________________________________________________________________________________________________________________________________________

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ / ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ / ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΣ ΝΑΟΣ / ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ / ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΑΝ. ΑΝΔΡΙΟΠΟΥΛΟΥ / ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΛΕΓΧΟΥ
________________________________________________________________________________________________________________________________________


10/18/2013

Οικουμενικός Πατριάρχης: «Συνεχίσατε τον μοναστικόν αγώνα σας τηρούντες τας επιταγάς της μοναστικής πολιτείας»


Άγιο Όρος των Νίκου Μαγγίνα και Αντώνη Τριανταφύλλου 
Την Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή του Αγίου Παντελεήμονος επισκέφθηκε για πρώτη φορά ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος. 
Τον Προκαθήμενο της Ορθοδοξίας και Επίσκοπο του Αγίου Όρους υποδέχθηκε ο Καθηγούμενος της Μονής Αρχιμ. Ιερεμίας, ο Ηγούμενος της Μονής Ξενοφώντος Αλέξιος, Πατέρες από τις δυο Αγιορείτικες Μονές, ο πολιτικός διοικητής Αρίστος Κασμίρογλου και πλήθος προσκυνητών. 
Οι Πατέρες της Μονής Αγίου Παντελεήμονος για να τιμήσουν την ιστορική επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχη είχαν δαφνοστολίσει ολόκληρη την αυλή της Μονής ενώ σπαρμένος με δάφνες ήταν και ο δρόμος που οδηγούσε στην εκκλησία όπου ο Οικουμενικός Πατριάρχης τέλεσε τη Θεία Λειτουργία. 


Με τον Οικουμενικό Πατριάρχη συλλειτούργησαν οι Μητροπολίτες Ιταλίας Γεννάδιος, Τρανουπόλεως Γερμανός, ο Μέγας Ιεροκήρυκας του Οικουμενικού Θρόνου π. Βησσαρίων οι Ηγούμενοι της Μονής Ξενοφώντος Αλέξιος και Παντελεήμονος Ιερεμίας και άλλοι κληρικοί. Στο επίσημο πρόγραμμα περιλαμβάνονταν προσκυνηματική επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχη στην Ιερά Μονή Αγίου Παντελεήμονος. Ο Καθηγούμενος Ιερεμίας, όμως εξέφρασε την επιθυμία να τελέσει τη Θεία Λειτουργία, γεγονός που πραγματοποιήθηκε από τον Πατριάρχη. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης προσέφερε στον Καθηγούμενο της Μονής Αγίου Παντελεήμονος Ιερεμία τον επιστήθιο Πατριαρχικό σταυρό. 
Κατά την ομιλία του ο Οικουμενικός Πατριάρχης απηύθυνε παραίνεση και προτροπή προς τους εγκαταβιούντες μοναχούς στην Ιερά Μονή Αγίου Παντελεήμονος να συνεχίσουν τον μοναστικό τους βίο τηρώντας τις επιταγές της μοναστικής Πολιτείας του Άθωνα, αφοσιωμένοι πλήρως στο πνευματικό τους έργο και αποφεύγοντας κάθε τι που δεν συνάδει με τις μοναστικές επαγγελίες, ενώ κάλεσε «άπαντας υμάς εις συμπορείαν προς τα τεθεσπισμένα, αναλλοιώτως ορθόδοξα, υπερφυλετικά, Αγιορείτικα και κανονικά, ίνα «ζωήν έχητε και περισσόν έχητε»», καθώς όπως τόνισε με νόημα είναι γνωστό ότι «η Μήτηρ Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, φύσει και θέσει οικουμενική, εσεβάσθη και ετίμησε πάντοτε τας ποικίλας εθνικάς μορφάς και γλώσσας, χωρίς όμως να απόλλυται το κύριον και το καίριον, ο βασικός ιστός, ο εδραζομένος εις τα θεμέλια της διδασκαλίας των πατέρων και του κηρύγματος των αποστόλων». 


Ο Μ Ι Λ Ι Α 
ΤΗΣ Α. Θ. ΠΑΝΑΓΙΟΤΗΤΟΣ 
ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ 
κ. κ. Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Υ 
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΕΨΙΝ ΑΥΤΟΥ 
ΕΙΣ ΤΗΝ ΙΕΡΑΝ ΜΟΝΗΝ ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ 
(17 Ὀκτωβρίου 2013) 
Οσιολογιώτατε Αρχιμανδρίτα κύριε Ιερεμία, Ηγούμενε της καθ᾽ ημάς Ιεράς Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής Αγίου Παντελεήμονος, 
Οσιώτατοι πατέρες και αδελφοί, 
Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά, 
Δοξολογίαν αναπέμπομεν τω Θεώ, ότι ηξίωσεν ημάς να πραγματοποιήσωμεν διακαή επιθυμίαν και της ημετέρας Μετριότητος αλλά και των αδελφών και πατέρων της καθ' υμάς Ιεράς Μονής όπως επισκεφθώμεν αυτήν και προσκυνήσωμεν τον μεγαλομάρτυρα και ιαματικόν Παντελεήμονα και ευλογήσωμεν τον μοναχικόν άθλον σας, εις δόξαν Θεού και σωτηρίαν ψυχών. 
Ευχαριστούμεν δια την τιμητικήν και φιλοπάτορα υποδοχήν σας, μαρτυρούσαν τον σεβασμόν και την αγάπην σας προς το πρόσωπον του Επισκόπου σας και προς το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, η οποία, καθώς και τα ευλαβή αισθήματά σας, μας συγκινούν, θα κομίσωμεν δε τας εντυπώσεις ημών εις Φανάριον, ως πολύτιμον και ενισχυτικήν ανάμνησιν. Η επίσκεψις ημών εις την Ιεράν Μονήν σας πεπείσμεθα ότι ενισχύει τους μακραίωνας ιερούς δεσμούς του Ιερού Άθω με την Μητέρα Εκκλησίαν, της οποίας πολύτιμος κληρουχία είναι το Άγιον Όρος, εκ του οποίου πολλαί φυλαί και γλώσσαι και έθνη αντλούν πίστιν, παραμυθίαν, δύναμιν, έμπνευσιν, ζωήν, ελπίδα. 
Εις την Ιεράν Μονήν σας, άγιε Καθηγούμενε, κατά το Πατριαρχικόν Σιγίλλιον του προκατόχου ημών Πατριάρχου Ιωακείμ του Β', εγκαταβιούν μοναχοί, προερχόμενοι εκ της ομοδόξου χώρας της Ρωσσίας, ομού μετά ελλήνων και άλλης εθνικής καταγωγής πατέρων. Ιδιαιτέρως, ο ρωσσικός λαός εξ αρχής της εισόδου του εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν του Χριστού διετήρησε δια την χειραγωγήσασαν αυτόν προς το φως του Ευαγγελίου και κρατύνασαν αυτόν εν τη Ορθοδοξία Μητέρα Εκκλησίαν της Κωνσταντινουπόλεως αισθήματα ευγνωμοσύνης και αγάπης, ανάλογα προς την ανυπόκριτον και πηγαίαν ευλάβειαν αυτού και ευσέβειαν. 
Η ιδία διάθεσις χαρακτηρίζει αυτόν και έναντι του Περιβολίου της Θεοτόκου, της μικράς ταύτης εσχατιάς της ευλογημένης μακεδονικής γης, την οποίαν οι πιστοί βασιλείς των Ρωμαίων αφιέρωσαν εις την μοναστικήν άσκησιν, επευλογούντων και ενισχυόντων και πνευματικώς καθοδηγούντων των αοιδίμων Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως, ίνα υμνήται και δοξάζηται η αρχή της σωτηρίας ημών, η Κυρία Θεοτόκος, και αφιερώται πάσα η ζωή και η ελπίς της σωτηρίας των εν αυτώ ενοικούντων εις τον Κύριον. 


Αληθώς, ο ευλαβής ρωσσικός λαός τυγχάνει ευγνώμων εις το Άγιον Όρος, γνωρίζων ότι εξ αυτού έλαβε την αρχήν του και ο εν Ρωσσία μοναχισμός, ο οποίος τοσούτους μεγάλους αγίους και γνησίους μιμητάς του Χριστού ανέδειξεν, ως τον "Ηγούμενον" της Ρωσσίας όσιον Σέργιον του Ραντονέζ, και τον "Γέροντα" και πνευματικόν παραμυθητήν αυτής όσιον Σεραφείμ του Σαρώφ. Ο άγιος Αντώνιος ο Εσφιγμενίτης, ιδρυτής της Λαύρας των σπηλαίων εν Κιέβω, αποτελεί τον θεμελιωτήν του μοναχισμού εν Ρωσσία, μετενεγκών εις αυτήν ύδωρ διαυγές και κρυστάλλινον εκ των καθαρών πηγών του Άθωνος δια να κορέση την δίψαν του ρωσσικού λαού δια τον Θεόν, μέσα από τον μοναστικόν στίβον, ορθώς και καλώς ωργανωμένον. Ακολουθούντες το παράδειγμα του πρώτου κοινοβιάρχου του Αγίου Όρους και ιδρυτού της Μεγίστης Λαύρας Οσίου Αθανασίου του Αθωνίτου, ο οποίος έδωκεν εις τον αγιορειτικόν μοναχισμόν τον ουσιαστικόν αυτού υπερεθνικόν πνευματικόν χαρακτήρα, συναγαγών πέριξ αυτού πλήθος «εκ παντοδαπών εθνών, γλωσσών, γενών, πόλεων, ου των έγγιστα μόνον και προσοικούντων, αλλά και των πόρρω και απωτάτω, από τε Ρώμης αυτής, Ιταλίας, Καλαβρίας, Αμάλφης, Ιβηρίας, Αρμενίας και των έτι τούτων ενδοτέρω…», οι οικισταί του τόπου τούτου εδέχθησαν μοναστάς εξ όλων των ορθοδόξων εθνών της τότε χριστιανικής βυζαντινής οικουμένης. 
Μοναδικήν δε προϋπόθεσιν έθετον την κοινήν πίστιν και το δόγμα και την τήρησιν και σεβασμόν των αρχών και κανόνων του ορθοδόξου μοναχισμού γενικώτερον και της αγιορειτικής μοναστικής τάξεως και παραδόσεως ειδικώτερον. Άλλωστε, τούτο δεν είναι και το θέλημα του Θεού και των αγίων αυτού; Ως λίαν χαρακτηριστικώς το εκφράζει ο εν τη Μονή σας τον καλόν αγώνα εργασάμενος και στεφανωθείς όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, όστις, κατά τον βιογράφον αυτού γνωστόν Γέροντα Σωφρόνιον, ουδεμίαν διάκρισιν εποίει μεταξύ των ανθρώπων, ει μη μόνον εις εκείνους οι οποίοι εγνώρισαν τον Χριστόν και εις εκείνους οι οποίοι δεν τον εγνώρισαν. Η Ιερά αύτη Μονή, ήτις προέκυψεν εκ της ενώσεως εν έτει 1169 της Μονής του Ξυλουργού και της εγκαταλελειμμένης Μονής του αγίου Παντελεήμονος η Θεσσαλονικέως, κατέστη «πέτρα καταφυγής» τοις εκ Ρωσσίας ενταύθα καταφεύγουσι «λαγωοίς» (Ψαλμ. 103, 18). 
Η Μήτηρ ημών Εκκλησία, δια σιγιλλίου του προκατόχου της ημών Μετριότητος Πατριάρχου Ιωακείμ Β' εν έτει 1875, ώρισεν όπως εν τη Μονή σας διαβιούν εκ Ρωσσίας μοναχοί ομού μετά ελλήνων εξ ημισείας, τηρώνται πάσαι αι παραδόσεις του Αγίου Όρους αλλά και οι όροι του Πατριαρχικού εκείνου Σιγιλλίου, τους οποίους προτρεπόμεθα και κατά την επίσκεψιν ημών ταύτην ίνα ευ και καλώς τηρήτε, ώστε να προκόπτητε εν αληθεία και ειρήνη, να μη παρατηρώνται αταξίαι και ενέργειαι, προκαλούσαι μεν λύπην εις την Μητέρα Εκκλησίαν, εμποδίζουσαι δε υμάς, τέκνα αγαπητά, εις την άσκησιν του μοναχικού δολίχου, αταξίαι εξ εθνικιστικών και άλλων βλέψεων, καταδικασθεισών ουχί μόνον υπό της εν Κωνσταντινουπόλει Αγίας και Μεγάλης Συνόδου του έτους 1872, αλλά και υπ' αυτής ταύτης της παραδόσεως του Αγίου Όρους. 


