ὑψοῦμεν φωνὴν ἐπισημάνσεως αὐτοῦ καὶ προσκαλοῦμεν ἅπαντας νὰ μελετήσωμεν τί εἶναι δυνατὸν νὰ πράξωμεν «διὰ νὰ μὴ ἐξαφανισθῇ ἡ ζωή, χάριν τοῦ πλούτου» (Διακήρυξις Ὀργανισμοῦ Ἡνωμένων Ἐθνῶν). 
Ὅθεν, ἡμεῖς, ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης καταβάλλομεν ἀπὸ ἐτῶν προσπαθείας ἐνημερώσεως τῶν πιστῶν τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ ὅλων τῶν καλοπροαιρέτων ἀνθρώπων περὶ τῶν μεγάλων κινδύνων τοὺς ὁποίους συνεπάγεται ἡ ηὐξημένη (κατά)-χρῆσις τῶν ἐνεργειακῶν πηγῶν, ἡ ὁποία ἐπαπειλεῖ μεγάλην κλιματικὴν ἀλλαγὴν καὶ θέτει εἰς κίνδυνον τὴν ἀειφορίαν τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος. 
Οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ ἐδιδάχθημεν ὑπὸ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας νὰ περιορίζωμεν κατὰ τὸ ἐφικτὸν τὰς ἀνάγκας μας. Εἰς τὸ ἦθος τοῦ καταναλωτισμοῦ ἀντιτάσσομεν τὸ ἦθος τῆς ἀσκητικότητος. Ἓν ἦθος αὐτοπεριορισμοῦ τῶν ἀναγκῶν εἰς τὸ ἀπαραίτητον. Τοῦτο δὲν συνεπάγεται στέρησιν ἀλλὰ τὴν ἐκλογίκευσιν τῆς καταναλώσεως καὶ τὴν ἠθικὴν καταδίκην τῆς σπατάλης. «Ἔχοντες δὲ διατροφὰς καὶ σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα» (Α΄ Τιμ. ς΄ 8), μᾶς προτρέπει ὁ Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς μετὰ τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν πέντε ἄρτων καὶ τὸν χορτασμὸν ἐξ αὐτῶν πέντε χιλιάδων ἀνδρῶν, ἐκτὸς γυναικῶν καὶ παιδίων, ἔδωκεν ἐντολὴν νὰ περισυλλεγοῦν τὰ περισσεύματα «ἵνα μή τι ἀπόληται» (Ἰωάν. ς΄ 12). Ἀτυχῶς, αἱ σύγχρονοι κοινωνίαι ἐγκατέλιπον τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἐντολῆς ταύτης, ἐπιδοθεῖσαι εἰς τὴν σπατάλην καὶ τὴν ἄλογον χρῆσιν πρὸς ἱκανοποίησιν κενοδόξων αἰσθημάτων εὐμαρείας. Αἱ συμπεριφοραὶ αὗται δύνανται ὅμως νὰ ἀλλαγοῦν πρὸς ἐξοικονόμησιν πόρων καὶ ἐνεργείας διὰ τῆς καταλλήλου ἀγωγῆς. 
Ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν τῷ κοινῷ Δημιουργῷ Κυρίῳ ἡμῶν, 
Οἱ ἄνθρωποι εἴμεθα οἱ καταστροφεῖς τῆς κτίσεως μὲ τὴν ἀπληστίαν μας, μὲ τὴν προσήλωσίν μας εἰς τὴν γῆν, εἰς τὰ ἐπίγεια ἀγαθά, τὰ ὁποῖα προσπαθοῦμεν συνεχῶς νὰ αὐξήσωμεν, ὡς ὁ «ἄφρων πλούσιος» τοῦ Εὐαγγελίου. Λησμονοῦμεν τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ἐν τῷ Ὁποίῳ καὶ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν. Τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ ἀντιμετώπισις τῆς οἰκολογικῆς κρίσεως δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ συντετονισμένως, πάντοτε ὅμως ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, διὰ τῆς Χάριτος τοῦ Ὁποίου εὐλογοῦνται αἱ ἀνθρώπινοι προσπάθειαί μας καὶ πᾶσα ἡ κτίσις καινουργεῖται καὶ παλινδρομεῖ εἰς τὸ πρῶτον, ὡς ἐδημιουργήθη «καλὴ λίαν» ὑπὸ τοῦ Θεοῦ. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ εὐθύνη τοῦ συνδημιουργοῦ καὶ προικισθέντος διὰ τοῦ αὐτεξουσίου ἀνθρώπου εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τῆς οἰκολογικῆς κρίσεως εἶναι μεγάλη. 
Ἡ γῆ ὁμοιάζει μέ «γιγαντιαῖον σωρὸν ἀπὸ ἀκαθαρσίαν» (Πάπας Ρώμης Φραγκῖσκος, Ἐγκύκλιος 2015). Καὶ αἱ ἀκαθαρσίαι αὐταὶ δὲν εἶναι μόνον ὑλικαί, ἀλλὰ πρωτίστως πνευματικαί. Εἶναι ἀκαθαρσίαι προερχόμεναι ἐν τῇ οὐσίᾳ ἀπὸ ἐμπαθῆ νοήματα τοῦ ἰδίου τοῦ ἀνθρώπου. Ἡμεῖς ὅμως, οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, μὲ βεβαίαν τὴν πίστιν πρὸς τὸν Δημιουργὸν πάσης τῆς κτίσεως καὶ Παντοκράτορα Κύριον, καλούμεθα νὰ ἐπιτελέσωμεν καὶ εἰς τὸ θέμα τῆς προστασίας πάσης τῆς κτίσεως ἔργον εὐαγγελιστοῦ, ἔργον ἀποστολικόν: νὰ ἀναζωπυρώσωμεν, δηλαδή, τὴν χαρμόσυνον εὐαγγελικὴν ἀγγελίαν εἰς τὸν σύγχρονον ταραγμένον κόσμον καὶ νὰ ἀφυπνίσωμεν τὴν ὑπνώττουσαν πνευματικὴν φύσιν τοῦ πολλαπλῶς, πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως δοκιμαζομένου ἀνθρώπου καὶ νὰ μεταδώσωμεν μήνυμα ἐλπίδος καὶ εἰρήνης καὶ πραγματικῆς χαρᾶς· τῆς εἰρήνης καὶ τῆς χαρᾶς τοῦ Χριστοῦ. 
Ταῦτα φρονοῦντες καὶ ταῦτα πρεσβεύοντες, καὶ διακηρύττοντες τὴν ἀλήθειαν ταύτην ἀπὸ τῶν βαθμίδων τοῦ Ἁγιωτάτου Ἀποστολικοῦ καὶ Πατριαρχικοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, καλοῦμεν πάντας εἰς ἐγρήγορσιν νοός, εἰς ἀπαλλαγὴν ἐμπαθῶν λογισμῶν καὶ συμφεροντολογικῶν κινήσεων, ὥστε νὰ ζῶμεν ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὸν πλησίον καὶ μὲ τὴν λίαν καλῶς δημιουργηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ κτίσιν, καὶ εὐχόμεθα καὶ προσευχόμεθα μετὰ τοῦ «τρανώσαντος τὴν φύσιν τῶν ὄντων» Βασιλείου τοῦ Μεγάλου: «Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, ὁ μόνος ἀνακαινίζων τὴν ποίησιν τῶν ἔργων σου καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν∙ εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, ὁ κτίσας φῶς καὶ σκότος καὶ διακρίνας αὐτὰ ἀπ᾿ ἀλλήλων∙ εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, ὁ ποιῶν πάντα καὶ μετασκευάζων, ἐκτρέπων σκιὰν θανάτου καὶ ἡμέραν εἰς νύκτα συσκοτάζων∙ εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, ὁ ποιήσας ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα σὴν καὶ ὁμοίωσιν, ὁ ποιήσας ἡμέραν εἰς ἔργα φωτός, καὶ νύκτα εἰς ἀνάπαυσιν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως...» . 
Τοῦτο εἶναι τὸ μήνυμά μας, αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μας, αὐτὴ ἡ προτροπή μας πρὸς πάντας: Στῶμεν καλῶς, στῶμεν μετὰ φόβου, ἐνώπιον τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ. 
Ἡ δὲ τοῦ Δημιουργοῦ πάσης τῆς κτίσεως, ὁρατῆς καὶ ἀοράτου, Κυρίου ἡμῶν Χάρις καὶ τὸ ἄπειρον Αὐτοῦ Ἔλεος εἴησαν μετὰ πάντων καὶ μετὰ τοῦ κόσμου παντός, νῦν καὶ εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας. Ἀμήν. 
,βιε΄ Σεπτεμβρίου α΄ 
+ Ὁ Κωνσταντινιουπόλεως 
διάπυρος πρὸς Θεὸν εὐχέτης πάντων ὑμῶν

Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΣΤΗΝ ΣΥΝΑΞΗ ΤΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ ΤΟΥ ΘΡΟΝΟΥ

φωτό: Halki Theological School

Εἰσήγησις 
τῆς Α.Θ.Παναγιότητος 
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου 
πρός τήν Σύναξιν τῶν Ἱεραρχῶν τοῦ Θρόνου 
(29 Αὐγούστου 2015) 
Ἱερώτατοι καὶ Θεοφιλέστατοι ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, 

 «Ἰδοὺ δὴ τί καλὸν ἢ τί τερπνὸν ἀλλ᾿ ἢ τὸ κατοικεῖν ἀδελφοὺς ἐπὶ τὸ αὐτό;» (Ψαλμ. 132).