Είναι γνωστά τα γεγονότα του παρελθόντος αιώνος εις τα οποία δεν θα επεθυμούμεν να αναφερθώμεν. Καλούμεν, λοιπόν, άπαντας υμάς εις συμπορείαν προς τα τεθεσπισμένα, αναλλοιώτως ορθόδοξα, υπερφυλετικά, Αγιορείτικα και κανονικά, ίνα «ζωήν έχητε και περισσόν έχητε». Γνωστόν έστω, ότι η Μήτηρ Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, φύσει και θέσει οικουμενική, εσεβάσθη και ετίμησε πάντοτε τας ποικίλας εθνικάς μορφάς και γλώσσας, χωρίς όμως να απόλλυται το κύριον και το καίριον, ο βασικός ιστός, ο εδραζομένος εις τα θεμέλια της διδασκαλίας των πατέρων και του κηρύγματος των αποστόλων. Η ανάδειξις μεγάλων πνευματικών αναστημάτων εν τη Ιερά ταύτη Μονή, με αποκορύφωσιν κατά τους εσχάτους ημών καιρούς τους δύο περιλάμπρους φωστήρας του εκκλησιαστικού στερεώματος, τον όσιον Σιλουανόν και τον θεόσοφον Γέροντα Σωφρόνιον, είναι απόρροια του πνεύματος τούτου της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, του μεταφυτευθέντος εις τον Ιερόν Άθωνα, ένθα έδωκε «καρπόν εκατονταπλασίονα». Πρότυπον δια πάντας τους Αγιορείτας ασφαλώς αποτελεί η χρυσή περίοδος του ορθοδόξου μοναχισμού, ο ησυχασμός του 14ου αιώνος, με κυρίους εκπροσώπους τους δύο Αγιορείτας Γρηγορίους, Σιναΐτην και Παλαμάν. Κατά την ευλογημένην εκείνην περίοδον πλήθη μοναστών κατώκησαν τον τόπον τούτον, δια μηδέν έτερον μεριμνώντες ει μη μόνον δια την κάθαρσιν της καρδίας και του νοός και την ένωσίν των μετά του Θεού δια της αδιαλείπτου νοεράς προσευχής. 
Πολλοί εξ αυτών υπήρξαν αργότερον μεταλαμπαδευταί της ησυχαστικής παραδόσεως εις την πατρίδα των, ενώ άλλοι προσήνεγκον υπηρεσίας εις την Μητέρα Εκκλησίαν ως Ιεράρχαι και Πατριάρχαι αυτής, ως ο προκάτοχος της ημετέρας Μετριότητος άγιος Φιλόθεος Κόκκινος, συγγραφεύς του βίου του καυχήματος της Ορθοδόξου οικουμένης αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, τον οποίον εσχάτως ανακαλύπτει, αναγινώσκει και αγαπά και η λογοκρατουμένη Δύσις. Δοξάζομεν τον Θεόν δι' όσα νυν βλέπουν οι οφθαλμοί ημών εις το ιερόν σκήνωμα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος και της Σκέπης της Θεοτόκου. Είναι αξία θαυμασμού η αναστήλωσις των ποτε ηρειπωμένων κτηριακών εγκαταστάσεων της Ιεράς Μονής, η χαρακτηρίζουσα την Αγίαν Ορθοδοξίαν εκφραστική, ζώσα και δυναμική λατρεία του Θεού υπό της μοναστικής Αδελφότητος "εν πνεύματι και αληθεία" και η προσπάθεια στερεώσεως της μοναστικής ζωής εις τα αρραγή θεμέλια της υπερχιλιετούς αγιορειτικής πνευματικής παραδόσεως. Ταύτα πάντα φυσικώς δεν θα ήτο δυνατόν να επιτευχθούν άνευ κόπου πολλού και προσπαθειών του Προεστώτος και των πατέρων της Ιεράς ταύτης Μονής, αλλά και ασφαλώς της ευλογίας της Κυρίας Θεοτόκου, η οποία έχει υπό το μαφόριόν της τους κατοικούντας ενταύθα. Όθεν, επαινούμεν τα έργα και τους κόπους και τον πόθον σας να ζήσητε ασκητικώς και κοινοβιακώς εις το δεδοκιμασμένον περιβάλλον του Αγίου Όρους.


Συνεχίσατε, λοιπόν, τον μοναστικόν αγώνα σας, αδελφοί και πατέρες, τηρούντες τας επιταγάς της μοναστικής πολιτείας, αφοσιούμενοι εις το αμιγώς πνευματικόν έργον σας, αποφεύγοντες παν το απάδον προς τας μοναστικάς επαγγελίας υμών, πάσαν ανάμιξιν εις τα πράγματα του καταργουμένου αιώνος τούτου, ώστε να δίδετε και εις τους πολυπληθείς προσερχομένους ενταύθα αγαπητούς προσκυνητάς μίαν μαρτυρίαν αυθεντικής εν Χριστώ ζωής και την ελπίδα της Αναστάσεως, και να αφυπνίζητε και να ανάπτητε τον πόθον της μελλούσης ζωής και της βασιλείας των ουρανών μετά πάντων των αγίων. Η δε χάρις και το έλεος του Κυρίου, ταις πρεσβείαις του αγίου Μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος, είησαν μετά πάντων υμών, των πιστών και αφωσιωμένων τέκνων της Κυρίας Θεοτόκου και της Αγίας του Χριστού Μητρός ημών Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. Αμήν.


10/17/2013

Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΣΤΗΝ ΔΙΠΛΗ ΣΥΝΑΞΗ ΤΩΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ

φωτογραφίες: Νικόλαος Μαγγίνας

Ὁμιλία τῆς Α.Θ.Παναγιότητος 
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου 
κ.κ. Βαρθολομαίου 
κατὰ τὴν Πανηγυρικὴν Συνεδρίαν ΕΔΙΣ 
(Καρυαί, 16 Ὀκτωβρίου 2013) 
Ἱερώτατοι Ἅγιοι Ἀδελφοί, Ὁσιώτατοι Πατέρες, οἵ τε Καθηγούμενοι καὶ οἱ Ἀντιπρόσωποι τῶν Εἴκοσιν Ἱερῶν Βασιλικῶν, Πατριαρχικῶν καὶ Σταυροπηγιακῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, Ἐξοχώτατε κύριε Διοικητά, 
Ἡ εὐγνώμων μνήμη εἶναι εὐγενὲς καθῆκον παντὸς προηγμένου πνευματικῶς προσώπου. Ἀνακαλεῖ εἰς τὴν ὕπαρξιν τὰ παρῳχημένα γεγονότα καὶ τὰ ἀπελθόντα πρόσωπα. Προκαλεῖ τὴν ἀναπόλησιν τῆς ἱστορίας καὶ καθιστᾷ ὀλβίους τοὺς ἔχοντας ἐν ἐγρηγόρῳ συνειδήσει τὴν μάθησιν αὐτῆς καὶ τοὺς τὴν ἐξ αὐτῆς διδαχὴν οἰκειοποιουμένους. 
Ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας ἐπανειλημμένως καὶ πολλαπλῶς κατὰ τὴν πνευματικήν της πορείαν, τὴν ἐν τῷ κόσμῳ σωτηριώδη στρατείαν της, μνημονεύει ἀνθρώπων καὶ γεγονότων. Τιμᾷ μνήμας Ἁγίων, ἑορτάζει ἐπετείους θαυμάτων. Ὑπομιμνήσκει μνήμας γεγονότων, ὡς τῆς ἀπελευθερώσεως, τῆς διασώσεως ἐκ τοῦ μεγάλου σεισμοῦ, τῶν ἐγκαινίων καὶ ἄλλων. Ἀνακαλεῖ εἰς τὴν ὕπαρξιν ἐν τῷ παρόντι χρόνῳ πρόσωπα καὶ καταστάσεις προϋπάρξαντα∙ ἄλλα προσενεγκόντα ὑπηρεσίαν καὶ διακονίαν∙ ἄλλα ἀρετήν∙ ἄλλα ὑποστάντα διωγμοὺς καὶ ἀδικίας∙ ἕτερα μάστιγας καὶ πειρασμοὺς ἐν τῇ προασπίσει τῶν ὁσίων καὶ τῶν ἱερῶν∙ ἄλλα καταξιωθέντα μὲ ὁσιότητα, ἁγιότητα καὶ μοναδικότητα. Ἑνώνει, ἡ Ἐκκλησία, τὸ παρελθὸν μετὰ τοῦ παρόντος καὶ προοιωνίζεται τὸ μέλλον. Ἀποκαλύπτει τὴν ἑνότητα τῆς ζωῆς καὶ τὴν πορείαν τοῦ κόσμου. Τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἐξ ἑτέρου, ἐπὶ μίαν καὶ πλέον χιλιετίαν, καθ᾿ ἡμέραν βιοῖ τὸ Θαῦμα τῆς Κυρίας Θεοτόκου. 
Ὅλοι οἱ πεφωτισμένοι λαοὶ περὶ πολλοῦ ἔχουν τὴν γνῶσιν τῆς ἱστορίας των. Ἡ Ἐκκλησία μας διασώζει ἀπὸ τὴν λήθην τὴν Πρόνοιαν τοῦ Θεοῦ διὰ τὸν κόσμον καί, οὕτως εἰπεῖν, καθιστᾷ ταὐτόχρονον καὶ σύγχρονον βίωμα ἡμῶν τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον ἐν τῷ παρόντι. 
Σήμερον ἀναμιμνησκόμεθα γεγονότων συμβάντων πρὸ ἑκατὸν ἐτῶν. Τὴν τρίτην Ὀκτωβρίου τοῦ χιλιοστοῦ ἐννεακοσιοστοῦ δεκάτου τρίτου ἔτους οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν εἴκοσι κυριάρχων Ἱερῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἔχοντες τὴν σύμφωνον γνώμην πάντων τῶν μοναχῶν αὐτοῦ, ἐψήφισαν ἐνώπιον τῆς ἐφεστίου Ἱερᾶς Εἰκόνος τοῦ «Ἄξιόν ἐστι» τὸ Ἱερὸν Ψήφισμα διὰ τοῦ ὁποίου διεκήρυξαν, ὡς γνωστόν, τοῖς ἐγγὺς καὶ τοῖς μακράν, τοῖς φίλοις καὶ μή, τῇ οἰκουμένῃ ἁπάσῃ, ὅτι ἡ κοινότης τῶν μοναχῶν «ἀποκρούει ἐντόνως ὡς ὀλεθρίαν διὰ τὴν περαιτέρω ἐξέλιξιν τοῦ μοναχικοῦ βίου ἐν Ἁγίῳ Ὄρει τὴν ἰδέαν τῆς διεθνοποιήσεως, ἢ οὐδετεροποιήσεως, ἢ συγκυριαρχίας, ἢ συμπροστασίας, ἢ ὅπως ἄλλως ἤθελέ τις ὀνομάσει τὴν τάσιν τῆς πολιτικῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ Ἱεροῦ Τόπου ἡμῶν, θεωρεῖ δὲ τὸ ἱερὸν ἔδαφος τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἀναποσπάστως ἡνωμένον μετὰ τοῦ ὅλου ἐδάφους τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου» (τότε, καὶ νῦν Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας) καὶ «ἱκετεύει τὸ σεπτὸν Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ὅπως διὰ τῆς ἐγκύρου παρεμβάσεώς του σώσῃ τὸν Ἅγιον Τόπον τοῦτον ἀπὸ παντὸς κινδύνου τείνοντος εἰς τὴν ἀλλοίωσιν τοῦ Ἁγιορειτικοῦ καθεστῶτος» (Βλ. Ε΄καὶ Η΄παραγράφους τοῦ Ἱεροῦ Ψηφίσματος, Ἐν Θεσσαλονίκῃ 1913, σσ.6-7). 
Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ἡ Ἔφορος, ἡ Προστάτις καὶ Γερόντισσα καὶ Πορταΐτισσα τοῦ Ἁγίου τούτου Τόπου, ηὐδόκησε νὰ ἐπευλογήσῃ τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῶν Πατέρων καὶ σήμερον ἑορτάζομεν τὴν ἑκατοστὴν ἐπέτειον τοῦ ἀνωτέρω Ψηφίσματος. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ὁ Ἄθως διῆλθε «σκοτίαν» ἐν ἀναμονῇ τῆς «πρωΐας». Πολλάκις «σκότος ἔχων ταῖς φρεσί», σκότος ἀπορίας, συνεχῶς ἱερούργει καὶ ἐλιτάνευε τὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ καὶ ἐλάμβανε ζωὴν καί «τοῖς ὀθονίοις καὶ τῷ σουδαρίῳ», τῷ ἱερῷ ἀντιμηνσίῳ τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας, τὴν Ἀνάστασιν καθημερινῶς «ἐτεκμαίρετο», μιμνησκόμενος βιωματικῶς καὶ ἐμπειρικῶς «τῆς περὶ τούτου Γραφῆς». Βεβαίως κρίσεις καὶ κρίσεις, περιστάσεις καὶ περιπτώσεις τοῦ βίου καὶ ἀνάγκαι πολλαὶ βιοτικαὶ καὶ μή, καὶ ἐπιβουλαὶ καὶ ἀμφισβητήσεις ἀντιμετωπίσθησαν ἐπιτυχῶς, ἂν καὶ μὲ πολλὰς κατὰ καιροὺς θυσίας, μέχρι καὶ τοῦ μαρτυρίου ἐνίοτε ὑπὲρ τῆς πίστεως καὶ τῶν ὁσίων καὶ ἱερῶν τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ Γένους. Ἀκόμη καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιβίωσις καὶ ἡ ταυτότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους, λόγῳ βεβαίως καὶ τῆς μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μοναχῶν μετὰ τὸ ἔτος 1913, ἠπειλήθησαν. Χάριτι ὅμως Θεοῦ καὶ ταῖς πρεσβείαις τῆς ἐφόρου καὶ προστάτιδος αὐτοῦ Κυρίας Θεοτόκου, ὁ Ἱερὸς Τόπος προσείλκυσεν ἄλλους, νέους, μορφωμένους, μὲ ἦθος καὶ πνεῦμα, μαθητεύσαντας ἐπὶ μακρὸν πλησίον σεβασμίων γερόντων, καὶ ἤδη αἱ Ἱεραὶ Μοναὶ σχεδὸν πᾶσαι εἶναι σήμερον εἰς ἱκανοποιητικὸν βαθμὸν ἐπηνδρωμέναι καὶ τὸ Ὄρος ἀκμάζει πνευματικῶς καὶ «μαρτυρεῖ τῇ ἀληθείᾳ» (πρβλ. Ἰωάν.ε΄, 33-34). 
Τὰ τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων, λοιπόν, «δάκρυα οὐ μάτην χεῖνται θερμῶς• ἰδοὺ γὰρ κατηξίωται τὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ διδασκόντων Ἀγγέλων, τῆς ὄψεως» τῆς Ἀναστάσεως∙ «ἀλλ᾿ ἔτι πρόσγεια φρονεῖ, οἷα» οἰκούμενον ὑπ᾿ ἀνθρώπων τοῦ πνεύματος, φερόντων καὶ ἀνθρωπίνην ἀσθένειαν καὶ ἀδυναμίαν.