Ἡ ἐρώτησις αὕτη τοῦ ἱεροῦ Ψαλμῳδοῦ ἔρχεται εἰς τὴν σκέψιν μας καθὼς ἀτενίζομεν τὰ προσφιλῆ πρόσωπά σας κατὰ τὴν παροῦσαν Σύναξιν ἡμῶν τῶν ἐχόντων τὸ μέγα προνόμιον καὶ τὴν ὑψίστην καὶ πολυεύθυνον τιμὴν νὰ διακονῶμεν τὸν πανίερον, ἱστορικὸν καὶ μαρτυρικὸν τοῦτον Θρόνον ὡς ἀρχιερεῖς αὐτοῦ, διαδεχθέντες εἰς τὸν κλῆρον τῆς ἐπισκοπῆς σειρὰν μακρὰν προκατόχων, ἐν οἷς πλῆθος ὅλον ἁγίων ἀνδρῶν στερεωσάντων τὴν Ἐκκλησίαν διὰ τοῦ κόπου, τῶν ἱδρώτων καὶ ἐνίοτε τοῦ αἵματος αὐτῶν. Κύριος ὁ Θεὸς δῴη αὐτοῖς ἀνάπαυσιν καὶ ζωὴν αἰώνιον ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῶν ἁγίων Του.
Δόξαν καὶ αἶνον ἀναπέμπομεν τῷ ἐν Τριάδι Θεῷ ἡμῶν, διότι ἠξίωσεν ἡμᾶς τῆς μεγάλης δωρεᾶς ὅπως συνέλθωμεν ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου, ἔχοντες Αὐτόν, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Ἰδίου (Ματθ. ιη΄ 20), παρόντα ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν καὶ τὴν ἀγάπην Αὐτοῦ συνέχουσαν ἡμᾶς (Β’ Κορ. ε΄ 14), «σπουδάζοντες τηρεῖν τὴν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμω τῆς εἰρήνης» (Ἐφ. δ΄ 3), μαρτυροῦντες καὶ ἐπιβεβαιοῦντες ὅτι «ἓν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμεν» (Α’ Κορ. ι΄ 17), μία Ἐκκλησία, «καίπερ καθ᾿ ὅλης τῆς οἰκουμένης ἕως περάτων τῆς γῆς διεσπαρμένη» (Εἰρηναίου, Ἔλεγχος Ψευδωνύμου Γνώσεως Α’, 10, 1). Εὐχαριστοῦμεν ἀπὸ καρδίας πάντας καὶ ἕνα ἕκαστον ἐξ ὑμῶν, διότι προθύμως ἀνταποκρινόμενοι εἰς τὴν ἡμετέραν πρόσκλησιν ἐσπεύσατε νὰ ἔλθητε ἐνταῦθα ἀπὸ ἐγγὺς καὶ ἀπὸ μακρὰν διαδηλοῦντες οὕτω τὴν ἀγάπην καὶ ἀφοσίωσιν ὑμῶν πρὸς τὴν Μητέρα Ἐκκλησίαν καὶ τὸν Θρόνον τοῦτον, τοῦ ὁποίου τὸν σταυρόν, ὡς ἄλλοι συν-Κυρηναῖοι μετὰ τοῦ Πατριάρχου αἴρετε, ἐφ᾿ ᾧ ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἐτάχθη. Πλήρεις χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως ὑποδεχόμεθα ὑμᾶς εἰς τὰς αὐλὰς τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας εὐχόμενοι αἰσίαν καὶ ἐν παντὶ εὐχάριστον τὴν παραμονὴν ὑμῶν εἰς τὴν ἱστορικὴν Πόλιν ταύτην, τὴν μεγάλην πνευματικὴν τροφὸν τοῦ Γένους μας καὶ τοῦ συγχρόνου πολιτισμοῦ.
Εἰς τὴν παροῦσαν Σύναξιν ἐκλήθησαν νὰ συμμετάσχουν πάντες οἱ φέροντες τὸ ἐπισκοπικὸν ἀξίωμα Ἱεράρχαι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ὡς συναποτελοῦντες τὸ ἱερὸν σῶμα τῆς Ἱεραρχίας αὐτοῦ, ἀνεξαρτήτως τῶν διοικητικῶν διαβαθμίσεων ἐν τῇ κανονικῇ διαρθρώσει του. Ὡς εἶναι γνωστόν, κατὰ τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησιολογίαν, πάντες οἱ ἐπίσκοποι εἶναι ἴσοι ἐξ ἐπόψεως μυστηριακῆς χάριτος, ἡ δὲ διάκρισις καὶ διαβάθμισις αὐτῶν κατὰ τὴν διοίκησιν οὐδόλως ἐπηρεάζει τὴν ἰσότητα ταύτην. Ἡ παροῦσα Σύναξις, μὴ ἔχουσα διοικητικὸν χαρακτῆρα, ἀποτελεῖ τὸν φυσικὸν χῶρον πάντων τῶν ἐπισκόπων τοῦ Θρόνου, τοὺς ὁποίους καὶ ὑποδεχόμεθα μετὰ πλείστης χαρᾶς.
Μετὰ πολλῆς χαρᾶς ὡσαύτως ὑποδεχόμεθα εἰς τὴν παροῦσαν Σύναξιν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς ἀρχιερεῖς τοὺς διαποιμαίνοντας τὰς ἐν Ἑλλάδι ἐπαρχίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου εὐχαριστοῦντες αὐτοὺς διὰ τὴν πρόθυμον ἀνταπόκρισίν των εἰς τὴν πρόσκλησιν ἡμῶν. Ὡς γνωστόν, οἱ Ἱεράρχαι οὗτοι διὰ τῆς Πατριαρχικῆς καὶ Συνοδικῆς Πράξεως τοῦ ἔτους 1928 ἔχουν διοικητικῶς τὴν ἀναφορὰν αὐτῶν εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς ἁγιωτάτης ἀδελφῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τῆς ὁποίας καὶ ἀποτελοῦν ἰσότιμα μέλη, καθ᾿ ὅσον αἱ ἐπαρχίαι τῶν λεγομένων «Νέων Χωρῶν», τὰς ὁποίας οὗτοι διαποιμαίνουν, διοικοῦνται ἐπιτροπικῶς ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας ταύτης βάσει τῆς ἐν λόγῳ Πράξεως. Ἡ συμμετοχὴ αὐτῶν εἰς τὴν παροῦσαν Σύναξιν οὐδόλως προσκρούει εἰς τὰς προβλέψεις τῆς μνημονευθείσης Πράξεως, δοθέντος ὅτι ἡ Σύναξις αὕτη, ὡς ἤδη ἐσημειώθη, δὲν ἔχει διοικητικὸν χαρακτῆρα, οὔτε καλεῖται νὰ λάβῃ ἀποφάσεις διοικητικῆς φύσεως, ἐνῷ οἱ ἐν λόγῳ Μητροπολῖται οὐδέποτε ἔπαυσαν νὰ ἀποτελοῦν, καὶ κατὰ τὴν ἐπίσημον ἀναγνώρισιν τῆς ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, μέλη τῆς Ἱεραρχίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ὡς διαποιμαίνοντες ἐπαρχίας τοῦ Θρόνου τούτου.
Ὑποδεχόμενοι καὶ τούτους τοὺς ἀδελφοὺς ἀρχιερεῖς ἐν πολλῇ ἀγάπῃ καὶ τιμῇ δραττόμεθα τῆς εὐκαιρίας ὅπως ἀποστείλωμεν δι᾿ αὐτῶν πρὸς τὸν εὐσεβῆ καὶ πιστὸν λαὸν τῶν ἐπαρχιῶν των ὁλόθυμον τὴν Πατριαρχικὴν ἡμῶν εὐλογίαν εὐχαριστοῦντες αὐτὸν διὰ τὴν ἀφοσίωσίν του πρὸς τὴν Μητέρα Ἐκκλησίαν, τὴν ὁποίαν ἀφοσίωσιν καὶ ἐπιδεικνύουν ἐνθέρμως κατὰ τὰς ἐκεῖ κατὰ καιροὺς ἐπισκέψεις ἡμῶν. Εἴη Κύριος ὁ Θεὸς βοηθὸς καὶ σκεπαστὴς αὐτῶν ἐν πᾶσιν.


Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, 
Τὴν ἀπόφασιν ἡμῶν, συνοδικῇ διαγνώμῃ ληφθεῖσαν, ὅπως συγκαλέσωμεν τήν παροῦσαν Σύναξιν ὑπηγόρευσαν πολλοὶ καὶ ἐπιτακτικοὶ λόγοι. Καὶ πρώτιστα πάντων τὸ ὅτι «ἀπορφανισθέντες ἀφ᾿ ὑμῶν πρὸς καιρὸν ὥρας, προσώπῳ οὐ καρδίᾳ, περισσοτέρως ἐσπουδάσαμεν τὸ πρόσωπον ὑμῶν ἰδεῖν ἐν πολλῇ ἐπιθυμίᾳ» (Α΄ Θεσ. β΄ 17). Εἰς μίαν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν περισσεύει ἡ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ἐπικοινωνία διὰ τοῦ διαδικτύου καὶ ἄλλων μέσων τῆς συγχρόνου τεχνολογίας, ἡ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον κοινωνία τῶν ἀνθρώπων τείνει νὰ ἀτροφήσῃ. Εἶναι δὲ αὕτη ὅ,τι πολυτιμότερον καὶ ἱερώτερον διαθέτομεν ὡς κατ᾿ εἰκόνα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ πλασθέντες, ἡ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον κοινωνία, ἄνευ τῆς ὁποίας ἡ ζωὴ ἡμῶν καθίσταται κόλασις. Εἶναι γνωστὴ ἡ ἀποδιδομένη εἰς τὸν ἅγιον Μακάριον τὸν Αἰγύπτιον διήγησις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐρωτήσας ὁ ἅγιος εὑρεθὲν καθ᾿ ὁδὸν κρανίον ἀνῆκον εἰς ἀρχιερέα τῶν εἰδώλων πῶς εἶναι ἡ ἐν τῇ κολάσει κατάστασις ἔλαβε τὴν ἀπάντησιν: «οὐκ ἔστι πρόσωπον πρὸς πρόσωπον θεάσασθαί τινα, ἀλλὰ τὸ πρόσωπον ἑκάστου πρὸς τὸν ἑτέρου νῶτον κεκόλληται˙ ὡς οὖν εὔχῃ ὑπὲρ ἡμῶν, ἐκ μέρους τις θεωρεῖ τὸ πρόσωπον τοῦ ἑτέρου» (Μακαρίου Αἰγυπτίου, Ἀποφθέγματα P.G. 34, 257).
Οὐδέν, συνεπῶς, δύναται νά ὑποκαταστήσῃ τὴν πρόσωπον πρὸς πρόσωπον κοινωνίαν, οὔτε ἡ δι᾿ ἀλληλογραφίας οὔτε ἡ διὰ τηλεφώνου ἤ ἄλλου μέσου, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἡ τείνουσα σήμερον νὰ ὑποκαταστήσῃ τὰ πάντα ψηφιακὴ λεγομένη διὰ τοῦ διαδικτύου ἐπικοινωνία, ἡ ὁποία ψευδαίσθησιν μόνον προσωπικῆς κοινωνίας παρέχει ἐπιτείνουσα ἐν πολλοῖς τὴν μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ἀπόστασιν καὶ ἀποξένωσιν. Δὲν εἶναι τυχαῖον οὔτε ἀσήμαντον τὸ ὅτι καὶ ἡ μετὰ τοῦ Θεοῦ κοινωνία συμπληροῦται μόνον ὅταν λάβῃ τὴν προσωπικὴν αὐτῆς μορφὴν ἐν τῇ Βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ: «βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι᾿ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 12).
Ἡ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον αὕτη κοινωνία ὑπῆρξε τὸ πρῶτον κίνητρον τῆς παρούσης Συνάξεως. Δεύτερος καὶ ἐξ ἴσου σημαντικὸς λόγος τῆς συγκλήσεως αὐτῆς ὑπῆρξεν ἡ ἀνάγκη ἐνημερώσεως ὑμῶν περὶ τοῦ ἐπιτελουμένου ἔργου ἐν τῷ Κέντρῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ὑπάρχει βεβαίως πληθὺς μέσων ἐνημερώσεως εἰς τὰς ἡμέρας μας, ἀλλ᾿ αὕτη ἐνίοτε, ἵνα μὴ εἴπωμεν ἐν πολλοῖς, ἀποτελεῖ ἐν τῇ οὐσίᾳ παραπληροφόρησιν, ὑποκινουμένη ὑπὸ πολλῶν ἐμφανῶν καὶ ἀφανῶν σκοπιμοτήτων, οὐχὶ σπανίως ἐχθρικῶν πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Ἡ τοιαύτη παραπληροφόρησις ἀπαντᾷ κυρίως ἐν τῷ διαδικτύῳ καὶ προξενεῖ σύγχυσιν, ἐνίοτε δὲ καὶ σκανδαλισμόν, εἰς τοὺς ἀποδέκτας αὐτῆς, τόσον ἐκ τοῦ ποιμνίου ὑμῶν ὅσον καὶ εἰς ὑμᾶς αὐτούς, τοὺς ὑπευθύνους ποιμένας. Ἀποτελεῖ, συνεπῶς, ἀνάγκην ἡ ὑπεύθυνος ὑπὸ τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας ἐνημέρωσις ὑμῶν, διὰ νὰ ἐνημερωθῇ ἐν συνεχείᾳ καὶ δι᾿ ὑμῶν ὁ πιστὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ, ὥστε μετ᾿ ἐμπιστοσύνης νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τοὺς κοπιῶντας καὶ μοχθοῦντας πνευματικοὺς αὐτοῦ ταγούς, τοὺς ἀόκνως ἐργαζομένους διὰ τὴν πλοήγησιν τοῦ σκάφους τῆς Ἐκκλησίας ἐν μέσῳ πολλάκις ἀντιξόων καιρικῶν συνθηκῶν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἱερᾶς αὐτοῦ ἀποστολῆς ἐν τῷ συγχρόνῳ κόσμῳ.
Αἱ συνθῆκαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας βιοῖ καὶ δρᾷ ὁ ἱερὸς οὗτος θεσμός, εἶναι εἰς πάντας ὑμᾶς γνωσταί. Ἡ συρρίκνωσις τῆς ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ Πατριαρχείου ὁμογενείας, ὀφειλομένη εἰς τὰς γνωστὰς ἱστορικὰς συγκυρίας, προβληματίζει, ὡς εἶναι φυσικόν, τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, ἀλλ᾿ ἡ ἀθρόα προσέλευσις προσκυνητῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, μαρτυροῦσα τὴν πρὸς τὸν ἱερὸν θεσμὸν ἀφοσίωσιν τῶν ἁπανταχοῦ τῆς γῆς τέκνων αὐτοῦ, ἀναπληροῖ τὰ ἐλλείποντα καὶ ζωογονεῖ ἐκ νέου τοὺς ἄλλοτε σφύζοντας ὑπὸ λαοῦ ἱερούς του χώρους. Δραττόμεθα τῆς εὐκαιρίας ταύτης, ἵνα εὐχαριστήσωμεν καὶ συγχαρῶμεν πάντας τοὺς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀδελφοὺς ἱεράρχας, οἵτινες ἐνθαρρύνουν ἢ ὀργανώνουν τὰς προσκυνηματικὰς ταύτας ἐπισκέψεις, οὐχὶ σπανίως ἡγούμενοι οἱ ἴδιοι τούτων, καλλιεργοῦντες οὕτω καὶ ἀναδεικνύοντες τὴν ἔμφυτον εἰς τὰς ψυχὰς τοῦ ποιμνίου των ἀφοσίωσιν πρὸς τὴν Μητέρα Ἐκκλησίαν.
Λίαν εὐχάριστον καὶ σημαντικὸν διὰ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον γεγονὸς ἀποτελεῖ ἡ δυνατότης οὐχὶ μόνον ἐπισκέψεως, ἀλλὰ καὶ τελέσεως τῆς θείας λατρείας καὶ αὐτῆς ταύτης τῆς θείας Εὐχαριστίας εἰς χώρους, ἔνθα οἱ πρόγονοι ἡμῶν ἐλάτρευον τὸν Θεόν, ἐν Καππαδοκίᾳ, Πόντῳ, Ἀνατολικῇ Θρᾴκῃ καὶ Μικρᾷ Ἀσίᾳ, ἀδείᾳ τῶν ἑκασταχοῦ τοπικῶν ἀρχῶν. Ἡ ἡμετέρα Μετριότης ἐπισκέπτεται καὶ τελεῖ τὴν Θείαν Λειτουργίαν τακτικῶς εἰς τὰς περιοχὰς αὐτάς, μόλις δὲ προσφάτως εἴχομεν τὴν συγκινητικὴν ἐμπειρίαν νὰ τελέσωμεν καὶ πάλιν τὴν Θείαν Λειτουργίαν ἐπὶ τῇ ἑορτῇ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου εἰς τὸν μαρτυρικὸν χῶρον τῆς Τραπεζοῦντος τῇ συμμετοχῇ πολλῶν πιστῶν ἐξ Ἑλλάδος, καὶ ὄχι μόνον, ἐπὶ δὲ τῇ ἀποδόσει τῆς ἑορτῆς ταύτης καὶ ἐν τοῖς ἐρειπίοις τῆς ἱστορικῆς Μονῆς Παναγίας Φανερωμένης ἐν τῇ Κυζικηνῇ Χερσονήσῳ, ἡ ἐφέστιος εἰκὼν τῆς ὁποίας μετὰ τὴν καταστροφὴν τεθησαύρισται ἐν τῷ Πανσέπτῳ Πατριαρχικῷ ἡμῶν Ναῷ. Τὸ αὐτὸ πράττουν καὶ ἄλλοι ἐμπερίστατοι ἀδελφοὶ ἱεράρχαι τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων τῶν περιοχῶν αὐτῶν.
Ἀλλ᾿ ἡ ἀποστολὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου δὲν ἐξαντλεῖται εἰς τὸ χρέος αὐτοῦ, ὅπως διατηρῇ ζῶσαν τὴν ἣν παρέλαβε παρὰ τῶν πατέρων ἁγιαστικὴν καὶ ποιμαντικὴν παρουσίαν του ἐν τῷ κανονικῷ αὐτοῦ κλίματι. Ἡ Θεία Πρόνοια καὶ ἡ Ἱστορία ἐπέθηκαν ἐπὶ τῶν ὤμων του τὴν μείζονα εὐθύνην ὅπως διασφαλίζῃ τὴν ἑνότητα συνόλου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ μεταφέρῃ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν νοοτροπίαν αὐτῆς εἰς τὸν ἄνθρωπον κάθε ἐποχῆς. Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ὑπῆρξε πάντοτε φορεὺς καὶ διαμορφωτὴς πνευματικῶν καὶ πολιτισμικῶν ἀξιῶν, καὶ ἡ φωνή του ἐξακολουθεῖ νὰ ἀκούηται μετὰ προσοχῆς εὐρύτερον καὶ ἐκτὸς τοῦ στενοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καὶ θρησκευτικοῦ χώρου.
Πιστὸν εἰς τὸ χρέος του τοῦτο ἔναντι συνόλου τῆς ἀνθρωπότητος τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἀνέλαβε πρωτοβουλίας μείζονος καὶ εὐρυτέρας σημασίας διὰ τὸν σύγχρονον ἄνθρωπον, ὡς εἶναι ἡ προστασία τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος, τὸ ὁποῖον σήμερον διατρέχει τὸν ἔσχατον κίνδυνον ἐξ αἰτίας τῆς ἀλογίστου καὶ ἐγωϊστικῆς συμπεριφορᾶς τοῦ ἀνθρώπου. Οὕτω, ἐν ἔτει ἤδη 1989, πρῶτον παγκοσμίως μεταξὺ ὅλων τῶν θρησκευτικῶν ἱδρυμάτων, τὸ ἡμέτερον Πατριαρχεῖον δι᾿ ἐγκυκλίου τοῦ ἀοιδίμου προκατόχου ἡμῶν Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Δημητρίου, ἐπεσήμανε τὴν κρισιμότητα τοῦ οἰκολογικοῦ προβλήματος καὶ τὴν ἀνάγκην ὅπως ἡ Ἐκκλησία συμβάλῃ διὰ τῶν πνευματικῶν καὶ θεολογικῶν αὐτῆς δυνάμεων εἰς τὴν διαμόρφωσιν συνειδήσεως καὶ συμπεριφορᾶς σεβασμοῦ πρὸς τὴν δημιουργίαν τοῦ Θεοῦ, τὴν δοθεῖσαν εἰς τὸν ἄνθρωπον «ἐργάζεσθαι αὐτὴν καὶ φυλάσσειν» (Γεν. Β΄ 15), καθιέρωσε δὲ διὰ Συνοδικῆς Ἐγκυκλίου τὴν 1ην Σεπτεμβρίου, ἀρχὴν τῆς Ἰνδίκτου καὶ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους, ὡς ἡμέραν προσευχῶν διὰ τὴν προστασίαν τῆς δημιουργίας.