Ἰδού, ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἑορτάζομεν, ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία καὶ ἡ κληρουχία αὕτη τῆς Κυρίας Θεοτόκου καὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀπὸ κοινοῦ «μόνοι πρὸς μόνους», ἐπέτειον ἱστορικήν, ἀναστάσιμον, θὰ ἐλέγομεν αἰώνιον. Θὰ ἔδει δὲ καὶ ὠφείλαμεν ἀσφαλῶς νὰ ἐδοκιμάζομεν ἀποκλειστικὴν χαρὰν καὶ εὐφροσύνην, ὡς ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἐν μιᾷ ψυχῇ καὶ καρδίᾳ ἐδοκιμάσαμεν πρὸ ὀλίγου ἐν τῷ Ἱερῷ Θυσιαστηρίῳ, τῇ Ἁγίᾳ Τραπέζῃ τοῦ Πρωτάτου «ἐπὶ τῇ μεταλήψει τῶν ἀχράντων καὶ ζωοποιῶν μυστηρίων» τοῦ Κυρίου. Ὁ περιβάλλων ἡμᾶς κόσμος καὶ τὰ νέφη ἐπὶ τῆς παγκοσμίου σκηνῆς καὶ τὰ ἀναφυόμενα προβλήματα ἐμποδίζουν νὰ ἔχωμεν καὶ ἐξωτερικῶς τὴν χαρὰν ἣν βιοῦμεν ἐσωτερικῶς ἐν τῇ ἀεννάῳ προσπαθείᾳ ἡμῶν οἱ ἐπίγειοι νὰ «φθάσωμεν» καὶ νὰ προσκυνήσωμεν «τὸν Ἄφθαστον» καὶ τὴν «ἄφθαστον» Παναγίαν Μητέρα Του, τὴν Θεοτόκον, καὶ νὰ ἴδωμεν τὸ Πρόσωπόν Του «καθώς ἐστι», «ἅγιος Κύριος Ἰησοῦς, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός». 
Ἀδελφοὶ καὶ Πατέρες, 
Ἡ μνήμη καὶ ἡ τιμὴ μιᾶς ἐπετείου ἀποτελεῖ γεγονὸς χαροποιόν, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ἠχηρὰν εὐκαιρίαν καὶ ἀφορμὴν περισυλλογῆς, «ἀπὸ κοινοῦ ἀναμέτρησιν τοῦ ἀγῶνος», διαπίστωσιν κατὰ Θεὸν προόδων ἀλλὰ καὶ κατ᾿ ἄνθρωπον ἀδυναμιῶν καὶ προβλημάτων. Διὸ καὶ ἀπευθυνόμεθα πρὸς ὑμᾶς ἄνευ περιστροφῶν, ὡς πατὴρ πρὸς τέκνα, ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ, ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ ἐντιμότητι, καὶ προβαίνομεν εἰς ὡρισμένας διαπιστώσεις καὶ πατρικὰς ὀφειλετικὰς προτροπάς «ἐνώπιος ἐνωπίῳ», εἰ καὶ εἴχομεν ἀποφασίσει ἵνα διέλθωμεν τήν «στιγμήν» ταύτην τῆς ἱστορικῆς ἐπετείου ἐν προσευχῇ, περισυλλογῇ καὶ κυρίως ἐν σιγῇ. 
Κρίνομεν ὅμως χρέος τοῦ Πατριάρχου καὶ πνευματικοῦ σας Πατρός, τὴν ὑπόμνησιν, ἐν πρώτοις, πρὸς ἑαυτοὺς καὶ πρὸς ἀλλήλους χαρακτηριστικοῦ ἀποσπάσματος τῆς ἐγκυκλίου τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τῆς 24ης Σεπτεμβρίου 1913 πρὸς τὰς εἴκοσιν Ἱερὰς Μονὰς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἡ ὁποία προφητικῶς: «ἔρριπτε τὸν περὶ ὅλων κύβον» περὶ τιμωρίας «ἀμειλίκτως, συνῳδὰ τοῖς ἱεροῖς κανόσι καὶ τοῖς καθεστῶσι τοῦ Ἱεροῦ ἡμῶν Τόπου, πάντων τῶν ἀποπειρωμένων τὴν ἀνατροπὴν τοῦ προαιωνίου ἡμῶν καθεστῶτος τούτου μοναχῶν» καὶ ἐν συγκινήσει βαθείᾳ καταθέτομεν φόρον εὐγνωμοσύνης καὶ τιμῆς πρὸς τοὺς Ἁγιορείτας ἐκείνους, τοὺς ἁπλοῦς καὶ ἐναρέτους, τοὺς ὁσίους καὶ δικαίους, τῶν ὁποίων «ἡ ἱερὰ συγκίνησις ἐκορυφώθη ἀφ᾿ ὅτου οἱ σεβασμιώτατοι Προϊστάμενοι καὶ Καθηγούμενοι ἤρξαντο βάλλοντες μετανοίας ἐνώπιον τῆς Σεπτῆς Εἰκόνος τῆς Θεοτόκου, ἣν καὶ ἠσπάζοντο ἐξαιτούμενοι τὴν συναντίληψιν αὐτῆς ὑπὲρ τῆς εὐοδώσεως τοῦ θείου αὑτῶν ἔργου, τῆς ἀπελευθερώσεως δηλονοῦν τοῦ Ἱεροῦ αὐτῆς περιβόλου ἀπὸ τῆς δουλείας τῶν ἀλλοφύλων καὶ εἶτα ὑπέγραφον τὸ Ἱερὸν Ψήφισμα ποιοῦντες ἔτι ἅπαξ τὸ σημεῖον τοῦ τιμίου σταυροῦ πρὶν ἢ λάβωσιν ἀνὰ χεῖρας τὸν κάλαμον πρὸς ὑπογραφήν...». Οὗτοι ὑπήσχοντο ἐνώπιον Αὐτῆς (τῆς Εἰκόνος) καὶ τοῦ κόσμου παντὸς ὅτι «ὁ ἱερὸς τόπος θὰ διατηρηθῇ ἀπὸ τοῦδε μέχρι τῆς συντελείας τῶν αἰώνων ἀδούλωτος...», ἀπεκήρυττον «ἐντόνως ὡς ὀλέθρου φορέα τὴν ἰδέαν τῆς οὐδετεροποιήσεως ἢ συγκυριαρχίας...», καὶ ἐκήρυττον «ἀμετακλήτως τὴν ἕνωσιν τοῦ Ἁγίου Ὄρους μετὰ τῆς Μητρὸς Ἑλλάδος», ὑπογραψάντων πάντων ἐν ἴσῃ προθυμίᾳ τὸ Ψήφισμα, πλὴν τῶν ἐκπροσώπων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Παντελεήμονος «ἐπιφυλαχθέντων ἵνα ἐρωτήσωσι τὴν γνώμην τῆς Μονῆς αὐτῶν». 
Τὸ Ἅγιον Ὄρος «ἀπεξεδέχετο τότε τὴν σωτηρίαν» αὐτοῦ «ἀπὸ τῶν ἐγκύρων ἐνεργειῶν καὶ πράξεων» τῆς Μητρὸς αὐτοῦ Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία πάντοτε, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν διαρρεύσαντα αἰῶνα, ὑπῆρξεν ἡ κατὰ τὸ μέτρον τοῦ εὐλογητοῦ, κειμένη αὐτὴ εἰσέτι «ἐν αἰχμαλωσίᾳ» καὶ ἐν περιστατικαῖς ἀνάγκαις τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν καὶ τὴν οἰκουμενικὴν μαρτυρίαν ἀγωνιζομένη, ὑπῆρξε, λέγομεν, ἡ κηδεμών, προστάτις καὶ στοργικὴ περιστερὰ διὰ τὸν ἱερὸν τοῦτον τόπον. 
Διὸ καὶ ἐν εὐγνωμοσύνῃ καὶ δοξολογίᾳ τοῦ Ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἐπαινοῦμεν τὸν ἀγῶνα, εὐλογοῦμεν τὰ ἔργα, ὑποκλινόμεθα πρὸ τῆς ἁγιότητος τοῦ τόπου καὶ τῶν ἀοιδίμων ἐκείνων προπατόρων καὶ πατέρων ὑμῶν καὶ ἡμῶν καὶ πρὸ τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς ἁγνῆς καρδιακῆς προσευχῆς, τῆς ἀναπεμπομένης «ἐν ἑσπέρᾳ καὶ πρωῒ καὶ μεσημβρίᾳ, ἐν ἡμέρᾳ νυκτὶ καὶ πάσῃ ὥρᾳ καὶ ἐν παντὶ καιρῷ» ἐνώπιον τῆς πανσέπτου Εἰκόνος τῆς Θεομήτορος εἰς τὰ ἀπειράριθμα σκηνώματα τῆς δόξης καὶ τῆς χάριτος, ὑπὸ τῶν μυρίων μοναχῶν, τῶν ζώντων καὶ τῶν κεκοιμημένων, οἱ ὁποῖοι ἡγίασαν καὶ ἁγιάζουν τὴν ζωὴν καὶ τὸν τόπον. 
Σὺν τῇ εὐχαριστίᾳ ὅμως, ὁμιλοῦντες «ἐνώπιος ἐνωπίῳ», ἐπαναλαμβάνομεν, ὀφείλομεν νὰ ἐπισημάνωμεν καὶ ἀδυναμίας τινὰς καὶ προβλήματα, πολλάκις προερχόμενα καὶ δημιουργούμενα ἐξ ἐπηρείας τοῦ ἀντικειμένου, τοῦ μισοῦντος τὸν κόσμον καὶ πειράζοντος καὶ αὐτοὺς τούς «ἀποταξαμένους» τὸν κόσμον, καὶ τοὺς ἀπειράστους ἀκόμη ἁγίους. 


Ἀτυχῶς, ἀδελφοί, νέα προβλήματα προκύπτουν καὶ ἐνίοτε ἡ ἐπίλυσις αὐτῶν χρονίζει ὑπερβολικῶς. Εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας τό ἐκκρεμές ἀπὸ ἐτῶν ζήτημα τῆς ἀντικανονικῆς καὶ σχισματικῆς «ἀδελφότητος», «παρασυναγωγῆς» ὀρθότερον, ἡ ὁποία, παρανομοῦσα καὶ καταπατοῦσα τὸ θεῖον καὶ τὸ ἰσχῦον κοσμικὸν δίκαιον, ἤτοι τοὺς θείους καὶ ἱεροὺς Κανόνας καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἔχει καταλάβει τὸ οἰκοδόμημα εἰς τὸν ὁποῖον ἐστεγάζετο ἡ Ἱερὰ Βασιλική, Πατριαρχικὴ καὶ Σταυροπηγιακὴ Μονὴ τοῦ Ἐσφιγμένου. Ἡ Ἱερὰ Κοινότης, ἡ Ἁγία καὶ Ἱερὰ Σύνοδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, αἱ δικαστικαὶ καὶ πολιτικαὶ ἀρχαὶ τῆς Ἑλλάδος, μετὰ καθυστέρησιν καὶ ἀκηδίαν πολλῶν ἐτῶν, ὑπαιτιότητι ὅλων, ἔχομεν δώσει, μετὰ μακρὰν προεργασίαν, τὴν πρέπουσαν κανονικὴν ἐκκλησιαστικὴν λύσιν, ἀποτειχίσαντες τῶν θριγκίων τῆς Ἐκκλησίας τοὺς ἀμετανοήτως ἐν σχίσματι καταληψίας «μοναχούς», παραδώσαντες αὐτοὺς εἰς ἀνάθεμα, μέχρις ὅτου ἀνανήψωσι καὶ μετανοήσωσιν. Ἡ προκριθεῖσα δὲ κανονικὴ ἀδελφότης τῆς Ἱερᾶς Μονῆς ταύτης συνεκροτήθη καὶ ἐλειτούργησε μέχρι πρὸ ἡμερῶν ἱκανοποιητικῶς ὑπὸ τὴν ἡγουμενίαν τοῦ κατὰ πάντα ἀξίου, ἀγαθοῦ καὶ πλήρους πρᾳότητος καὶ ἀγάπης καὶ μόλις πρὸ δωδεκαημέρου ἐκδημήσαντος αἰφνιδίως πρὸς Κύριον πατρὸς Χρυσοστόμου Κατσουλιέρη, τοῦ ἀληθῶς ἄραντος τόν «σταυρόν» αὐτοῦ καὶ τηρήσαντος πιστῶς καὶ ἀφωσιωμένως τὴν εἰς ἣν ἐκλήθη ὑπὸ τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Ἁγιορειτικῆς Κοινότητος «ἱερὰν κλῆσιν» καὶ ἀποστολήν. Δὲν εἶναι ἀσφαλῶς ἡ στιγμὴ τῆς ἀποτιμήσεως τῆς προσφορᾶς του. Ἄλλωστε, εἶναι γνωστὴ καὶ καταγεγραμμένη εἰς τὰς δέλτους τῶν ἁγιορειτῶν ἀλλὰ καὶ τῶν πολλῶν πνευματικῶν αὐτοῦ τέκνων, καὶ ἰδίᾳ τῆς ἀπορφανισθείσης ὀλιγομελοῦς μέν, δυναμικῆς δέ, ἀδελφότητός του. Εἴη ἡ μνήμη αὐτοῦ αἰωνία. Κύριος ἀναπαύσαι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ. 
Σὺν τῇ κατ᾿ ἄνθρωπον λύπῃ, ἰδιαιτέραν χαρὰν δοκιμάζομεν ἐπὶ τῇ ἐκλογῇ ὡς διαδόχου αὐτοῦ, τοῦ Ὁσιολογιωτάτου Ἱερομονάχου π. Βαρθολομαίου, τοῦ ὁποίου εὐλογοῦμεν τὰς ἀπαρχὰς τοῦ «σταδίου» καὶ τοῦ «ἀγῶνος» καὶ συγχαίροντες, δεόμεθα, εὐχόμεθα καὶ προσδοκῶμεν ὅτι μετὰ τῶν περὶ αὐτὸν ἀδελφῶν θὰ συνεχίσουν ἐπὶ τῆς ἰδίας γραμμῆς τὴν ἐμπιστευθεῖσαν τῇ «μικρᾷ ἀδελφότητι», τῷ «μικρῷ ποιμνίῳ», ἐκκλησιαστικὴν καὶ ἁγιορειτικήν «παρακαταθήκην», στοιχοῦντες τῷ ζῶντι παραδείγματι τοῦ κοιμηθέντος καὶ ἀναπαυομένου ἐν Κυρίῳ πνευματικοῦ αὐτῶν πατρὸς ἀειμνήστου Χρυσοστόμου. 
Δυστυχῶς, ὅμως τὸ οἰκοδομικὸν συγκρότημα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἐσφιγμένου, οὔτε ἀκόμη καὶ τὸ ἐλάχιστον ἀναμενόμενον, δηλαδὴ τὸ κτήριον τοῦ Ἀντιπροσωπείου αὐτῆς ἐν Καρυαῖς, παρὰ τὰς παναγιορειτικάς, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης ἀποφάσεις, δὲν ἔχει ἀποδοθῆ εἰς τὴν κανονικὴν ἀδελφότητα τῆς Μονῆς. Καὶ ἐν τούτῳ εὐθύνας ὑπέχουν πάντες οἱ κωλυσιεργοῦντες εἰς τὴν ὑλοποίησιν ἐπὶ σειράν ἐτῶν τῶν εἰλημμένων ἀποφάσεων ἐκκλησιαστικῶν, ἁγιορειτικῶν καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης, ἐπὶ περιφρονήσει μὲν τῶν θεσμίων τοῦ ἱεροῦ τόπου καὶ τῶν ἱερῶν κανόνων καὶ καταπατήσει αὐτοῦ τούτου τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου, ἐπιβραβεύσει δέ, οὕτως εἰπεῖν, τῆς ἀντικανονικότητος καὶ τῆς ἐπιδιωκομένης ἀναρχίας καὶ ἐν τῷ ἀμολύντῳ τούτῳ τόπῳ τῆς Παρθένου, τῷ τόπῳ τῆς ἁγνείας καὶ τῆς ἱερᾶς ἀσκήσεως. Καλοῦμεν τοὺς πάντας, ὅπως ἐγκύψωμεν εἰς τὸ θέμα τοῦτο μετὰ ἔτι μεγαλυτέρας προσοχῆς καὶ ὑπεθυνότητος, ἵνα μὴ ὑπάρξουν ἀνεπιθύμητοι εὐρύτεραι ἐξελίξεις, οὐχὶ μόνον ἐπὶ ὀλεθρίῳ διασυρμῷ παγκοσμίως τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἀλλὰ καί κυρίως ἐξελίξεις σχετιζόμεναι πρός τήν συνέχισιν ἐν ἀσφαλείᾳ, κατ᾿ ἄνθρωπον ὁμιλοῦντες, αὐτῆς ταύτης τῆς ἀσκητικῆς καὶ πνευματικῆς ἐν νομιμότητι πορείας αὐτοῦ. Λέγομεν ταῦτα, προβληματιζόμενοι ἔτι περισσότερον καὶ ἐκ τοῦ φαινομένου τῆς ἐπιλεκτικῆς τηρήσεως τῆς νομιμότητος ὑπὸ τῶν ἐντεταλμένων καὶ τεταγμένων εἰς τὴν διασφάλισιν τῆς τάξεως κρατικῶν ὀργάνων. Ἐφιστῶμεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὴν προσοχὴν πάντων, ἵνα μὴ ἔχωμεν ἀναρχικὰς ἐκφάνσεις, ὡς αἱ πρὸ δύο περίπου μηνῶν, «διὰ ροπάλων καὶ ξύλων» καὶ συγχρόνων τεχνικῶν «ὅπλων», προσελθόντων ἔξωθεν τῆς θείας ταύτης παρεμβολῆς, ἵνα «συλλάβωσι τὸν Ἰησοῦν», «κακοποιοῦντες» Αὐτόν, δηλαδή, κατ᾿ ἀναλογίαν, τό ἀμώμητον κανονικὸν σῶμα τοῦ Ἁγίου Ὄρους. 


Πέραν ὅμως τοῦ χρονίζοντος καὶ φλέγοντος ἐσφιγμενιτικοῦ ζητήματος μὲ τὰς παραμέτρους αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τῆς ἀσφαλείας τοῦ Ἱεροῦ Τόπου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου, ἐπαναλαμβάνομεν, ὀφείλει νὰ ἐγκύψῃ μετὰ τῆς δεούσης σοβαρότητος καὶ ὑπεθυνότητος τὸ Ἱερὸν Ἁγιορετικὸν Σῶμα ἐν τῷ συνόλῳ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἐμπλεκόμενοι παράγοντες, μάλιστα ἡ ὀφείλουσα ἵνα τηρῇ τὰ τεθεσπισμένα καὶ τὰς λαμβανομένας ἀποφάσεις ἔντιμος Ἑλληνικὴ Πολιτεία, ἕτερον λυπηρὸν πρόβλημα, ἐξελισσόμενον, παρὰ τὰς ἃς ἔλαβε περὶ τοῦ ἀντιθέτου ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία διαβεβαιώσεις, καὶ λαμβάνον, ὡς ἀνεκοινώθη κατ᾿ αὐτάς, δυσμενῆ τροπήν, εἶναι τό, διὰ τῆς εἰς δίκην παραπομπῆς, διὰ ἐκ προθέσεως πράξεις «κακουργηματικῆς» βαρύτητος, καθηγουμένου ἐκ τῶν πρώτων Ἱερῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ μοναχοῦ συνεργάτου αὐτοῦ, ὡς δημοσιεύεται καὶ διαπομπεύεται διὰ τῶν μέσων ἐνημερώσεως πανελληνίως καὶ παγκοσμίως ὁ ἱερὸς οὗτος τόπος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ὁ χῶρος οὗτος τῆς νυχθημέρου προσευχῆς καὶ τῆς ἀσκήσεως. Τὸ γεγονὸς ἐλύπησε τὴν Μητέρα Ἐκκλησίαν καὶ τὴν προβληματίζει, ἐπιδείξασαν μέχρι σήμερον ἀνοχὴν καὶ σύνεσιν. Οἱ εἰρημένοι, κατὰ τὸ κατηγορητήριον παραπεμπτικὸν βούλευμα, ἐκινήθησαν ἀξιοποίνως εἰς πολυπράγμονας πρωτοβουλίας καὶ ἐνεργείας πέραν καὶ ἐπὶ ὑπερβάσει τῶν μοναχικῶν καθηκόντων αὐτῶν, διὰ τὰ ὁποῖα ἐγκατελείψατε οἱ τὸν τόπον τῆς Θεομήτορος οἰκοῦντες τὸν κόσμον καὶ τὰ τοῦ κόσμου. Ὁ διασυρμὸς τὸν ὁποῖον ὑφίσταται ὁ Ἱερὸς Τόπος ἐξ αἰτίας των, ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, εἶναι μέγας. Ἡ τροπὴ τῆς ὑποθέσεως, ἀνεξαρτήτως τῆς ἐκβάσεως τῆς ἐπικειμένης δίκης, διδάσκει ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐγκαταλείπουν οἱ μοναχοὶ τὴν μοναχικὴν ἄσκησιν καὶ νὰ ἐπιδίδωνται εἰς ἔργα κοινωνικῆς ἀποστολῆς, διὰ τὴν πραγματοποίησιν τῶν ὁποίων καταλληλότεροι εἶναι οἱ λαϊκοὶ καὶ ἡ ἐν τῷ κόσμῳ στρατευομένη Ἐκκλησία. 
Φαίνεται, ὅτι ὁ πειρασμὸς τῆς ἐκκοσμικεύσεως προσβάλλει καί τινας τῶν Ἁγιορειτῶν ἀδελφῶν καὶ πρέπει νὰ τονισθῇ καὶ νὰ ἐπισημαίνηται συνεχῶς καὶ ἐπανειλημμένως ἡ διαφορετικὴ ἀποστολὴ τοῦ μοναχοῦ ἵνα μὴ μετατρέπηται οὗτος ἀπὸ ἀνθρώπου προσευχῆς καὶ ἀφιερώσεως εἰς ἁπλοῦν κοινωνικὸν ἐργάτην ἤ - ὅπερ χεῖρον- καὶ ἐπιχειρηματίαν. 
Εἰς τὰς ἀκοὰς καὶ εἰς τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν καὶ τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας περιέρχονται καὶ ἄλλαι οὐχὶ σύμφωνοι πρὸς τὴν ἀποστολὴν τῶν μοναχῶν καταστάσεις, διὰ τὰς ὁποίας λυπούμεθα καὶ ὡς ὁ Πατριάρχης σας καὶ πνευματικός σας πατήρ, κυρίως ὄμως διότι διασύρεται ἐν τοῖς ἔθνεσι τὸ ἅγιον ὄνομα καὶ ἡ ἀποστολὴ τοῦ περιβλέπτου Ὄρους τούτου τῆς ἀρετῆς. «Οὐκ ἐν ὑμῖν οὕτω», ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἵνα ὁμιλήσωμεν «ἐν ἑνὶ εὐαγγελικῷ λόγῳ». Δαμάσωμεν τὰς ἀδυναμίας ἡμῶν. Στῶμεν καλῶς, στῶμεν μετὰ φόβου, ἐνώπιον τοῦ ἱεροῦ μυστηρίου τῆς μοναχικῆς κλήσεως καὶ ἀσκήσεως καὶ ζωῆς, καὶ μάλιστα τῆς Ἁγιορειτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐφύλαξαν ἀδιαλώβητον οἱ αἰῶνες. 
Μὴ λησμονῆτε, Ἁγιορεῖται πατέρες, ὅτι «ἠγοράσθητε τιμῆς» (πρβλ. Α΄Κορ. ς΄, 20), ὅτι εἶσθε «ἀξία πνεύματος». Καὶ αἱ ἀξίαι αἱ πνευματικαί, δὲν ἀγοράζονται, δὲν χαρίζονται, μόνον φυλάσσονται. Πέριξ ἡμῶν ρίπτονται καὶ κυκλοφοροῦν συνθήματα πρόχειρα, παγίδες λέξεων, ἔμμετροι λόγοι, οἱ ὁποῖοι φθείρουν κάθε ὑψηλὴν ἔννοιαν καὶ εὐθυναίνουν ἱερώτατα ἰδεώδη. Ἡμεῖς κρίνομεν μείζονα πάσης τιμῆς, τήν «τιμὴν τοῦ τετιμημημένου» (Ματθ. κζ΄, 9), ἤτοι τὸ κατ᾿ ἐξοχήν «ἄθλημα» καὶ τόν «σκοπόν» καί «στόχον» τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Μοναχικῆς ἀσκήσεως. 
Ἐνθυμηθῶμεν, ἀδελφοί, ἐπικαίρως τὰς ὑποσχέσεις ἃς ἕκαστος «καθωμολόγησεν ἐνώπιον πολλῶν μαρτύρων» καὶ τοῦ πανταχοῦ παρόντος Κυρίου, περιβαλλόμενος τὸ ἱερὸν μέγα ἀγγελικὸν μοναχικὸν σχῆμα, τὸ ὁποῖον φέρει κάθε μεγαλόσχημος ἁγιορείτης ἐπὶ τοῦ στήθους ἐν «νυκτὶ καὶ ἡμέρᾳ», ἤτοι τά «στίγματα» τοῦ Χριστοῦ, «καὶ σταυροῦται καὶ νεκροῦται τῷ κόσμῳ» «διὰ τῆς τελειοτάτης ἀποταγῆς...»∙ ἀπετάξασθε γάρ «τὴν κενὴν ἀπάτην τοῦ βίου τούτου», «...γονεῦσιν, ἀδελφοῖς...συγγενείαις, ἑταιρείαις, φίλοις, συνήθεσι, τοῖς ἐν κόσμῳ θορύβοις, φροντίσι, κτήσεσιν, ὑπάρξεσι, τῇ κενῇ καὶ ματαίᾳ ἡδονῇ καὶ δόξῃ.....», καὶ ἡτοιμάσθητε «πρὸς ἀγῶνας πνευματικούς, πρὸς ἐγκράτειαν σαρκός, πρὸς κάθαρσιν ψυχῆς, πρὸς πτωχείαν εὐτελῆ, πρὸς πένθος ἀγαθόν, πρὸς πάντα τὰ λυπηρὰ καὶ ἐπίπονα τῆς χαροποιοῦ ζωῆς∙ «καὶ γάρ», ὦ μοναχέ, καὶ πεινᾶσαι ἔχεις, καὶ διψῆσαι, καὶ γυμνητεῦσαι... καὶ πολλοῖς ἄλλοις περιαχθῆναι λυπηροῖς, οἷς ἡ κατὰ Θεὸν ζωὴ χαρακτηρίζεται». Ἄλλωστε, κατὰ τὴν ἱερὰν ἐκείνην στιγμὴν τῆς μοναχικῆς μεγαλοσχήμου ἐνδύσεως, δὲν ψάλλεται καὶ καθομολογεῖται: «ποῦ ἐστιν ἡ τοῦ κόσμου προσπάθεια; ποῦ ἐστιν ἡ τῶν προσκαίρων φαντασία; οὐκ ἰδοὺ ταῦτα βλέπομεν γῆν καὶ σποδόν; τί οὖν κοπιῶμεν εἰς μάτην; τί δὲ οὐκ ἀρνούμεθα τὸν κόσμον, καὶ ἀκολουθοῦμεν τῷ κράζοντι∙ ὁ θέλων πορευθῆναι ὀπίσω μου, ἀναλαβέτω τὸν σταυρόν μου, καὶ ζωὴν κληρονομήσει αἰώνιον» (Μέγα Εὐχολόγιον, Ἀκολουθία μεγάλου σχήματος, εὐχαὶ καὶ Ἀντίφωνον Γ΄);