Τὴν πρωτοβουλίαν ταύτην τοῦ μακαριστοῦ Πατριάρχου Δημητρίου ἐσυνέχισε καὶ ἀνέπτυξε περαιτέρω ἡ ἡμετέρα Μετριότης διὰ σειρᾶς ὅλης ἐνεργειῶν, ὡς ἡ ὀργάνωσις διεθνῶν ἐπιστημονικῶν συμποσίων μεταξὺ θρησκευτικῶν ἡγετῶν καὶ εἰδικῶν ἐπιστημόνων πρὸς ἐπίλυσιν συγκεκριμένων οἰκολογικῶν προβλημάτων, ὡς καὶ δι᾿ ἄλλων δραστηριοτήτων, ὅπερ ἀνέδειξε τὸ ἡμέτερον Πατριαρχεῖον πρωτοπόρον παγκοσμίως εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν ἑνὸς προβλήματος, τὸ ὁποῖον σήμερον ἀναγνωρίζεται ὡς τὸ πλέον, ἴσως, σοβαρὸν καὶ ἐπεῖγον πρόβλημα τῆς ἀνθρωπότητος, ὡς μαρτυρεῖ καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ ἡ πολιτικὴ ἡγεσία τῆς ἀνθρωπότητος ἀναπτύσσει σήμερον πρωτοβουλίας ἐπειγούσης ἀντιμετωπίσεως αὐτοῦ, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Γαλλίας διοργανουμένη κατὰ τὸν προσεχῆ Δεκέμβριον διεθνὴς Διάσκεψις ἐν Παρισίοις, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκλήθη ἵνα μετάσχῃ καὶ ἡ ἡμετέρα Μετριότης. Σημειωτέον ὅτι καὶ ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία ἀναγνωρίζουσα ἤδη τὴν κρισιμότητα τοῦ ζητήματος συμμετέχει εἰς τὴν προσπάθειαν αὐτὴν διὰ τῆς ἐκδόσεως προσφάτως εἰδικῆς Παπικῆς ἐγκυκλίου, κατὰ τὴν ἐπίσημον παρουσίασιν τῆς ὁποίας ἐκλήθη διὰ πρώτην φορὰν ὡς μόνος θεολογικὸς σχολιαστὴς ἱεράρχης τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου.
Οὕτω, διὰ τῶν ταπεινῶν καὶ περιωρισμένων αὐτοῦ δυνάμεων τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἀναδεικνύεται καὶ σήμερον πρωτοπόρον εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν κρισίμων προβλημάτων τοῦ ἀνθρώπου, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήνουν ἀδιάφορον τὴν Ἐκκλησίαν. Ἡ σπουδαιότης τοῦ γεγονότος τούτου διὰ τὸ κῦρος καὶ τὴν διεθνῆ ἀναγνώρισιν τοῦ ἱεροῦ θεσμοῦ μόλις εἶναι ἀνάγκη νὰ τονισθῇ. Δόξα τῷ ἁγίῳ Θεῷ καὶ τούτου ἕνεκα!
Ἕτερος τομεύς, εἰς τὸν ὁποῖον τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἀνέπτυξε πρωτοβουλίας καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ διαδραματίζῃ ἡγετικὸν ρόλον εἶναι ἐκεῖνος τῆς καταλλαγῆς μεταξὺ τῶν χριστιανῶν καὶ τῶν θρησκειῶν. Ὁ τομεὺς οὗτος τῶν πρωτοβουλιῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ὑφίσταται ὑπό τινων κύκλων ἐπ᾿ ἐσχάτων ἐκστρατείαν διαβολῆς καὶ κατασυκοφαντήσεως ὡς δῆθεν προδοτικὸς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Ἀλλ᾿ ἡ καταλλαγὴ τῶν ἀνθρώπων μετ᾿ ἀλλήλων καὶ μετὰ τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ αὐτὸν τοῦτον τὸν σκοπὸν τῆς Σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου καὶ τῆς σταυρικῆς Αὐτοῦ θυσίας (Ρωμ. ε΄ 10, Β΄ Κορ. ε΄ 19), ἡ δὲ ἁγία ἡμῶν Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία οὐ παύεται δεομένη «ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως». Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ὑπῆρξε πρωτοπόρον εἰς τὴν δημιουργίαν τῆς συγχρόνου Οἰκουμενικῆς Κινήσεως διὰ τῶν Ἐγκυκλίων Ἰωακεὶμ τοῦ Γ΄ τὸ 1902 καὶ τῆς Συνόδου τοῦ Πατριαρχείου τὸ 1920 καὶ οὐδένα λόγον ἔχει νὰ λυπῆται δι᾿ αὐτό. Ἡ συμμετοχὴ ἡμῶν εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κίνησιν, εἴτε ὑπὸ τὴν μορφὴν τῶν θεολογικῶν διαλόγων, εἴτε διὰ τῆς συμμετοχῆς εἰς διαχριστιανικοὺς ὀργανισμούς, κατ᾿ οὐδένα λόγον προσκρούει εἰς τὴν πίστιν ἡμῶν ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τὴν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν, τὴν ὁποίαν ὁμολογοῦμεν εἰς τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως ἡμῶν, ἐν οὐδεμιᾷ δὲ περιπτώσει ὑποδηλοῖ ἢ συνεπάγεται ἀπάρνησιν ἢ νόθευσιν τῶν δογμάτων τῆς πίστεως ἡμῶν ἤ, ὡς κακοβούλως διαδίδουν τινές, εἰς «συγκρητισμόν» καὶ δημιουργίαν ὑπερ-εκκλησίας. Ἀντιθέτως, διὰ τῆς συμμετοχῆς ἡμῶν εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κίνησιν καὶ ἰδίᾳ διὰ τῶν θεολογικῶν διαλόγων δίδεται ἡ μαρτυρία τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καὶ καταδεικνύεται ἡ ὑπεροχὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ σεβασμὸς πρὸς τὴν ὁποίαν ἔχει ἐμφανῶς αὐξηθῆ εἰς τὴν ἐποχήν μας ἐν τῇ Δύσει ἀκριβῶς λόγῳ τῆς προβολῆς αὐτῆς διὰ τῆς συμμετοχῆς ταύτης. «Ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπῃ», κατὰ τὴν Ἀποστολικὴν προτροπήν (Ἐφ. δ΄ 15), οὐδὲν ἔχομεν νὰ ζημιωθῶμεν.
Ἡ μετὰ τῶν λοιπῶν χριστιανῶν καταλλαγὴ ἡμῶν καθίσταται ἰδιαιτέρως ἐπιτακτικὴ ἐν τῷ χώρῳ τῆς λεγομένης Ὀρθοδόξου Διασπορᾶς, ἔνθα διαβιοῖ μέγα μέρος τοῦ ποιμνίου τοῦ ἡμετέρου Πατριαρχείου. Εἰς πλείστας Μητροπόλεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐν Εὐρώπῃ καὶ Ἀμερικῇ αἱ σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῶν ἐκεῖ διαβιούντων Ρωμαιοκαθολικῶν καὶ Προτεσταντῶν εἶναι καὶ πρέπει νὰ παραμείνουν ἁρμονικαί, ὀφείλομεν δὲ νὰ συγχαρῶμεν τοὺς ἀδελφοὺς ἱεράρχας τῶν περιοχῶν τούτων διὰ τὴν συμβολήν των εἰς τὴν καλλιέργειαν καὶ προαγωγὴν τῶν καλῶν τούτων σχέσεων, ἐκ τῶν ὁποίων πολλὰ ὠφελεῖται τὸ ποίμνιον αὐτῶν. Χάρις εἰς τὰς σχέσεις ταύτας ἐξασφαλίζονται διὰ τὸ Ὀρθόδοξον ποίμνιον οἱ ἀπαραίτητοι χῶροι λατρείας καὶ ἐξυπηρετοῦνται ζωτικαὶ ἀνάγκαι διαβιώσεως αὐτοῦ. Θὰ ἀπετέλει ἔνδειξιν ἀχαριστίας ἐκ μέρους ἡμῶν, ἐὰν δὲν ἀνεγνωρίζομεν τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ἀνυπόκριτον ἀγάπην, μετὰ τῶν ὁποίων περιβάλλουν τὸ ποίμνιον ἡμῶν οἱ ἀνήκοντες εἰς ἄλλας Ἐκκλησίας καὶ Ὁμολογίας ἀδελφοὶ χριστιανοὶ καὶ ἂν δὲν ἀνταπεδίδομεν καὶ ἡμεῖς πρὸς αὐτοὺς τὰ αὐτὰ αἰσθήματα καὶ τὴν αὐτὴν συμπεριφοράν.
Ὀφείλομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν πάντες ὅτι ἡ ἐποχὴ τῶν ἀμιγῶν θρησκευτικῶς κοινωνιῶν καὶ ἐθνῶν παρέρχεται ἤδη, καὶ οἱ λαοὶ καλοῦνται νὰ ἀποδεχθοῦν τὴν ἑτερότητα ὡς συστατικὸν στοιχεῖον τῶν κοινωνιῶν των, ἐὰν δὲν θέλουν νὰ ὁδηγηθοῦν εἰς συγκρούσεις καὶ ἀναταραχάς. Ἡ συνύπαρξις καὶ συμβίωσις τῶν Ὀρθοδόξων μετὰ τῶν λοιπῶν χριστιανῶν ἀποτελεῖ ἤδη ἀναπότρεπτον πραγματικότητα εἰς τὸν χῶρον τῆς Διασπορᾶς ἐξαπλουμένη ταχέως καὶ ἐντὸς τῶν ἄλλοτε ἀμιγῶς Ὀρθοδόξων ἐθνῶν καὶ κοινωνιῶν καὶ ὑποχρεοῦσα τὴν Ἐκκλησίαν ἡμῶν νὰ προσαρμόσῃ διὰ τῆς οἰκονομίας τὴν ὅλην ποιμαντικὴν αὐτῆς ζωήν. Οὕτως, ἐπὶ παραδείγματι, ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μεικτῶν γάμων ἀποτελεῖ πλέον πραγματικότητα, ἡ ὁποία ὑποχρεώνει τὴν Ἐκκλησίαν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν μετὰ τῶν ἑτεροδόξων κοινὴν προσευχὴν καὶ λατρείαν, ὅπερ καὶ ἐφαρμόζει ἤδη εἰς πάσας τὰς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας. Τοῦτο οὐδόλως ἀποτελεῖ ἐκτροπὴν ἐκ τοῦ θεμελιώδους στοιχείου διαχωρισμοῦ τῶν Ὀρθοδόξων ἐκ τῶν λοιπῶν χριστιανῶν, συνισταμένου εἰς τὴν ἐν τῇ θείᾳ Εὐχαριστίᾳ κοινωνίαν, ἥτις προϋποθέτει πλήρη συμφωνίαν ἐν τῇ πίστει τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου οὐδεμία οἰκονομία χωρεῖ.
Πάντων τούτων θεωρουμένων τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καλλιεργεῖ τὰς ἀγαθὰς σχέσεις αὐτοῦ μετὰ τῶν λοιπῶν χριστιανῶν εἰς πάντα τὰ ἐπίπεδα ἀπὸ τῆς μικροτέρας ἐνορίας καὶ ἐπισκοπῆς μέχρι καὶ τῆς ἀνωτάτης ἡγεσίας αὐτοῦ. Οὕτως, ἡ ἡμετέρα Μετριότης ὑποδέχεται μετὰ χαρᾶς, ἀγάπης καὶ τιμῆς πάντας τοὺς ἀντιπροσώπους ἢ καὶ ἀρχηγοὺς τῶν ἄλλων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν καὶ ἀνταποδίδει αὐτὰς φιλοφρόνως, ὡς ἁρμόζει εἰς πεπολιτισμένην καὶ δὴ καὶ χριστιανικὴν συμπεριφοράν. Τοῦτο ἰσχύει ὅλως ἰδιαιτέρως εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν μεγαλυτέραν χριστιανικὴν κοινότητα καὶ οἱ μετὰ τῆς ὁποίας ἱστορικοὶ δεσμοὶ πλήρους κοινωνίας ἐν τῇ πίστει καὶ τοῖς Μυστηρίοις ἐπὶ μίαν ὅλην χιλιετίαν δὲν παύουν νὰ ἀποτελοῦν κοινὸν κτῆμα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ ἐπανεύρωμεν καὶ ἀνοικοδομήσωμεν τήν, ὡς μὴ ὤφελεν, ἀπολεσθεῖσαν πλήρη κοινωνίαν. Ἐπὶ τῷ τέλει τούτῳ διεξάγεται ὁ πανορθοδόξως ἀποφασισθεὶς ἐπίσημος θεολογικὸς διάλογος, περὶ τῆς πορείας τοῦ ὁποίου θὰ ἐνημερώσῃ τὸ ἱερὸν σῶμα ὁ Ὀρθόδοξος συμπρόεδρος αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀνταλλάσσονται ἐπισκέψεις ἐπὶ τοῦ ἀνωτάτου ἐπιπέδου, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιβεβαιοῦται ἡ θέλησις ἀμφοτέρων τῶν πλευρῶν, ὅπως ἐν ἀγάπῃ καὶ ἀληθείᾳ χωρήσουν εἰς τὴν πλήρη μετ᾿ ἀλλήλων κοινωνίαν. Οὕτως, ἐκτὸς τῆς εἰθισμένης ἀνταλλαγῆς ἐπισκέψεων ἐπισήμων Ἀντιπροσωπειῶν κατὰ τὰς Θρονικὰς Ἑορτὰς ἑκατέρας τῶν Ἐκκλησιῶν, ἡ ἡμετέρα Μετριότης παρέστη προσωπικῶς εἰς τὴν ἐνθρόνισιν τοῦ νέου Πάπα Φραγκίσκου ἐν Ρώμῃ πρὸ διετίας, συνηντήθη μετ᾿ αὐτοῦ εἰς Ἱεροσόλυμα ἐπὶ τῇ συμπληρώσει πεντήκοντα ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἱστορικῆς συναντήσεως ἐκεῖ τοῦ ἀοιδίμου προκατόχου ἡμῶν Πατριάρχου Ἀθηναγόρου μετὰ τοῦ Πάπα Παύλου Ϛ΄, ἐδέχθημεν δὲ τὴν ἐπίσημον ἐπίσκεψιν τοῦ νῦν Πάπα εἰς τὴν ἕδραν ἡμῶν κατὰ τὴν Θρονικὴν Ἑορτὴν τοῦ ἡμετέρου Πατριαρχείου τὸν παρελθόντα Νοέμβριον. Αἱ συναντήσεις αὗται καὶ αἱ ὑπογραφεῖσαι κατ᾿ αὐτὰς Κοιναὶ Δηλώσεις, εὗρον εὐρεῖαν ἀπήχησιν ἀνὰ τὸν κόσμον καὶ ἀνέδειξαν τὴν παρουσίαν καὶ τὴν σπουδαιότητα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου διεθνῶς. Οὕτω, τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καὶ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀντὶ νὰ ἀπομονοῦνται προβάλλονται καὶ γίνονται γνωστὰ ἀνὰ τὸν κόσμον ἐπ᾿ ὠφελείᾳ ἑαυτῶν ἀλλὰ καὶ τοῦ Γένους ἡμῶν.
Τὸ πνεῦμα τοῦτο τῆς καταλλαγῆς καὶ συμβολῆς εἰς τὴν εἰρηνικὴν συμβίωσιν τῶν ἀνθρώπων, τὸ ὁποῖον ἀπορρέει ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου καὶ χαρακτηρίζει κατ᾿ ἐξοχὴν τὴν ἁγίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἡμῶν, ὡδήγησε τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον εἰς τὸ νὰ ἐπεκτείνῃ πέραν τοῦ χριστιανικοῦ χώρου τὴν προσπάθειαν τοῦ διαλόγου. Οὕτως, ἀπὸ ἐτῶν ἤδη ἡγεῖται τοῦ Διαθρησκειακοῦ Διαλόγου μεταξὺ Χριστιανῶν, Ἰουδαίων καὶ τοῦ Ἰσλάμ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιδιώκεται οὐχὶ τόσον ἡ ἐξέτασις τῶν θεολογικῶν διαφορῶν, ὅσον ἡ καλλιέργεια καὶ προώθησις τῆς ἀρχῆς καὶ τῆς πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν προσωπικῶς ἐτονίσαμεν πρὸ ἐτῶν εἰς τὰ πλαίσια τῆς διαθρησκειακῆς συναντήσεως τοῦ Βοσπόρου, ὅτι «ὁ πόλεμος ἐν ὀνόματι τῆς θρησκείας ἀποτελεῖ πόλεμον κατὰ τῆς θρησκείας». Καὶ ἓν μόνον βλέμμα εἰς τὴν κρατοῦσαν ἐν τῷ κόσμῳ σήμερον κατάστασιν ἀρκεῖ διὰ νὰ πείσῃ πόσον ἀληθὴς καὶ πόσον ἐπίκαιρος εἶναι ὁ λόγος οὗτος. Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον δίδει καὶ ἐν τῷ χώρῳ τούτῳ τὴν μαρτυρίαν του.
Ἀλλ᾿ ὡς ἤδη ὑπῃνίχθημεν, ἡ θεία Πρόνοια ἐπέθεσεν ἐπὶ τῶν ὤμων τοῦ ἱεροῦ τούτου θεσμοῦ, τὸν ὁποῖον χάριτι Θεοῦ πάντες ἡμεῖς διακονοῦμεν, καὶ μίαν ἄλλην βαρεῖαν εὐθύνην, ἐκείνην τῆς διασφαλίσεως τῆς ἑνότητος τῆς ὅλης Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Τὸ πρωτεῖον τιμῆς, τὸ ὁποῖον οἱ ἱεροὶ Κανόνες τῶν ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἀνεγνώρισαν εἰς τὸν ἐπίσκοπον Κωνσταντινουπόλεως, τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ὑποχρεοῦται καὶ σήμερον νὰ ἐκπληρώσῃ ἐπ᾿ ἀγαθῷ συνόλου τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς εὐθύνης αὐτοῦ διὰ τὴν κανονικὴν τάξιν καὶ ἑνότητα συνόλου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τό Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον γίνεται ἀποδέκτης προσφυγῶν πρὸς ἐπίλυσιν ζητημάτων ἀναφυομένων εἰς τὰς σχέσεις τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μετ᾿ ἀλλήλων ἢ ἐνίοτε καὶ ἐντός τινων ἐξ αὐτῶν, τὰς ὁποίας καὶ διὰ καταλλήλων ἐνεργειῶν ἐπιλύει, ὡς συνέβη πρὸ ἐτῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ Βουλγαρίας, ἐν τῷ Πατριαρχείῳ Ἱεροσολύμων καὶ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ Κύπρου, ἢ προσφάτως κατὰ τὴν μεταξὺ τῶν Πατριαρχείων Ἱεροσολύμων καὶ Ρουμανίας διένεξιν. Ἀτυχῶς καὶ ὡς μὴ ὤφελε τὰ τοιαῦτα ζητήματα δὲν παύουν διαρκῶς νὰ ἀναφύωνται, καὶ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον διὰ τῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Διορθοδόξων Ζητημάτων καὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου προσπαθεῖ νὰ ἐξεύρῃ τὰς καταλλήλους λύσεις. Ὡς ἔχετε ἀσφαλῶς πληροφορηθῆ, ἀνεφύη κατ᾿ αὐτὰς σοβαρὰ διένεξις μεταξὺ τῶν πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων ὡς πρὸς τὴν κανονικὴν δικαιοδοσίαν ἐν τῷ ἐμιράτῳ τοῦ Κατάρ, πρὸς ἐπίλυσιν τῆς ὁποίας ἐργαζόμεθα ἐντόνως, παραμένει δὲ ἀνοικτὸν καὶ τὸ ἐσωτερικὸν θέμα τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας Τσεχίας καὶ Σλοβακίας, τῆς ὁποίας ἡ κανονικότης ἀμφισβητεῖται τόσον ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας ταύτης ὅσον καὶ ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ πολλῶν ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
Διὰ ταῦτα καὶ ἄλλα παρόμοια ζητήματα, ὡς ἡ ἐν Οὐκρανίᾳ κρατοῦσα διαίρεσις τοῦ ἐκεῖ Ὀρθοδόξου ποιμνίου, τὸ ἡμέτερον Πατριαρχεῖον δέχεται προσφυγὰς καὶ μεριμνᾷ διὰ τὴν ἐπίλυσίν των. Ἐκ παραλλήλου ἀναπτύσσει πρωτοβουλίας πρὸς στενοτέραν συνεργασίαν καὶ σύσφιγξιν τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὥστε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία νὰ ἀποκτήσῃ ἑνιαίαν φωνὴν καὶ νὰ καλλιεργηθῇ ἐν αὐτῇ ἡ συνείδησις ὅτι παρὰ τὸ ὅτι κατὰ τὴν κανονικὴν αὐτῆς διάρθρωσιν συνίσταται ἐκ πολλῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν δὲν παύει νὰ εἶναι μία Ἐκκλησία, ἐκφραζομένη "ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ".