Παρ᾿ ὅλας ὅμως τὰς μεμονωμένας αὐτὰς τάσεις ἐκκοσμικεύσεως καὶ τὰς σχετικὰς πτώσεις ὡρισμένων μοναχῶν, καὶ ἀτυχῶς καὶ ἐκ τῶν ταχθέντων εἰς τὸ εἶναι αὐτούς «ὁδηγούς» τῶν πολλῶν, τὸ Ἅγιον Ὄρος, κατὰ τὸν διαρρεύσαντα αἰῶνα, ἐξεπλήρωσε τὴν ἀποστολήν του καὶ ἀνέδειξεν ἀληθῶς ἁγίους μοναστάς, ὡς οἱ συμβαλόντες εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ πρὸ ἑκατονταετίας Ψηφίσματος. Μνημονεύομεν ὅμως καὶ συγχρόνων πνευματικῶν μορφῶν τοῦ Ὄρους τούτου, οἵτινες προβάλλουν καὶ καταξιώνουν εἰς τὰς ἡμέρας μας τὸν ὀρθόδοξον μοναχισμόν, ἐπώνυμοι καὶ κυρίως ἀνώνυμοι μορφαί, προσενέγκασαι καὶ προσφέρουσαι διὰ τοῦ βίου, τῆς πολιτείας, τοῦ παραδείγματος καὶ τῆς γραφῆς των οἰκοδομὴν καὶ διακονίαν ζωῆς καὶ μαρτυρίας. Ὡς ἀληθῶς «τοὺς ἐν Ἄθω πατέρας καὶ ἀγγέλους ἐν σώματι, ὁμολογητὰς καὶ ὁσίους, ἱεράρχας καὶ μάρτυρας... τιμήσωμεν ἡ τοῦ Ὄρους πληθύς, μιμούμενοι αὐτῶν τὰς ἀρετάς». Τὸ Ὄρος ἐβοήθησε διὰ τῶν προσευχῶν καὶ δεήσεών του τὸν λαὸν τοῦ Θεοῦ εἰς τὸν πνευματικὸν ἀγῶνα του καὶ ἐξῆλθε σῶον, εἰ καὶ τετραυματισμένον καὶ μεμωλωπισμένον, ἀπὸ διαφόρους κρίσεις, κοσμικὰς καὶ πνευματικάς, μερικαὶ τῶν ὁποίων ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ, ἐνῷ ἄλλαι ἐλησμονήθησαν.
Πέραν τῶν ἀνωτέρω καιρίων καὶ λυπηρῶν -ὑφίστανται ἀσφαλῶς καὶ ἄλλα ἀθορύβως καὶ ἐπιτυχῶς καθημερινῶς ἀντιμετωπιζόμενα ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος καὶ τῶν κυριάρχων Ἱερῶν Μονῶν-, ζητήματα, ὅμως καὶ ἄλλα μερικὰ τῶν ὁποίων δὲν εὗρον εἰσέτι τὴν λύσιν των. 
Θέμα σοβαρόν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν τελευταίαν τριακονταετίαν καὶ πλέον, ἀπασχολεῖ τὸν Ἱερὸν τοῦτον Τόπον καὶ τὸ ὁποῖον δὲν φαίνεται νὰ εὑρίσκῃ τὴν πρέπουσαν λύσιν, εἶναι τὸ θέμα τοῦ ἐλέγχου τῶν ἐγκαταβιώσεων εἰς αὐτόν, κυρίως τῶν ἀλλοδαπῶν ὁμοδόξων καὶ τῶν ἀλλοεθνῶν τὴν καταγωγήν. Ἡ μὴ σύμπτωσις περὶ τῆς δοτέας λύσεως ὀφείλεται ἐν μέρει εἰς τὴν διαφορετικὴν σκοπιὰν ἀπὸ τῆς ὁποίας θεωρεῖται τὸ ζήτημα καί, ἐν μέρει, εἰς τὰς διαφορετικὰς ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι πρυτανεύουν κατὰ τὴν προσπάθειαν ἐπιλύσεως αὐτοῦ. 
Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι τὸ Ἅγιον Ὄρος πρέπει νὰ διαφυλάξῃ τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν ἐλευθερίαν του, ὡς καὶ τὸν ἀμιγῶς Ὀρθόδοξον Χριστιανικὸν χαρακτῆρα του ὡς τόπου ἀσκήσεως καὶ προσευχῆς, καὶ οὐδὲν ἕτερον. Δὲν πρέπει ἐπίσης νὰ γίνῃ τὸ Ὄρος τὸ Ἅγιον τόπος συγκεντρώσεως προσώπων ἐμφορουμένων ὑπὸ ἐθνοφυλετικῶν ἀντιλήψεων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπεθύμουν νὰ καταστήσουν τὸν Ἱερὸν τοῦτον Τόπον κέντρον ἐθνοφυλετικῶν ἀνταγωνισμῶν καὶ συγκρούσεων. Πρέπει νὰ παραμείνῃ τόπος ἡσυχαστικός, ὅπου λατρεύεται ὁ Θεὸς ὑπὸ πάντων τῶν μοναχῶν καὶ τῶν προσκυνητῶν χωρὶς τοπικιστικὰς προτιμήσεις καὶ συσπειρώσεις. 
Κατὰ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ τὴν ἑρμηνείαν αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ ἀνωτάτου διοικητικοῦ δικαστηρίου τῆς Ἑλλάδος, τοῦ γνωστοῦ εἰς ὅλους Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, διὰ νὰ γίνῃ τις δεκτὸς εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος πρὸς ἐγκαταβίωσιν δέον νὰ δοθῇ ἔγκρισις ὑπὸ τοῦ Ἐπισκόπου αὐτοῦ, ἤτοι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, λαμβάνοντος ἀσφαλῶς ὑπ᾿ ὄψιν τὰς σχετικὰς πληροφορίας τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, δεδομένου ὅτι πᾶς κειρόμενος ἐν Ἁγίῳ Ὄρει μοναχὸς ἀποκτᾷ αὐτοδικαίως τὴν ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα καὶ δι᾿ αὐτῆς τὴν ἰδιότητα τοῦ εὐρωπαίου πολίτου. Παρὰ ταῦτα, διὰ νεωτέρας ἐξελίξεως (1998), ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἀπεποιήθη τὸ δικαίωμά της νὰ ἐλέγχῃ αὐτὴ τὸ ποιὸν τῶν προσερχομένων πρὸς ἐγκαταβίωσιν εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἀνέθεσε τὴν ἁρμοδιότητα ταύτην εἰς τοὺς μοναχούς, οἱ ὁποῖοι, ὡς ἐκ τούτου, πρέπει μὲ αἴσθημα μεγάλης εὐθύνης νὰ ἐξετάζουν τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὴν καταλληλότητα τῶν ἐπιζητούντων κουράν. Πιθανῶς δέ, εἶναι ὑποχρεωτικὸς ὁ κρατικὸς ἔλεγχος ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς θέλουν νὰ καροῦν μοναχοὶ εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, διότι δι᾿ αὐτοῦ καθίστανται πολῖται τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως, καὶ ὡς ἐκ τούτου αὐτὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐρευνήσῃ ἂν πληροῦν τὰς ἀναγκαίας προϋποθέσεις. 
Περὶ τῶν θεμάτων τούτων διεξήχθησαν πολλαὶ συζητήσεις καὶ ὑφίστανται ὀγκώδεις φάκελλοι παρ᾿ ὑμῖν καὶ παρ᾿ ἡμῖν. Τὸ Ἱερὸν Ψήφισμα τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ 1913 προεκάλεσεν εἰς τὴν ἡμετέραν Μετριότητα τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ πρόβλημα τοῦτο∙ τὸ περιεχόμενον τοῦ Ψηφίσματος καὶ τὰ ἐκπεμπόμενα δι᾿ αὐτοῦ διαχρονικὰ μηνύματα, προελθόντα ἐξ ἐμπειρίας καὶ σοφίας αἰώνων τῶν ἁγιορειτῶν πατέρων, δέον νὰ παραδειγματίσουν πάντας ὑμᾶς, τοὺς ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου οἰκοῦντας, ἀλλὰ καὶ τὴν ἔχουσαν καθ᾿ ἡμᾶς λόγον ἔντιμον Ἑλληνικὴν Πολιτείαν. Ἡμεῖς ἀπὸ τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας προετρεψάμεθα, ἐνουθετήσαμεν, ἠξιώσαμεν, ἀπηυθύνθημεν πρὸς πάντας ἐγγράφως καὶ προφορικῶς, ἐκρούσαμεν τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου δι᾿ αὐτὴν ταύτην τὴν ταυτότητα καὶ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Ὄρους, προσδοκῶμεν δὲ καὶ ἐλπίζομεν ὅτι θὰ ἴδωμεν ὄχι μόνον τὴν παρελθοῦσαν σήμερον, ἀλλὰ κυρίως τὴν ἐρχομένην αὔριον, ὡς προεῖδε καὶ ἀπεφάσισε καθοριστικῶς πρὸ αἰῶνος ἀκριβῶς σύσσωμον καὶ ὁμόφωνον τὸ Ὄρος τοῦτο τῆς δόξης Κυρίου. Τὰ πράγματα τοῦ κόσμου τούτου παρέρχονται, ὄμως ἡ «ἀλήθεια τοῦ Κυρίου μένει εἰς τὸν αἰῶνα». Ἡ παράδοσις καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ταυτότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους δέον νὰ μείνῃ ἡ αὐτή, ὡς διεσώθη ἀλώβητος εἰς καιροὺς δυσκολωτέρους, μέχρι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Μὴ ὁδηγοῦμεν ἡμεῖς διὰ τῆς βιοτῆς καὶ τῶν ἐνεργειῶν μας εἰς «ἐγκατάλειψιν» τὴν Κυρίαν Θεοτόκον, ὡς ἐπηγγείλατο κατὰ τὴν παράδοσιν. Ἄπαγε τῆς βλασφημίας! 
Ἐσχάτως ἀπησχόλησαν τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ δύο ἄλλα ζητήματα: 
Τὸ πρῶτον εἶναι ἡ φημολογηθεῖσα πρόθεσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ καταργήσῃ τὸ πρὸ τριακονταετίας καὶ πλέον ἱδρυθὲν ὑπὸ τοῦ μακαριστοῦ Πρωθυπουργοῦ Κωνσταντίνου Καραμανλῆ Κέντρον Διαφυλάξεως Ἁγιορετικῆς Κληρονομίας (τὸ γνωστὸν ΚΕΔΑΚ), ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ ἐδόθησαν ὑποσχέσεις, τῇ ἀμέσῳ ἀντιδράσει καὶ ταῖς συντόνοις ἐνεργείαις τῆς Ἁγιορειτικῆς Κοινότητος, ὅτι δὲν θὰ καταργηθῇ, ὅπερ λίαν εὐοίωνον καὶ εὐχάριστον, διότι γνωρίζομεν τὸ ἐπιτελεσθὲν ὑπ᾿ αὐτοῦ χρήσιμον καὶ πολυμερὲς ἔργον ἐν τῇ ἀνακαινίσει καὶ συντηρήσει ἱερῶν σκηνωμάτων τοῦ Ἄθωνος. Ἐπαινοῦμεν τὴν εὐαισθησίαν τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος καὶ εὐχαριστοῦμεν τῇ Ἑλληνικῇ Κυβερνήσει διότι ἔλαβεν ὑπ᾿ ὄψιν ὅτι ἡ κατάργησις θεσμῶν ἐπωφελῶν καὶ κατηξιωμένων, ὡς τοῦ ΚΕΔΑΚ, δημιουργεῖ μείζονα ζημίαν τοῦ προσδοκωμένου τυχὸν ὀφέλους. 
Τὸ δεύτερον εἶναι ἡ διατήρησις τῆς εὐνοϊκῆς φορολογικῆς μεταχειρίσεως τῶν Ἱερῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Μέχρι τοῦδε δὲν εἶναι γνωστὸν ἐὰν ἐλήφθη νομοθετικὴ πρόνοια διὰ τὴν βελτίωσιν τοῦ φορολογικοῦ καθεστῶτος τοῦ Ἱεροῦ τούτου Τόπου. Ἁπλῶς πληροφορούμεθα ἐξωδίκως ἐν τῇ Μητρὶ Ἐκκλησίᾳ τὰς ἐντόνους καὶ ἀγωνιώδεις ἐν προκειμένῳ προσπαθείας τῆς ὁρισθείσης Ἁγιορειτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ὅτι ἐδόθησαν ὑποσχέσεις ὅτι θὰ ἀντιμετωπισθῇ τὸ πρόβλημα εὐνοϊκῶς διὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Σημειωτέον, ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ, ὅτι ὁ Ἱερὸς Ἄθως, πέραν τῆς ἀνυπολογίστου καὶ ἀνεκτιμήτου πνευματικῆς προσφορᾶς καὶ διακονίας καὶ μαρτυρίας αὐτοῦ, ἐδώρησεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ὡς ἔπραξε καὶ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, τὸ πλεῖστον τῆς κτηματικῆς αὐτοῦ περιουσίας πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν ἐκ Μικρᾶς Ἀσίας προσφύγων καὶ ὅτι παρέχει δωρεὰν φιλοξενίαν εἰς τοὺς πολυαρίθμους ἐπισκέπτας αὐτοῦ. Καταργηθείσης δὲ τῆς προεγκρίσεως τῆς εἰσόδου τῶν ἀλλοδαπῶν εἰς αὐτό, οὗτοι εἰσέρχονται καὶ φιλοξενοῦνται εἰς μεγάλους ἀριθμοὺς ἐν αὐτῷ. Κρίνομεν δικαίαν καὶ ἐπιβλεβλημένην τὴν ἀντιμετώπισιν μετὰ τῆς δεούσης εὐαισθησίας τοῦ ζωτικοῦ διὰ τὸ Ὄρος καὶ διὰ τὴν ἐπιβίωσιν καὶ ἀπρόσκοπτον συνέχισιν τῆς μαρτυρίας αὐτοῦ ζητήματος τούτου. 


Ὁσιώτατοι Πατέρες, 
Ἡ ἡμετέρα Μετριότης παρακολοθεῖ μετὰ μείζονος ἐνδιαφέροντος καὶ ἀγρύπνου μερίμνης τὰ ζωτικὰ θέματα, μεταξὺ τῶν ὁποίων τὸ φορολογικόν, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦν τὸν Ἱερὸν Τόπον καὶ χρῄζουν ἀμέσου ἐπιλύσεως διὰ τὴν ἀνεμπόδιστον συνέχισιν τῆς ἐπιβιώσεως καὶ τῆς πνευματικῆς πορείας αὐτοῦ. Ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων εἶναι δεδομένη ἡ στήριξις τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας, ὀφειλετικῶς μεριμνώσης διὰ τὴν διαφύλαξιν καὶ προστασίαν τοῦ προνομιακοῦ καθεστῶτος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, συνταγματικῶς ἐγγυημένου καὶ κατοχυρωθέντος ἀμέσως μετὰ τὴν ἑορταζομένην ἐπέτειον. Ἀσφαλῶς, εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσι τὸ ἀρχαῖον τοῦτο προνομιακὸν καθεστὼς τοῦ Ἱεροῦ Τόπου καὶ τὰ ἐξ αὐτοῦ ἀπορρέοντα προνόμια αὐτοῦ, δοθέντα ὑπὸ τῶν εὐσεβῶν Βυζαντινῶν Αὐτοκρατόρων καὶ σεπτῶν Πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως, προϋπῆρχον δὲ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον δέον, ἀνεξαρτήτως περιστάσεων, νὰ διασφαλίζῃ καὶ νὰ ἐνισχύῃ ταῦτα, κατὰ τὸ δυνατόν. 
Εἰς πάντα τὰ ἀπασχολοῦντα ὑμᾶς καὶ τὸν Ἱερὸν Τόπον θέματα, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν εἰς τὴν διατήρησιν καὶ ἐνίσχυσιν τοῦ πνευματικοῦ, ἡσυχαστικοῦ, ἀρχιτεκτονικοῦ καὶ περιβαλλοντικοῦ πλούτου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, εὑρισκόμεθα παρὰ τὸ πλευρὸν ὑμῶν καὶ ἔχομεν διὰ προνοίας τὰς ἀνάγκας, τὰς δυσκολίας καὶ τὰ ὑφιστάμενα προβλήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο ἴσως νὰ ἐπιλυθοῦν καὶ κατοχυρωθοῦν, ὡς καὶ τὰ φορολογικὰ προνόμια, διὰ τῆς διαδικασίας τῆς συνταγματικῆς ἐπιταγῆς. Εἰλικρινῶς πάντως διαβεβαιούμεθα ὑμᾶς ὅτι ἐπιθυμοῦμεν νὰ βοηθήσωμεν εἰς τὴν πρόοδον τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Δὲν θέλομεν νὰ ἐπιβάλωμέν τι τὸ νεωτερικὸν εἰς τὴν ζωὴν αὐτοῦ. Ἀντιθέτως, ὁλοκαρδίως θέλομεν νὰ παραμείνῃ τοῦτο πιστὸν εἰς τὴν γραμμὴν τῶν Πατέρων. Προσευχόμενον, λατρεῦον τῷ Θεῷ καὶ ἁγιάζον τοὺς ἐν αὐτῷ ἀσκουμένους καὶ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸν κόσμον ὅλον. Πρὸς τοῦτο, πρέπει νὰ ἐπικρατῇ εἰρήνη, ὁμοφωνία, ἀλληλοκατανόησις καὶ ἑνότης πνεύματος. Ὀφείλομεν νὰ αἰσθανώμεθα ἡνωμένοι μεταξὺ μας καὶ μετὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ κατὰ τὸν λόγον Αὐτοῦ «ἵνα ὦσιν ἕν» οἱ εἰς Αὐτὸν πιστεύοντες, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ εἰς τὴν παρὰ τοῦ Θεοῦ ἀποστολὴν Αὐτοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπολαύσωμεν χαρὰν καὶ εἰρήνην ὅταν διχογνωμῶμεν καὶ ἀντιπαρατασσώμεθα πρὸς ἀλλήλους. 
Ἡ ἔκφρασις διαφορετικῆς γνώμης ἐπὶ τινος θέματος εἶναι ἐνίοτε ἀναπόφευκτος, εἰς οὐδεμίαν ὅμως περίπτωσιν πρέπει ἡ διαφωνία μας νὰ μᾶς διαιρῇ εἰς ἀντίπαλα στρατόπεδα. Διὰ τῆς ταπεινώσεως, διὰ τῆς ἀλληλοκατανοήσεως, διὰ τῆς ἀγάπης, διὰ τῆς εἰλικρινοῦς ἀναζητήσεως τοῦ εὐαρέστου εἰς τὸν Θεὸν καὶ τελείου θελήματος Αὐτοῦ θὰ φθάνωμεν εἰς ὁμόφωνον ἀπόφασιν περὶ ἑκάστου θέματος καὶ θὰ ἔχωμεν εὐλογίαν καὶ χάριν καὶ προστασίαν. «Τοῦτο μάλιστά ἐστι χάρις, τὸ μὴ διαιρῆσθαι, ἀλλ᾿ ἐφ᾿ ἑνὶ κεῖσθαι θεμελίῳ», κατὰ τὸν Θεῖον Χρυσόστομον (Εἰς Α΄Κοριν. Η΄, P.G. 61,72). 


Ἀδελφοὶ καὶ φίλοι πατέρες, 
Κατακλείομεν μὲ τοὺς λόγους τοῦ Χρυσορρήμονος Πατρός: «ἀεὶ ἡμῖν», εἰς τὸ Ὄρος τοῦτο τὸ Ἅγιόν, «ἐστιν ἑορτή.... Ἀεὶ Πάσχα δυνάμεθα ἐπιτελεῖν... οὐ καιρὸς ποιεῖ ἑορτήν, ἀλλὰ συνειδὸς καθαρόν... ὁ δὲ συνειδὸς ἔχων ἀγαθὸν καὶ πράξεις τοιαύτας, ἀεὶ ἑορτάζειν δύναται» (Εἰς τὴν ἁγίαν Πεντηκοστὴν Α΄, P.G. 50,454-455). 
Σήμερον πανηγυρίζομεν ἱστορικὴν ἡμέραν, ἡμέραν ἀναστάσεως Κυρίου. Ἐλάβομεν «φῶς ἐκ Φωτός». Εἴδομεν Φῶς, τὸν ὡς Θεὸν ἐκ τάφου Ἀναστάντα καὶ ἡμᾶς ἀναστήσαντα Χριστόν, «τὴν ὁλόφωτον Χάριν», οὐ βλεφάροις, ἀλλὰ καρδίας πόθῳ πεπιστευκότες, διὸ καὶ ἐβιώσαμεν πρὸ ἑκατονταετίας καὶ βιοῦμεν «ἐπ᾿ ἐσχάτων τῶν χρόνων» τὸ Θαῦμα. 
Καὶ ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ, οἱ Ἁγιορεῖται, οἱ ἀεὶ ζῶντες, βιολογικῶς καὶ οἱ ἀπ᾿ αἰῶνος ἐν Κυρίῳ ἀναπαυόμενοι, προσερχόμεθα εἰς τὰ ὀστεοφυλάκια τῶν Ἱερῶν Μονῶν καὶ κελλίων, ὥς ποτε ὁ ἀγαθὸς ἐκεῖνος ἁγιορείτης μοναχὸς τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα πρὸς τά «γυμνὰ ὀστᾶ» τῆς Μονῆς του, καὶ προσφθεγγόμεθα τοῖς πᾶσι «Χριστὸς Ἀνέστη», καὶ ἀκούομεν ὡς εὔγλωττον καὶ ἄρρητον τὸν ἀντίλαλόν των καὶ πάσης τῆς Ἁγιορειτικῆς κτίσεως «ἀληθῶς Ἀνέστη». Καὶ ὄντως ἀληθῶς ἀνέστη καὶ ἔχομεν «δεῖπνον ξένον ἕτοιμον ἐν γῇ». 
Εὐχαριστοῦμεν δὲ ἐπὶ πᾶσι τῇ Κυρίᾳ τοῦ Περιβολίου τούτου καὶ εἰς αὐτὴν ἐν ἐκτενεῖ δεήσει τὸ παραδίδομεν «καθὼς αὐτὸ ἦν καί ἐστι καὶ ἔσται εἰς τὸν αἰῶνα», μέλποντες καὶ σήμερον τὸ ἐπίκαιρον μεγαλυνάριον τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἀντίπασχα: «Σὲ τὴν φαεινὴν λαμπάδα καὶ Μητέρα τοῦ Φωτὸς τὴν ἀρίζηλον δόξαν καὶ ἀνωτέραν πάντων τῶν ποιημάτων ἐν ὕμνοις μεγαλύνομεν» καὶ δοξάζομεν καὶ προσκυνοῦμεν ὡς «ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς». Ἀμήν.

Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΣΤΟ ΠΡΩΤΑΤΟ (φωτογραφίες: Ν. Μαγγίνας)


φωτορεπορτάζ από την Πατριαρχική Θ. Λειτουργία και την Λιτανεία: Νικόλαος Μαγγίνας

Ὁμιλία τῆς Α.Θ.Παναγιότητος 
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου 
κατά τήν Θείαν Λειτουργίαν 
ἐν τῷ Πανσέπτῳ Ἱερῷ Ναῷ τοῦ Πρωτάτου 
(3-16 Ὀκτωβρίου 2013) 
Ἱερώτατοι καί Θεοφιλέστατοι ἅγιοι ἀδελφοί, 
Ὁσιολογιώτατοι Πρωτεπιστάτα καὶ Καθηγούμενοι τῶν εἴκοσιν Ἱερῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, Ἐξοχώτατε κύριε Διοικητά, 
Πάντες οἱ λοιποὶ συμπροσευχόμενοι Ὁσιώτατοι Μοναχοὶ καὶ ἁπαξάπαντες οἱ ἐγκαταβιοῦντες καὶ τὴν σωτηρίαν διώκοντες ἐν τῇ ἱερᾷ ταύτῃ κληρουχίᾳ τῆς Κυρίας Θεοτόκου πατέρες, ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἡμέτερα κατὰ πνεῦμα, Εὐλαβεῖς ἐκ τοῦ κόσμου προσκυνηταί, 
«Τοῖς ἐρημικοῖς ζωὴ μακαρία ἐστί, θεϊκῷ ἔρωτι πτερουμένοις», ἀντιφωνεῖ ὁ ἱερὸς ὑμνῳδὸς τῶν ἀναβαθμῶν τοῦ ἤχου πλαγίου τοῦ πρώτου. Ἀντιφωνεῖ καὶ ἀναφωνεῖ ἐκ βάθους καρδίας ὅπως καὶ ὁ καθείς σας κατὰ τὴν ὥραν τῆς προσευχῆς καὶ τῆς «ἐνώπιος ἐνωπίῳ» αὐτοκριτικῆς ἔμπροσθεν τοῦ ἀδεκάστου κριτηρίου τῆς συνειδήσεως. 
Εὐχαριστίαν, λοιπόν, ὁλόθυμον καὶ ἡμεῖς οἱ ἐν τῷ κόσμῳ, ἀλλ᾿ οὐκ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου ἀναπέμπομεν τῷ ἐν Τριάδι προσκυνουμένῳ Θεῷ ἡμῶν διότι, ταῖς πρεσβείαις τῆς ὑπερευλογημένης Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, τῆς Περιβολαρίσσης τοῦ ἡγιασμένου τούτου Τόπου, τοῦ ὑψιβάμονος καὶ μοναχοτρόφου Ἄθω, καὶ αὖθις ἠξίωσε τὴν ἡμετέραν Μετριότητα, τὸν Ἐπίσκοπόν σας, ἀφέντα ἐπ᾿ ὀλίγον τὸ ἐν Φαναρίῳ ἄροτρον καὶ τὴν ἐκεῖσε μικράν «ἀροτριάν», νὰ ἔλθῃ πρὸς ὑμᾶς τούς «ἐρημικούς», τούς «θεϊκῷ ἔρωτι πτερουμένους» συνεχῶς, διὰ νὰ προσκυνήσωμεν τὰ ἐνταῦθα ἱερὰ σεβάσματα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεώς μας καὶ νὰ ἐπανίδωμεν τὰ πρόσωπά σας, τὰ ἱλαρὰ ἐκ τῆς σκληρότητος τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς καὶ τοῦ καθημερινοῦ ἀγῶνος κατὰ τῶν παθῶν. 


Πολλάκις ἐπιποθεῖ ὁ ἄνθρωπος τὴν μοναχικὴν καὶ δὴ καὶ ἐρημικὴν ζωὴν ἡ ὁποία ἀνακουφίζει τὴν καρδίαν. Τὴν μακαρίζει ὁ κοινὸς θνητὸς τὴν ζωὴν αὐτὴν ἰδίᾳ ὅταν τὰ κύματα τῶν καθηκόντων καὶ τῶν μεριμνῶν ἀποσποῦν τὸ πνεῦμα ἀπὸ τοῦ «Ἑνὸς οὗ ἐστι χρεία», τοῦ θεϊκοῦ δηλαδὴ ἔρωτος. Οὐδαμόθεν βλέποντες καὶ ἡμεῖς προσωπικῶς ἐρχομένην τὴν στοιχειώδη ἀνθρωπίνην βοήθειαν, προσευχητικῶς ἐπικοινωνοῦμεν πρὸς τὸ Ὄρος τοῦτο τοῦ Κυρίου ἐξαιτούμενοι, βοαῖς ἀλαλήτοις καὶ στεναγμοῖς ἀρρήτοις, τὴν ἀρωγὴν καὶ συμπαράστασιν τῶν ἱκεσιῶν τῆς πληθύος τῶν πάλαι τε καὶ νῦν ἁγιορειτῶν πατέρων! 
Γνωστὸν τυγχάνει ὑμῖν, ἀδελφοί, ὅτι «τὸ ἀπερίσπαστον ἀφροντιστότερον, καὶ τὸ ἀφρόντιστον ἀταραχώτερον», ἀγαθὰ τῶν ὁποίων στερούμεθα ἡμεῖς οἱ ἐν τῷ κόσμῳ τὴν καλὴν στρατείαν πορευόμενοι. 
Παρ᾿ ὅλας ὅμως τὰς πολλὰς μερίμνας καὶ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ ἡ Ἀροτριὰ ἐν Φαναρίῳ, ἔνθα τὸ Κέντρον τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπου φυλάσσονται αἱ Πλάκες τῆς Διαθήκης, ἡ Ράβδος Ἀαρὼν ἡ Βλαστήσασα, ἡ Σκηνὴ τοῦ Μαρτυρίου, ἡ Κιβωτὸς τοῦ Νῶε, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παραλείψωμεν νὰ ἔλθωμεν πρὸς ὑμᾶς, ἐν ἀγάπῃ καὶ πόθῳ, ἵνα συμπροσευχηθῶμεν μετὰ πάντων ὑμῶν, Κλῆρος καὶ Κληρουχία, ἐπὶ τῇ εὐλογημένῃ ἑκατοστῇ ἐπετείῳ ἀπὸ τῆς «παρελεύσεως τῆς ζοφώδους καὶ ἀσελήνου νυκτός» ἐν τῇ ζωῇ καὶ τῇ μαρτυρίᾳ τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅπου Κυρία καὶ Ἔφορος καὶ Φυλάκισσα εἶναι ἡ Κυρία Θεοτόκος «ἐν ἡμέραις σκότους καὶ σκιᾶς θανάτου» κατ᾿ ἄνθρωπον ἀλλὰ καὶ ἐν ἡμέραις «εὐφροσύνης καὶ ἀγαλλιάσεως», ὡς ἡ ἑορταζομένη ἑκατοστὴ ἐπέτειος ἀπὸ τοῦ «Ὄρθρου» ἐκείνου τῆς 3ης Ὀκτωβρίου 1913, τοῦ καταστάντος φαεσφόρου «Ἀναστάσεως Ἡμέρας», διὰ τῆς ἐνσωματώσεως αὐτοῦ ἀναποσπάστως εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν καὶ Πατρίδα, «καίτοι τὸ πολίτευμα ἡμῶν πάντων ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει». 