Οὕτως, ἀπὸ τοῦ πρώτου ἤδη ἔτους τῆς Πατριαρχίας ἡμῶν προέβημεν εἰς τὴν σύγκλησιν διὰ πρώτην φορὰν Συνάξεων τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πρὸς ἀνταλλαγὴν ἀπόψεων ἐπὶ τρεχόντων ἐν τῷ κόσμῳ ζητημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καλεῖται νὰ ἀρθρώσῃ ἑνιαῖον λόγον. Μέχρι στιγμῆς ἐπραγματοποιήθησαν πέντε τοιαῦται Συνάξεις, ἅπασαι ἐνταῦθα ἐν τῷ ἱερῷ Κέντρῳ πλὴν τῆς ἐν Πάτμῳ καὶ τῆς ἐν ἔτει 2000, ἥτις ἔλαβε χώραν ἐν Ἱεροσολύμοις ἐπ᾿ εὐκαιρίᾳ τῶν ἐκεῖ ἑορτασμῶν ἐπὶ τῇ εἰσόδῳ εἰς τὴν νέαν χιλιετίαν. Ἅπασαι αἱ Συνάξεις αὗται ἐπραγματοποιήθησαν εἰς λίαν ἀδελφικὸν κλῖμα ἐξαπολύσασαι Κοινὰ Μηνύματα, τὰ ὁποῖα εἶχον εὐρεῖαν ἀπήχησιν.
Κατὰ τὴν τελευταίαν τοιαύτην Σύναξιν τῶν Προκαθημένων, τὴν ὁποίαν συνεκαλέσαμεν ἐνταῦθα κατὰ μῆνα Μάρτιον τοῦ παρελθόντος ἔτους 2014, ἐλήφθη τῇ προτάσει ἡμῶν μία ὄντως ἱστορικὴ ἀπόφασις: ἡ σύγκλησις ἐνταῦθα κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος 2016 τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ σημασία καὶ σπουδαιότης τοῦ γεγονότος τούτου μόλις εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπογραμμισθῇ. Ἤδη ἀπὸ τοῦ 1923 τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἐμελέτα τὴν σύγκλησιν Πανορθοδόξου Συνόδου ἐν ἔτει 1925 ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἐπέτειον τῆς μνήμης τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου μὴ δυνηθὲν νὰ τὴν πραγματοποιήσῃ ἔνεκα τῶν γνωστῶν ἱστορικῶν συγκυριῶν. Τὴν προσπάθειαν ἐπανέλαβε τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἐν ἔτει 1930, ὅτε καὶ συνῆλθε πρὸς τοῦτο ἐν Ἁγίῳ Ὄρει Πανορθόδοξος Προπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπή, ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν κατέστη δυνατὴ ἡ πραγματοποίησις τῆς Συνόδου λόγῳ τῆς διεθνοῦς καταστάσεως. Τὸ θέμα ἐπανῆλθε κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς δεκαετίας τοῦ 1960, ὅτε καί ἀπεφασίσθη πανορθοδόξως ἡ σύγκλησις τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ὡρίσθη ὁ τρόπος προπαρασκευῆς αὐτῆς. Παρὰ τὸ ὅτι ἡ προπαρασκευὴ αὕτη ἐξεκίνησεν ἀμέσως, ἡ ὁλοκλήρωσις αὐτῆς διὰ διαφόρους λόγους καθυστέρησεν ἀνεπιτρέπτως ἐπὶ πέντε περίπου δεκαετίας λόγῳ ἐνδορθοδόξων προβλημάτων.
Περὶ τῆς σημερινῆς καταστάσεως τῆς προπαρασκευῆς τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου θέλει ἐνημερώσει τὸ ἱερὸν τοῦτο σῶμα ὁ Ἱερώτατος Μητροπολίτης Περγάμου, Πρόεδρος τῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Διορθοδόξων Ζητημάτων καὶ πρόεδρος τῶν Διορθοδόξων Προπαρασκευαστικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ τῶν Προσυνοδικῶν Πανορθοδόξων Διασκέψεων. Ἡμεῖς θὰ περιορισθῶμεν εἰς γενικωτέρας τινὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ σοβαρωτάτου τούτου θέματος.
Ἐν πρώτοις ὀφείλομεν νὰ ἐπισημάνωμεν τὴν σπουδαιότητα καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀμέσου συγκλήσεως τῆς Συνόδου. Ἡ μακρὰ καθυστέρησις τῆς πραγματοποιήσεώς της ἔχει ἤδη ἐκθέσει σοβαρῶς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἔναντι τοῦ λοιποῦ χριστιανικοῦ κόσμου καὶ πέραν τούτου, μέχρι σημείου νὰ ἐντρεπώμεθα κυριολεκτικῶς, ὅταν ἐρωτώμεθα πότε ἐπὶ τέλους θὰ συνέλθῃ ἡ ἐξαγγελθεῖσα Σύνοδος. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τονίζει καὶ διδάσκει εἰς τὴν Ἐκκλησιολογίαν της τὴν συνοδικότητα, ἀλλ᾿ ἐν τῇ πράξει δὲν ἐφαρμόζει αὐτὴν εἰς οἰκουμενικὸν ἐπίπεδον παρέχουσα τὴν εἰκόνα συνομοσπονδίας Ἐκκλησιῶν ἀντὶ ἐκείνης τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Πᾶσα περαιτέρω ἀναβολὴ συγκλήσεως τῆς Συνόδου ἐκθέτει τὴν Ἐκκλησίαν ἡμῶν οὐχὶ μόνον εἰς τὰ ὄμματα τῶν μὴ Ὀρθοδόξων, ἀλλὰ καὶ ἔναντι τῶν ἰδίων αὐτῆς ἐκκλησιολογικῶν ἀρχῶν καὶ πιστευμάτων. Εἰς τὸν καλοπροαίρετον ἀντίλογον, ὁ ὁποῖος ἀκούεται, ὅτι ἡ προετοιμασία τῆς Συνόδου θὰ ἔδει νὰ εἶναι πληρεστέρα καὶ νὰ περιλαμβάνῃ θέματα περισσότερον φλέγοντα καὶ ἐπίκαιρα, ἡ ἀπάντησις εἶναι ὅτι τὸ μεῖζον καὶ προέχον εἶναι αὐτὴ αὕτη ἡ πραγματοποίησις τῆς Συνόδου, ἡ ὁποία θὰ ἀποτελέσῃ τὴν ἀπαρχὴν καὶ ἄλλων Συνόδων, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ ἐξετασθοῦν τὰ πλέον φλέγοντα καὶ ἐπίκαιρα ζητήματα. Τὸ καλλίτερον εἶναι ἐχθρὸς τοῦ καλοῦ, κατὰ τὴν γνωστὴν ρῆσιν, καὶ θὰ ἦτο κρῖμα ἐπιζητοῦντες τὸ τέλειον νὰ ἀπολέσωμεν τὸ ἀναγκαῖον.
Δευτέρα παρατήρησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἶναι ἡ διευκρίνησις περὶ τῆς φύσεως τῆς συγκαλουμένης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου. Κατὰ τὴν ἐπιλογὴν τῆς ὀνομασίας τῆς Συνόδου ταύτης ὑπὸ τῆς Α΄ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως ἀπεφεύχθη συνειδητῶς ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτῆς ὡς Οἰκουμενικῆς Συνόδου διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν καλοῦνται ὡς μέλη αὐτῆς οἱ ἐκ τῆς Δύσεως χριστιανοί, ὡς συνέβαινε πάντοτε ἐν τῇ ἀρχαίᾳ Ἐκκλησίᾳ κατὰ τὴν σύγκλησιν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἡ αὐθεντία τῆς Συνόδου ταύτης ἐκτείνεται, συνεπῶς, μόνον εἰς τὸν χῶρον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, χωρὶς τοῦτο νὰ σημαίνῃ ὅτι δὲν δύναται νὰ λάβῃ αὕτη ἀποφάσεις ἀναφερομένας εἰς τὰς σχέσεις τῆς Ὀροδοξίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικόν κόσμον.