Ἀναδιφῶντες εἰς τὰ πρακτικὰ τῶν συζητήσεων τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης περὶ τοῦ πολιτικοῦ μέλλοντος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, συγκινούμεθα ἀπὸ τὸν παλμὸν τῆς ψυχῆς καὶ τὴν πνευματικὴν ἀνάτασιν τῶν θεϊκῷ ἔρωτι ἀληθῶς πτερουμένων ἁπλοϊκῶν ἐκείνων μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι, διὰ τοῦ Ψηφίσματός των, διετράνωσαν τὴν ἐπιθυμίαν των ὅπως ὁ τόπος οὗτος τοῦ Ἁγίου Ὄρους διατηρηθῇ ἡνωμένος μετὰ τοῦ Ὀρθοδόξου Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ μὴ ὑπαχθῇ εἰς τὴν ἁρμοδιότητα ἄλλων πολιτικῶν σχηματισμῶν, ὡς ἐπεδίωκον οἱ τότε «ἰσχυροὶ τῆς γῆς». 
Διέβλεπον ὅτι ἡ πολιτειακὴ ὑπαγωγὴ τοῦ Ἁγίου Ὄρους εἰς νεοφανεῖς πολιτικοὺς σχηματισμοὺς θὰ ἐνεῖχε κινδύνους συνεχῶν πολιτικῶν ἀμφισβητήσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ διετάρασσον τὴν εἰρήνην καὶ θὰ προεκάλουν διχοστασίας μεταξὺ τῶν μοναχῶν. Τὴν θέσιν αὐτῶν ταύτην ἐπηυλόγησεν ἡ Γερόντισσα τοῦ Τόπου τούτου Κυρία Θεοτόκος, ἐνώπιον καὶ ὑπὸ τὴν Χάριν καὶ Σκέπην τῆς ἁγίας Εἰκόνος Της, τῆς καὶ σήμερον προσκυνουμένης ὑπὸ πάντων ἡμῶν, τῆς θαυματουργοῦ λέγομεν Ἱερᾶς Εἰκόνος τοῦ «Ἄξιόν ἐστιν», ὑφ᾿ ἣν καὶ ἐλήφθησαν αἱ ἱεραὶ καὶ ἱστορικαὶ ἐκεῖναι ἀποφάσεις. Καὶ οὕτω τὸ Ἅγιον Ὄρος ἐνεσωματώθη ὁριστικῶς εἰς τὸ Ὀρθόδοξον Ἑλληνικὸν Κράτος, διατηρῆσαν ὅμως ἐν ταὐτῷ τὴν αὐτονομίαν του, τὸ πανάρχαιον πνευματικὸν καὶ κανονικὸν καθεστὼς αὐτοῦ καὶ πολλὰ ἀναφαίρετα προνόμια, τῶν ὁποίων, μετὰ λύπης καὶ ἀγωνίας παρακολουθοῦμεν ὅτι ἐπιδιώκεται σήμερον ἡ ἀφαίρεσις καὶ ἡ κατάργησις. 
Κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ Ἅγιον Ὄρος, παρὰ τὰς ἐναλλαγὰς τῶν ἀνθρωπείων, ἀπήλαυσεν ἐπὶ ἑκατὸν ἔτη, ἀπολαμβάνει καὶ θὰ συνεχίσῃ νὰ ἀπολαμβάνῃ τὴν πορείαν ἐσωτερικῆς εἰρήνης καὶ ἀπερισπάστου πνευματικῆς καλλιεργείας, μὴ ἀσχολούμενον μετὰ τοῦ κόσμου καὶ τῶν τοῦ κόσμου, μὲ τὴν λεγομένην «οἰκονομικήν» ἤ «ἐπενδυτικήν» ἤ «ἄλλην» ἀσφάλειαν, καθότι ἀσφάλεια καὶ πύργος ἰσχύος τοῦ τόπου τούτου εἶναι ἡ Κυρία Θεοτόκος, ἡ ἀκοίμητος ἐν πρεσβείαις καὶ ἡ ἀμετάθετος ἐλπὶς ἐν προστασίαις, «ἡ πυλωρὸς καὶ σκέπη καὶ προστάτις» αὐτοῦ. 
Ἐὰν τὸ Ἁγιώνυμον Ὄρος εἶχεν ὑπαχθῆ εἰς ἄλλο νεοφανὲς τι πολιτειακὸν καθεστώς, αἱ συζητήσεις διὰ τὸ κατάλληλον ἢ μὴ αὐτοῦ καὶ διὰ τὰς προτάσεις τῆς ἀλλαγῆς αὐτοῦ θὰ ἦσαν πολλαὶ καὶ θὰ ἀπέσπων τοὺς μοναχοὺς ἀπὸ τὰ κύρια αὐτῶν ἔργα: τὴν ἄσκησιν, τὴν προσευχήν, τὸ κομβοσχοῖνι, τὴν πτέρωσιν πρὸς τὸν θεῖον ἔρωτα. Θὰ ὡδήγουν ἐνίους ἐξ αὐτῶν τοὐλάχιστον εἰς τὸν «ἔρωτα τοῦ κόσμου τούτου». 


Τοῦτο σημαίνει, ἀδελφοὶ καὶ Πατέρες, ὅτι ἡ ὁποτεδήποτε τυχόν, ὑπὸ ἀνιδέων καί «χαλάσματα» μόνον καὶ σκοπιμότητας ὑπηρετούντων κατὰ καιροὺς διαθρυλουμένη ἀνακίνησις ζητήματος περὶ ἀλλαγῆς τοῦ πολιτειακοῦ καθεστῶτος τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἢ τροποποιήσεως τῶν «κεκτημένων» καὶ καταστατικῶς ἰσχυόντων, κοσμικὴ οὖσα κατὰ τὴν φύσιν αὐτῆς, εἶναι πάντοτε ἀνεπίκαιρος καὶ ἐπιβλαβής, διότι ὄχι μόνον ἀποσπᾷ ἀπὸ τὸν «θεῖον ἔρωτα» καὶ τὴν προσπάθειαν ἐπιτεύξεως τῆς σωτηρίας, ἀλλὰ εἰσάγει εἰς τὸν ἅγιον τοῦτον τόπον τῆς πνευματικῆς ἀσκήσεως ματαιοσχόλους διενέξεις καὶ ἀνακίνησιν ἐθνοφυλετικῶν διαφωνιῶν, πόρρω ἀπεχουσῶν τοῦ σκοποῦ τῆς μοναχικῆς βιοτῆς. 
Ἑκατὸν ἔτη ἐλευθέρου βίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους ὑπὸ τὴν κατὰ τὸ ἀνθρώπινον προστασίαν τοῦ Ὀρθοδόξου Ἑλληνικοῦ Κράτους, πλειάδα ἐπιδείξαντα ἁγίων καὶ ὁσίων, ἀποτελοῦν ἐπαρκῆ μαρτυρίαν διὰ τὸ κατάλληλον ἀπό τε κοσμικῆς καὶ ἀπὸ εὐρυτέρας ἀπόψεως τῆς ἐπιλεγείσης ὑπὸ τῶν Πατέρων καὶ ἐφαρμοσθείσης λύσεως. Διὰ τοῦτο καὶ ἔχομεν σήμερον τὴν χαράν «μόνοι πρὸς μόνους» ὑπὸ τὸ ἄγρυπνον Ὄμμα «τοῦ Μόνου» παντεπόπτου, ἵνα κατὰ τὸν Ἅγιον Συμεὼν τὸν Νέον Θεολόγον εἴπωμεν, νὰ προσευχώμεθα ἐν εἰρήνῃ, νὰ ἑορτάζωμεν εὐφροσύνως καὶ πανηγυρικῶς καὶ εὐγνωμόνως τὴν ἑκατοστὴν ἐπέτειον τῆς ἐφαρμογῆς ἐκείνης τῆς λύσεως, διακηρύσσοντες, ἐμπραγμάτως καὶ ἀλληγορικῶς, καὶ ἡμεῖς σήμερον, ὅπως καὶ οἱ Ἁγιορεῖται τοῦ 1913, ὅτι ἀληθῶς «αὕτη ἡ ἡμέρα ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος, ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ», ὅτι «νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός», ὅτι ἡμέρα ἀναστάσεώς ἐστι, καθ᾿ ἣν μεμνημένοι «πάντων τῶν ὑπὲρ ἡμῶν γεγενημένων, τοῦ σταυροῦ, τοῦ τάφου, τῆς τριημέρου ἀναστάσεως, τῆς εἰς οὐρανοὺς ἀναβάσεως, τῆς ἐκ δεξιῶν καθέδρας, τῆς δευτέρας καὶ ἐνδόξου πάλιν παρουσίας», ἰδού «τὰ Αὐτοῦ ἐκ τῶν ἰδίων Αὐτοῦ» προσφέρομεν τῷ Κυρίῳ. 


Τελοῦμεν δὲ καθηκόντως καὶ μετὰ θερμῶν δεήσεων ὀφειλετικὸν ἱερὸν μνημόσυνον ὑπὲρ τῆς ἀναπαύσεως τῶν ψυχῶν τῶν ὁσίων προπατόρων ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι μετὰ σθένους καὶ ζήλου καὶ ἀγάπης πολλῆς πρὸς τὸν ἅγιον τοῦτον Τόπον ἠγωνίσθησαν διὰ νὰ ἰσχύσῃ ἐπ᾿ αὐτοῦ τὸ ἔκτοτε ἀποφασισθὲν καθεστὼς τὸ ὁποῖον συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀπρόσκοπτον πρόοδον αὐτοῦ. 
Δοξολογοῦμεν, ὅθεν, τὸν Θεὸν καὶ κατὰ τὴν εὔσημον ταύτην ἡμέραν ἀπὸ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Πρωτάτου, ἔχοντες λιτανευούσας τῷ πνεύματι ἁπάσας τὰς τοῦ παρελθόντος τούτου αἰῶνος Ἁγιορειτικὰς μορφάς, ἵνα μὴ εἴπωμεν καὶ πάσας τὰς τῆς διελθούσης χιλιετίας, τὰς ἀοράτως συνούσας ἡμῖν, ἐνώπιον τῆς θαυματουργοῦ καὶ περιπύστου Ἱερᾶς Εἰκόνος τοῦ «Ἄξιόν ἐστιν», ἐνώπιον τῆς ὁποίας προσηυχήθη καὶ ὁ μακαριστὸς προκάτοχος ἡμῶν ἐν Πατριάρχαις Δημήτριος καὶ ἐθαυματούργησεν ἡ Ἱερὰ Εἰκὼν ὡς ἀληθῶς καὶ ἀνήγειρεν ἐκείνη τὸν Πατριαρχικὸν Οἶκον τῆς Ἐκκλησίας τῶν τοῦ Χριστοῦ πενήτων. 
Συγχρόνως τιμῶμεν, θείᾳ βουλῇ, σήμερον, 3ην Ὀκτωβρίου κατὰ τὸ ἰουλιανὸν ἡμερολόγιον, καὶ τὴν μνήμην τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, τοῦ θεολογικωτάτου τούτου ὑψιπέτου. Ἡ θεολογία του ἀποτελεῖ ἀσφαλῶς ἐντρύφημα βαθυνουστέρων μελετητῶν. Ἡ κατὰ πρεσβείαν καὶ χάριν αὐτοῦ οὐχὶ τυχαία ἀσφαλῶς ὑπογραφή «εἰς τὸ Ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» τὴν ἡμέραν τῆς μνήμης του, τὴν 3ην Ὀκτωβρίου 1913, τοῦ ἱστορικοῦ Ἱεροῦ Ψηφίσματος τοῦ Ἁγίου Ὄρους δεικνύει περιτράνως, πρὸς τοῖς ἄλλοις, καὶ τὴν θεολογικὴν προέκτασιν, σημασίαν καὶ ἔννοιαν καὶ ἀξίαν τῆς Πράξεως ἐκείνης. 
Ὁ Ἀρεοπαγίτης ζητῶν μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου τὸν «Ἄγνωστον Θεόν», τὸν γνωστὸν δηλαδὴ ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, ὡμοιώθη ἐμπόρῳ, τῷ τοὺς μαργαρίτας ζητοῦντι ὁ πανόλβιος. Καὶ εὑρὼν τὸν Ἕνα Μαργαρίτην, τὸν ὄντως πολύτιμον, καὶ θαυμάσας τούτου τὰς θεουργοὺς φωτοβολίας, ὁ Ἱεράρχης Θεὸν ὡμολόγησε καὶ ἐν τέλει προσέφερεν ὡς λογικὸν ὁλοκαύτωμα ἑαυτὸν διὰ τῆς μαρτυρικῆς ξιφοτμήσεως, διδάσκων ἡμᾶς τὴν ὑπὲρ πάντα προτίμησιν τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ζωηφόρον ὑπαγωγὴν εἰς τὸν χρηστὸν καὶ ἐλαφρὸν ζυγὸν Αὐτοῦ. 