Τέλος, θὰ ἦτο παράλειψις ἐὰν δὲν ἐπεσημαίνομεν πρὸς τὸ ἱερὸν τοῦτο σῶμα τὰς δυσκολίας τὰς ὁποίας ἀντιμετωπίζει τὸ ὅλον ἐγχείρημα τῆς πραγματοποιήσεως τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου. Αἱ πλεῖσται καὶ σοβαρώτεραι ἐκ τῶν δυσκολιῶν τούτων προέρχονται ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι εἰς πολλὰς ἒκ τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἔχει, ἀτυχῶς, διεισδύσει τὸ πνεῦμα τοῦ ἐθνικισμοῦ, ἐνίοτε δὲ καὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ καταδικασθέντος ὡς αἱρέσεως ἐθνοφυλετισμοῦ, τό ὁποῖον μετατρέπει τὴν Ἐκκλησίαν εἰς θεραπαινίδα κρατικῶν πολιτικῶν ἐπιδιώξεων. Οὕτω, τινὲς τῶν ἀδελφῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, τελοῦσαι ἐν στενῇ συνεργασίᾳ μετὰ τῶν Κυβερνήσεων τοῦ τόπου των καὶ ἀπολαμβάνουσαι ἄφθονον τὴν οἰκονομικήν των ὑποστήριξιν, προσπαθοῦν διὰ παντὸς μέσου, περιλαμβανομένης καὶ τῆς προετοιμαζομένης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, νὰ προωθήσουν πολιτικῆς φύσεως συμφέροντα καὶ σχεδιασμούς, ἐπιφέρουσαι διὰ τοῦ τρόπου τούτου ρήγματα εἰς τὴν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας. Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ὡς ὑπερεθνικὴ Ἐκκλησία ἀντιπαλεύει πρὸς τὰς τοιαύτας τάσεις, διότι θέτει ὑπεράνω ὅλων τὴν ἑνότητα καὶ τὸ συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας, ἀντιμετωπίζον ἐν τῇ διακονίᾳ ταύτῃ οὐχὶ σπανίως προσπαθείας, φανερὰς ἠ ἀφανεῖς, ὑπονομεύσεως τοῦ ρόλου του ὡς πρωτοθρόνου Ἐκκλησίας καί ἐγγυητοῦ τῆς ἑνότητος αὐτῆς.
Ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, 
Διὰ τῶν ἀνωτέρω ἠθελήσαμεν νὰ λάβητε γνῶσιν, ἔστω καὶ ἀκροθιγῶς, τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἐπιτελεῖται ἐν τῷ ἱερῷ Κέντρῳ εἰς ἐκπλήρωσιν τῆς ὑψηλῆς ἀποστολῆς, ἥτις ἀνετέθη ὑπὸ τῆς Θείας Προνοίας εἰς τὴν Πρωτόθρονον ταύτην Ἐκκλησίαν, τὴν ὁποίαν πάντες ἡμεῖς ἔχομεν τὸ μέγα προνόμιον νὰ διακονῶμεν. Τὸ πολυεύθυνον καὶ πολυεπίπεδον τοῦτο ἔργον διεξάγεται ἐπιτυχῶς παρὰ τὰ περιωρισμένα εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μέσα καὶ τὸν συρρικνωθέντα μετὰ τὴν διακοπὴν τῆς λειτουργίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης ἀριθμὸν τῶν στελεχῶν αὐτοῦ, χάρις εἰς τὴν ἐργατικότητα καὶ ἀφοσίωσιν τοῦ διοικητικοῦ καὶ λοιποῦ προσωπικοῦ τῶν Πατριαρχείων, πρὸς τὸ ὁποῖον ἐκφράζομεν καὶ αὖθις τὴν εὐαρέσκειαν τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας καὶ ἡμῶν προσωπικῶς.
Ἰδιαιτέρως ἐπιθυμοῦμεν νὰ μνημονεύσωμεν τὴν συμβολὴν τῶν ἁγίων ἀδελφῶν τῶν ἑκάστοτε συγκροτούντων τὴν περὶ ἡμᾶς Ἁγίαν καὶ Ἱερὰν Σύνοδον, ἥτις μετὰ τοῦ Πατριάρχου ἐποπτεύει τὴν ὅλην πορείαν τοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας λαμβάνουσα τὰς ἀπαραιτήτους καὶ οὐχὶ πάντοτε εὐχερεῖς ἀποφάσεις. Αἰσθανόμεθα ἰδιαιτέραν ἱκανοποίησιν καὶ δοξάζομεν τὸν δωρεοδότην Κύριον, διότι ἐπὶ τῆς Πατριαρχίας ἡμῶν ἐπανῆλθε τὸ καθεστὼς τῆς ἐκ περιτροπῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν συγκρότησιν τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου πάντων τῶν ἐν ἐνεργείᾳ Μητροπολιτῶν τοῦ Θρόνου, γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει εἰς αὐτοὺς νὰ ἀσκοῦν τὸ ἐκ τῶν ἱερῶν Κανόνων ἀπορρέον δικαίωμα καὶ χρέος των, καὶ σφυρηλατεῖ ἔτι μᾶλλον τοὺς μεταξὺ τοῦ ἱεροῦ Κέντρου καὶ τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Θρόνου δεσμούς.
Πάντα ταῦτα καὶ ὅσα εἰσέτι παρελείφθησαν, ἵνα μὴ μακρηγορήσωμεν ὑπερβαλλόντως, μαρτυροῦν ὅτι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, "ἡ τὰ ἀσθενῆ θεραπεύουσα καὶ τὰ ἐλλείποντα ἀναπληροῦσα", δὲν ἔπαυσε σκέπουσα καὶ κατευθύνουσα τὸν ἱερὸν τοῦτον θεσμὸν εἰς ἐπιτέλεσιν τῆς ὑψηλῆς αὐτοῦ ἀποστολῆς, παρέχουσα ἡμῖν τὴν βεβαίαν ἐλπίδα ὅτι οὐδεμία ἀντίξοος δύναμις ἢ ἀνθρωπίνως τυχὸν δυσοίωνος πρόβλεψις δὲν θὰ ἰσχύσῃ νὰ ἀνακόψῃ ἢ παρεμποδίσῃ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς ταύτης. Διότι ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία, κατὰ τὸ Παύλειον, "οἶδε καὶ ταπεινοῦσθαι, οἶδε καί περισσεύειν∙ ἐν παντὶ καὶ ἐν πᾶσι μεμύηται καὶ χορτάζεσθαι καὶ πεινᾶν, καὶ περισσεύειν καὶ ὑστερεῖσθαι" (πρβλ. Φιλ. δ΄, 12-13). Πορευομένη διὰ μέσου τῶν αἰώνων ὡς ὁ Ἀπόστολος, "διὰ δόξης καὶ ἀτιμίας, διὰ δυσφημίας καὶ εὐφημίας" (Β΄ Κορ. ς΄, 8-9) γνωρίζει, ὡς ἐκεῖνος, ὅτι ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ "ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται" (Β΄ Κορ. ιβ΄, 9). Οἱ δέκα ἑπτὰ περίπου αἰῶνες τοῦ ἱστορικοῦ βίου της μαρτυροῦν καὶ ἐπιβεβαιοῦν τὸ τοῦ ψαλμῳδοῦ "Κύριος ἐμοὶ βοηθός, καὶ οὐ φοβηθήσομαι τί ποιήσει μοι ἄνθρωπος" (Ψαλμ. 117, 6).
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,
Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου, ἀλλὰ ζῇ ἐν τῷ κόσμῳ (πρβλ. Ἰω. ιζ΄, 6). Τὰ προβλήματα τοῦ συγχρόνου κόσμου ἀποτελοῦν καὶ προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας, διότι ἀποτελοῦν προβλήματα τοῦ ποιμνίου της. Τὸ γνωρίζετε αὐτὸ ὅλως ἰδιαιτέρως ὅσοι ἐξ ὑμῶν ποιμαίνετε λαὸν εἰς τὰς ἐπαρχίας σας. Τὰ προβλήματα ταῦτα διαφέρουν ἀπὸ περιοχῆς εἰς περιοχήν, ἀλλὰ καθίστανται διαρκῶς καὶ περισσότερον κοινά. Αἱ παραδοσιακῶς χριστιανικαὶ κοινωνίαι ἐκκοσμικεύονται ραγδαίως, καὶ τοῦτο καθιστᾶ ἀναγκαίαν τὴν προσαρμογὴν τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὰς νέας κοινωνικὰς συνθήκας χωρὶς νὰ ἀλλοιωθῇ ὁ πυρὴν τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς ἅπαξ παραδοθείσης τοῖς ἁγίοις πίστεως (πρβλ. Ἰούδα 3-4).
Ἡ ἁγία ἡμῶν Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διακρίνεται διὰ τὴν ἀφοσίωσιν αὐτῆς εἰς τὴν Παράδοσιν. Διὰ μέσου ὅμως τῶν αἰώνων ἀσκοῦσα τὴν καλῶς νοουμένην οἰκονομίαν ἐπέτυχε τὴν προσαρμογὴν εἰς τὰς ἑκάστοτε συνθήκας χωρὶς τὴν ἀπομάκρυνσιν ἐκ τοῦ πυρῆνος τοῦ Εὐαγγελίου. Μὲ ὁδηγὸν τὸ Κυριακόν "τὸ σάββατον διὰ τὸν ἄνθρωπον ἐγένετο, οὐχ ὁ ἄνθρωπος διὰ τὸ σάββατον" (πρβλ. Μάρκ. β΄, 27) καὶ ἐφαρμόζουσα τὸν ὄντως χρυσοῦν ἀκροτελεύτιον Κανόνα τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου [κανὼν 102] ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔθεσε τὸ ἀνθρώπινον πρόσωπον, τὴν εἰκόνα ταύτην τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ὡς ὕψιστον κριτήριον εἰς τὰς ἑκάστοτε ἀποφάσεις της. Τοῦτο βεβαίως προϋποθέτει πνευματικὴν διάκρισιν καὶ διασφαλίζεται μόνον διὰ συνοδικῶν ἀποφάσεων. Διὸ καὶ ἡ ἀνταλλαγὴ γνωμῶν μεταξὺ τῶν ἐπισκόπων τῆς Ἐκκλησίας ἐπὶ τοιούτων θεμάτων κρίνεται λίαν χρήσιμος καὶ ἀναγκαία. Ἡ παροῦσα Σύναξις ἔχει ὡς σκοπὸν νὰ προσφέρῃ εἰς ἡμᾶς καὶ τὴν δυνατότητα ταύτην.
Τέλος, ὀφείλομεν νὰ ἐπισημάνωμεν τὸ γεγονὸς ὅτι πέραν τῶν ἐκ τῆς ἐκκοσμικεύσεως τῶν κοινωνιῶν κινδύνων ἡ Ἐκκλησία σήμερον εὑρίσκεται ἀντιμέτωπος πρὸς γενικωτέρας ἀναταραχάς, αἱ ὁποῖαι εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις ἀπειλοῦν αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόστασίν της. Τοῦτο ἰσχύει ἰδιαιτέρως εἰς περιοχάς, ὅπου διαβιοῦν ἀπὸ αἰώνων καί Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι, πρὸς τὰς ὁποίας ἔχομεν διαρκῶς ἐστραμμένην τὴν σκέψιν καὶ τὰς προσευχάς μας. Πρὸ τοῦ κινδύνου τούτου ἓν μόνον ἀντίδοτον διαθέτομεν: τὸ κήρυγμα καὶ τὴν προσπάθειαν τῆς εἰρήνης καὶ καταλλαγῆς. Ὁ διάλογος τῆς καταλλαγῆς δὲν εἶναι σήμερον πολυτέλεια, εἶναι ζωτικὴ ἀνάγκη πρώτιστα δι᾿ ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τὴν Ἐκκλησίαν. Διὰ τοῦτο καὶ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον δι᾿ ὅλων τῶν δυνάμεών του ἡγεῖται κάθε προσπαθείας καταλλαγῆς. Οἱ καιροὶ εἶναι κρίσιμοι καὶ ἡ εὐθύνη καὶ τὸ χρέος ἡμῶν ὡς Ἐκκλησίας τοῦ παθόντος ὑπὲρ τοῦ κόσμου Κυρίου καλοῦν πάντας ἡμᾶς εἰς τὴν ἐκπλήρωσίν του.
Ταύτας τὰς σκέψεις καὶ τὰ αἰσθήματα ἡμῶν ᾐσθάνθημεν τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκθέσωμεν εἰς τὴν ἀγάπην σας ὡς εἰσαγωγὴν εἰς τὸ ἔργον τῆς παρούσης Συνάξεως. Δι᾿ αὐτῶν ἠθελήσαμεν νὰ καταστήσωμεν ὑμᾶς κοινωνούς "τοῦ ἔργου τῆς πίστεως καὶ τοῦ κόπου τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ὑπομονῆς τῆς ἐλπίδος" (Α΄ Θεσ. α΄, 3) τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἐνεπιστεύθη εἰς ἕνα ἑκαστον ἐξ ἡμῶν τὴν ὑψίστην τιμὴν καὶ εὐθύνην τῆς ἐπισκοπικῆς διακονίας. Προσβλέποντες μετὰ πολλῆς χαρᾶς εἰς τὴν ἀνταλλαγὴν μεθ᾿ ὑμῶν τῶν ἀπασχολούντων πάντας ἡμᾶς προβληματισμῶν καὶ σκέψεων περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς εὐθύνης ταύτης, κηρύσσομεν τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Συνάξεως ἐναποθέτοντες αὐτὴν εἰς τὴν πνοὴν τοῦ Παρακλήτου.
"Λοιπόν, ἀδελφοί, χαίρετε, καταρτίζεσθε, παρακαλεῖσθε, τὸ αὐτὸ φρονεῖτε, εἰρηνεύετε. Καὶ ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης καὶ εἰρήνης ἔσται μεθ᾿ ὑμῶν" (Β΄Κορ. ιγ΄, 11-12).

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ (29-30 Αυγούστου 2015)


ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ 
Ἐκκλησιαστικαί εἰδήσεις 
Ἡ Α. Θ. Παναγιότης, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαῖος, τήν πρωΐαν τοῦ Σαββάτου, 29ης Αὐγούστου, ἐκήρυξε τήν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐν τῷ Ἱ. Ναῷ Ἁγίας Τριάδος Σταυροδρομίου συγκαλουμένης ἀπό 29ης Αὐγούστου μέχρι 2ας Σεπτεμβρίου Συνάξεως ἁπάσης τῆς σεπτῆς Ἱεραρχίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. 
Μετά τήν ἐναρκτήριον ἀκολουθίαν, ἡ Α. Θ. Παναγιότης προσεφώνησε τά μέλη τῆς Συνάξεως, ἀπήντησε δ᾿ ἐκ προσώπου αὐτῶν ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Γέρων Νικαίας κ. Κωνσταντῖνος. Κατά τήν διάρκειαν τῶν διαλειμμάτων καί τοῦ μεσημβρινοῦ γεύματος, παρατεθέντος εἰς αἰθούσας τοῦ ὡς ἄνω Ἱ. Ναοῦ, ὁ Παναγιώτατος ἐπεκοινώνησε μετά τῶν ἁγίων Ἀρχιερέων οὕς καλωσώρισεν εἰς τάς αὐλάς τῆς Μητρός Ἐκκλησίας. 
Τήν Κυριακήν, 30ήν τ.μ., μετά τό πέρας τῆς ἐν τῷ Π. Πατριαρχικῷ Ναῷ τελεσθείσης Θείας Λειτουργίας, χοροστατοῦντος τοῦ Σεβ. Ἀρχιεπισκόπου Θυατείρων καί Μ. Βρεταννίας κ. Γρηγορίου, ὁ Πατριάρχης ἐδέχθη ἐν τῷ Γραφείῳ Αὐτοῦ πλείστους Σεβ. Μητροπολίτας καί Θεοφιλ. Ἐπισκόπους.


Ἐκ μέρους τῆς Α. Θ. Παναγιότητος τοῦ Πατριάρχου, ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Καλλιουπόλεως καί Μαδύτου κ. Στέφανος, Πρωτοσυγκελλεύων, τήν Κυριακήν, 30ήν τ.μ., μετέβη εἰς τήν ἕδραν τῆς Νομαρχίας τῆς Πόλεως καί συνεχάρη τῷ Ἐξοχ. Νομάρχη κ. Vasip Şahin καί ταῖς λοιπαῖς Ἀρχαῖς τῆς πόλεως ἡμῶν ἐπί τῇ ἑορτῇ τῆς 30ῆς Αὐγούστου. 
* * * 
Ἡ Α. Θ. Παναγιότης ὁ Πατριάρχης, ἐξεπροσωπήθη: Ὑπό τοῦ Πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτου κ. Λαζάρου Θεοδοσίου, κατά τήν κηδείαν τοῦ ἀειμνήστου Εὐαγγέλου Κεχριώτου, Καθηγητοῦ, ἐκ τοῦ Ἱ. Ναοῦ Ἁγίου Φωκᾶ Μεσαχώρου, ὡς καί κατά τήν προηγηθείσαν τελετήν εἰς μνήμην αὐτοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ «Albert Long» τοῦ πολιτιστικοῦ κέντρου τοῦ Πανεπιστημίου Βοσπόρου, εἰς ὅ ἐδίδασκεν ὁ ἀείμνηστος, τήν Παρασκευήν, 28ην Αὐγούστου.

ΔΕΙΠΝΟ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΤΟΥ ΘΡΟΝΟΥ ΣΤΟ ΝΙΧΩΡΙ ΤΟΥ ΒΟΣΠΟΡΟΥ (ΦΩΤΟ)


Την Κυριακή 30 Αυγούστου 2015 το βράδυ, η Κοινότητα Νεοχωρίου παρέθεσε δείπνο προς τιμήν της Ιεραρχίας του Οικουμενικού Θρόνου, στο εστιατόριο Ντενίζ Παρκ (γνωστό ως "του Αλέκου"). 
Στο δείπνο παρακάθισε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος και ιεράρχες του Θρόνου από όλο τον κόσμο. 
Στην φιλοξενία των ιεραρχών συνέβαλαν πολλά μέλη της Κοινότητος Νεοχωρίου, με προεξάρχοντα τον Πρόεδρο Λάκη Βίγκα. 
Τον Πατριάρχη και τους ιεράρχες υποδέχτηκε με κλασικές μελωδίες ένα ντουέτο μουσικών (βιολί και κιθάρα). 
Στο τέλος του δείπνου ο Πρόεδρος της Κοινότητος έδωσε αναμνηστικά στους αρχιερείς: μια γκραβούρα σχετική με το Νιχώρι και έντυπο υλικό για την ιστορία του χωριού και των ναών του. 
Προηγήθηκε προσκύνημα του Πατριάρχου και των αρχιερέων στον Ι. Ναό της Παναγίας Κουμαριωτίσσης. Δείτε σχετικά εδώ


ΣΤΟ ΝΙΧΩΡΙ Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΑΙ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΘΡΟΝΟΥ (ΦΩΤΟ)


φωτογραφίες: Ηλίας Κουλουρίδης
Προσκυνηματική επίσκεψη πραγματοποίησε την Κυριακή 30 Αυγούστου 2015 το απόγευμα, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, στον Ι. Ναό της Παναγίας της Κουμαριώτισσας, στο Νιχώρι του Βοσπόρου.
Ο Πατριάρχης πήγε στον Ι. Ναό μαζί με πολλούς από τους ιεράρχες του Οικουμενικού Θρόνου οι οποίοι βρίσκονται στην Κωνσταντινούπολη για την Σύναξη της Ιεραρχίας του Θρόνου, την οποία συνεκάλεσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο. 
Στους ιεράρχες μίλησε ο Πατριάρχης, ενώ τους καλωσόρισαν - εκ μέρους της Κοινότητος Νεοχωρίου - ο Πρόεδρος Λάκης Βίγκας, Άρχων Μ. Χαρτοφύλαξ της Μ.τ.Χ.Ε. και ο ιερατικώς προϊστάμενος Αρχιμ. Αγαθάγγελος, Βιβλιοφύλαξ των Πατριαρχείων. 


Related Posts with Thumbnails