Τὸ Ἅγιον Ὄρος, τὴν 3ην Ὀκτωβρίου 1913, «ἀποκροῦσαν ἐντόνως ὡς ὀλεθρίαν διὰ τὴν περαιτέρω ἐξέλιξιν τοῦ μοναχικοῦ βίου... τὴν ἰδέαν τῆς διεθνοποιήσεως, ἢ οὐδετεροποιήσεως, ἢ συγκυριαρχίας, ἢ συμπροστασίας, ἢ ὅπως ἄλλως ἤθελέ τις ὀνομάσει τὴν τάσιν τῆς πολιτικῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ Ἱεροῦ Τόπου ἡμῶν», ἔκρινε «τὸ ἱερὸν ἔδαφος αὐτοῦ ἀναποσπάστως ἡνωμένον μετὰ τοῦ ὅλου ἐδάφους» τῆς Ἑλλάδος καὶ διεκήρυξεν ἅπαξ καὶ διὰ παντὸς ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων ὅτι «πᾶσα περὶ Ἁγίου Ὄρους διεθνὴς ἢ ἄλλου χαρακτῆρος πρᾶξις, ἢ ἀπόφασις, ἀντιβαίνουσα πρὸς τὰ ἐν τῷ παρόντι Ψηφίσματι διατυπούμενα, θέλει συναντήσει... ἐνασκούμενον τὸ δικαίωμα τῆς ὑπὲρ ἱερῶν καὶ ὁσίων ἀμύνης», προσκαλέσαν ἔκτοτε «πάντας τοὺς γνησίους Ἁγιορείτας Πατέρας καὶ ἀδελφούς, τοὺς ζηλωτὰς τῆς δόξης τῶν ὁμολογητῶν καὶ μαρτύρων τοῦ ἁγίου Τόπου τούτου, νὰ ἑτοιμασθῶσι διὰ τὸν ἀμαράντινον τοῦ μαρτυρίου στέφανον» (παρ. Ε΄ καὶ Θ΄ Ψηφίσματος). 
Αὐτὸ εἶναι τὸ Ἅγιον Ὄρος, τὸ φρόνημα καὶ τὸ ἦθος, τὸ φρόνημα τῶν παλαιῶν, τὸ συνεχιζόμενον ἦθος τῶν νεωτέρων. Τὸ Ὄρος, περὶ οὗ «δεδοξασμένα ἐλαλήθησαν» (πρβλ. Ψαλμ. 86, 3). Ὁ Ἄθως, μία λωρὶς γῆς, ὅπου «ὅλα εἶναι ἐστολισμένα μὲ κατορθώματα αἰώνια, πεποικιλμένα μὲ ροὰς δακρύων, πεποτισμένα μὲ ὁσιομαρτυρικὰ αἵματα, πεπλουτισμένα μὲ τίμια λείψανα....». 
Ὅπου «ὅλα ἀπαστράπτουν ἀπὸ τὰς μαρμαρυγὰς τοῦ ἅρματος τοῦ θεϊκοῦ, ποὺ ἀναβιβάζει καὶ καταβιβάζει τὸν Θεόν, ὃς εὐδόκησε κατοικεῖν ἐκεῖ, εὐλογῶν καὶ ἑτοιμάζων «χιλιάδας εὐθηνούντων» (πρβλ. Ψαλμ. 67, 18) μοναχῶν... δὲν ἠμπορεῖ νὰ μετρήσῃ κανεὶς ὄχι τὰ κατορθώματα ἀλλὰ οὔτε καὶ τὰ ὀνόματα τῶν Ἁγιορειτῶν πατέρων...», (Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ Σιμωνοπετρίτου, Κατηχήσεις καὶ Λόγοι Ι, «Σφραγὶς Γνησία», Ὁρμύλια 1998, σελ. 320), τῶν «μαρτυρησάντων τῇ ἀληθείᾳ» καὶ ἐν ἀληθείᾳ Ἁγιορειτῶν. 
«Αὐτὸ τὸ ἀγνοημένο Ἅγιον Ὄρος ἀνέπνεε –καὶ ἀναπνέει προσθέτομεν ἡμεῖς- ἕνα μεγαλεῖο ἀνερμήνευτο: στὶς μορφὲς τῶν ναῶν, τῶν εἰκόνων, τῶν ἀκολουθιῶν, τῶν ἀρχαίων μελῳδιῶν, τῶν ζώντων γερόντων, αὐτῶν τῶν ἁπλῶν καὶ αὐθεντικῶν ἀνθρώπων ποὺ εἶχαν περάσει στὴν ἄλλη πλευρὰ τῆς ἐσχατολογικῆς ἐλευθερίας. Μέσα στὴν φτώχεια εἶχαν αὐτάρκεια. Μέσα στὴν περιφρόνησι, ἕνα θεῖο χαμόγελο. Σὲ ἀγαποῦσαν αὐθόρμητα, χωρὶς νὰ τὸ περιμένῃς. Ἀνέδιδαν εὐωδία Ἀναστάσεως, χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουν. Ἦταν ριζωμένοι στὴν παράδοσι τοῦ Τόπου. Καὶ εἶχε ἀνθίσει στὰ πρόσωπά τους κάτι ἀπὸ τὴν εὐπρέπεια τοῦ μέλλοντος αἰῶνος... τοὺς εἶχε κτυπήσει ἕνας θεῖος ἔρως καὶ τοὺς κατέστησε ἐκστατικοὺς γιὰ νὰ ἀγαποῦν τὴν ταπείνωσι, νὰ θέλουν νὰ φύγουν, νὰ χαθοῦν, νὰ μὴ ὑπάρχουν. Εἰσέρχονται καὶ ἐξέρχονται καὶ νομὴν εὑρίσκουν γιὰ τὸν ἑαυτό τους καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους. Ζοῦν μόνοι καὶ μαζὶ μὲ ὅλους, ἀφήνοντάς τους ἐλευθέρους καὶ σώους... ἡ θέα τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀτελεύτητος πορεία... Ἄξιον καὶ δίκαιον νὰ ὑμνῆται ὁ Θεός, ἐπειδὴ εἶναι «ἀνέκφραστος, ἀπερινόητος, ἀόρατος, ἀκατάληπτος», γι᾿ αὐτὸ εἶναι ὁ ὢν καὶ ὁ ὡσαύτως ὤν», (Ἀρχιμ. Βασιλείου, Προηγουμένου Ἱερᾶς Μονῆς Ἰβήρων, Ἀπολυτίκιον, 2011, σς.15-16), ὅπως καὶ τὸ Ὄρος τοῦτο εἶναι τό «ὂν καὶ τὸ ὡσαύτως ὄν», χθὲς καὶ σήμερον καὶ εἰς τὸν αἰῶνα. 


Ἁγιορεῖται ἀδελφοὶ καὶ Πατέρες, 
Ὁ τὰ πάντα καλὰ λίαν δημιουργήσας Τριαδικὸς Θεός, πρὸς τοῖς ἄλλοις χαρίσμασι, μᾶς ἐδωροφόρησε καὶ μὲ τὸ ὑπέρτατον ἀγαθὸν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, ὥστε ἑκουσίως νὰ γίνωμεν κληρονόμοι τῆς ἐν Αὐτῷ ἀθανασίας. 
Εἰς τὴν πνευματικὴν σφαῖραν τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας Παραδόσεως, ἡ ἐλευθερία νοεῖται καὶ βιοῦται ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἐν τῷ ἐλευθερωτῇ Χριστῷ χαρισθείσης δυνατότητος νὰ ζῶμεν ἐντεῦθεν τὸ κλῖμα τῆς ἐσχατολογικῆς καὶ παραδεισίου ἐλευθερίας τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ ἀνεπηρέαστοι ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τοὺς δελεασμοὺς τοῦ πονηροῦ ὡς τὸ ἔζησαν ἀκόμη καὶ τὰ ἀναρίθμητα πλήθη τῶν ἐν ἐξωτερικῇ δουλείᾳ καὶ φοβεροῖς διωγμοῖς διατελεσάντων Ἁγίων μας. 
«Στερεωθέντες τῇ πίστει οὖν στήκετε, τοὺς αὐχένας ὑμῶν κάτω κάμπτοντες, τῇ ψυχῇ δὲ Χριστὸν ἄνω βλέποντες. Τῶν ἐν γῇ παντελῶς μὴ φροντίσητε, καραδοκοῦντες καὶ σπουδάζοντες μετὰ τὸ μεταστῆναι τοῦ βίου τούτου, κατοικῆσαι ἐν ταῖς τῶν Ἁγίων μοναῖς, ἵνα ὥσπερ ἐνταῦθα βοᾶτε κἀκεῖ: Ἀλληλούϊᾳ», προτρεπόμεθα ὑμᾶς μετὰ τοῦ Ἁγίου Ρωμανοῦ τοῦ Μελῳδοῦ. 
«Τέκνα, ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἀκούσατε μου τῆς ἀκροτάτης φωνῆς. Τὴν εἰρήνην ἐν ἑαυτοῖς φυλάξατε. Εὐπείθειαν καὶ ταπείνωσιν καὶ μέχρι θανάτου ὑπακοήν... ἀνασώσατε... Τὸ ἀγγελικὸν ὑμῶν ἐπάγγελμα ἀδιάψευστον τηρήσατε. Τὸν κόσμον μισήσαντες, μὴ ἐπιστραφῆτε πρὸς τὰ τοῦ κόσμου ἔργα. Λυθέντες τῶν δεσμῶν τῆς προσπαθείας, μὴ ἐνδεθῆτε αὖθις πρὸς σαρκικὰς σχέσεις. Ἀπαρνησάμενοι πάντα τὰ τερπνὰ καὶ ἐπίκηρα τοῦ παρόντος βίου, μὴ δι᾿ ὀλιγωρίαν ἀποπηδήσητε τῆς ἀθλητικῆς ὑμῶν ὑποταγῆς γενόμενοι ἐπίχαρμα δαιμόνων. Πρὸς τὸν δρόμον τῆς ὑποταγῆς μέχρι τέλους ἐγκαρτερήσατε ἵνα τὸν τῆς δικαιοσύνης ἀμαράντινον στέφανον κομίσησθε...», ἐπιλέγομεν ἐκ τῆς Διαθήκης τοῦ κοινοῦ σας πατρὸς καὶ καθηγητοῦ τοῦ Ἁγιορειτικοῦ μοναχισμοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου. 


Σὺ δέ, Κυρία καὶ Δέσποινά μου, Ὑπεραγία Θεοτόκε, ἡ ἐλπὶς καὶ προστασία πάντων τῶν χριστιανῶν καὶ ἡ κατὰ τρόπον ὅλως εἰδικὸν προνοήτρια καὶ φροντίστρια τῶν ἐνταῦθα Ἁγιορειτῶν πατέρων, τῶν ἐν «ἁγνείᾳ καὶ σεμνῇ πολιτείᾳ διαγόντων», ἐπάκουσον ἡμῶν ἐκ ψυχῆς καθικετευόντων: «Ἰδού, Πάναγνε Παντοβασίλισσα, παρατίθημί Σοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἐκλεκτῶν ἀγγέλων Αὐτοῦ πᾶσαν τὴν ἐν Χριστῷ ἀθλοῦσαν Ἀθωνικὴν Ἀδελφότητα, ὅπως αὐτὴν εἰσδέξοι, ὅπως προσλάβοις καὶ ὁδηγήσοις καὶ διαφυλάξοις, ὡς ἄρνας Χριστοῦ, ὡς μέλη φίλτατα, θάλπουσα καὶ περιέπουσα ἕνα ἕκαστον κατὰ τὸ ἴσον τῆς μητρικῆς Σου ἀγάπης μέτρον καὶ χαρίσῃς ἅπασι τὴν κληρουχίαν τῆς πεποθημένης Βασιλείας τοῦ Υἱοῦ Σου, δι᾿ ἣν τὰ πάντα ἀφήσαντες ἐξελέξαντο δαβιτικῶς παραρριπτεῖσθαι μᾶλλον ἐν τῷ Ναῷ τοῦ Θεοῦ ἢ οἰκεῖν ἐν σκηνώμασιν ἁμαρτωλῶν», ἐν τῷ Ναῷ τοῦ Θεοῦ ἔνθα οἱ χοροὶ τῶν Ἁγίων Πάντων ἀκαταπαύστως δοξάζουν προσκυνοῦντες τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸν καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὴν Μίαν Θεότητα. 
«Καὶ ἡ χαρὰ δὲν τελειώνει. Τὸ ἀπολυτίκιον τῆς ἀπολύσεως» τῆς ληξάσης ἑκατονταετίας «εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ Ὄρθρου τῆς ἑπομένης», ὅπως γράφει σύγχρονος πνευματικὸς τοῦ Ὄρους τούτου τοῦ Ἁγίου. Δηλαδή, τό «Ἀπολυτίκιον» εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς, καὶ ἡ ζωὴ ἐν Αὐτῷ, «τὸ πλήρωμα τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητῶν», ὁ «πληρῶν πάσης χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης τὰς καρδίας ἡμῶν». Ἀμήν.


10/16/2013

ΗΜΕΡΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΑΘΗΝΑΓΟΡΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΚΡΗΤΗΣ - ΤΟ ΠΛΗΡΕΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Η επαρχιακή Σύνοδος της Εκκλησίας Κρήτης, διοργανώνει ημερίδα αφιερωμένη στη συμπλήρωση 50 ετών από την επίσκεψη του αοιδίμου Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρου στην Κρήτη. Η ημερίδα θα πραγματοποιηθεί στην Ορθόδοξο Ακαδημία Κρήτης στο Κολυμπάρι Χανίων, το Σάββατο 19 Οκτωβρίου, με ώρα έναρξης 10 το πρωί, και θα περιλαμβάνει δυο συνεδρίες. 
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Α.Θ.Π., τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο θα εκπροσωπήσει ο Σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας κ. Γρηγόριος, ο οποίος και θα απευθύνει πρώτος σχετικό χαιρετισμό. 
Θα ακολουθήσουν οι προσφωνήσεις του Αρχιεπισκόπου Κρήτης Ειρηναίου και του Μητροπολίτου Κισάμου και Σελίνου Αμφιλοχίου, Προέδρου του Δ.Σ. της Ορθόδοξης Ακαδημίας Κρήτης, καθώς και χαιρετισμοί εκπορσώπων φορέων. 
Η Α' Συνεδρία έχει ως θέμα: "Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας στα Χανιά και την Κίσαμο". 
Στην πρώτη εισήγηση η Δρ. Εμμανουέλα Λαρεντζάκη, εντεταλμένη Διευθύντρια της Ορθόδοξης Ακαδημίας Κρήτης, θα παρουσιάσει το ιστορικό της επίσκεψης του Πατριάρχου Αθηναγόρα στο Νομό Χανίων. 
Η δεύτερη εισήγηση, την οποία θα κάνει ο τ. Διευθυντής της Ακαδημίας Δρ. Αλέξανδρος Παπαδερός, θα διερευνήσει τη σχέση του μακαριστού Πατριάρχου με την Ορθόδοξη Ακαδημίας Κρήτης και το Άγιον Όρος. 
Η Β' Συνεδρία περιλαμβάνει τρεις εισηγήσεις και έχει ως γενικό θέμα: "Πατριάρχης Αθηναγόρας - Εκκλησία και κόσμος". 
1η εισήγηση: "Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας: Ο ρηξικέλευθος οραματιστής και διάκονος της καταλλαγής. Ενότητα της Ορθοδοξίας και της Οικουμένης", με εισηγητή τον Δρ. Γρηγόριο Λαρεντζάκη, ακαδημαϊκό. 
2η εισήγηση: "Η εμπειρία των θεολογικών διαλόγων και τα αποτελέσματά τους", από τον ομότιμο Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ Πέτρο Βασιλειάδη
3η εισήγηση: "Ο διάλογος των Ορθοδόξων Εκκλησιών με τα θεσμικά Ευρωπαϊκά όργανα", από τον Δρ. Κωνσταντίνο Ζορμπά
Την ημερίδα θα συντονίσει ο Αρχιμ. Κύριλλος Διαμαντάκης, Αρχιγραμματεύς της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας της Κρήτης. 
Την ίδια μέρα (Σάββατο) το πρωί, θα τελεσθεί Αρχιερατική Θ. Λειτουργία στην Ιερά Πατριαρχική Μονή Γωνιάς. 
Αξίζει να σημειωθεί πως πρόκειται για την δεύτερη ημερίδα που διοργανώνει φέτος η Εκκλησία της Κρήτης προς τιμήν του μακαριστού Πατριάρχου Αθηναγόρα. Η πρώτη πραγματοποιήθηκε το διήμερο 18-19 του περασμένου Μαϊου στο Ηράκλειο και είχε ως θέμα δύο ιστορικά γεγονότα:  
α) Τη συμπλήρωση 50 χρόνων από την πρώτη επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρα στη μεγαλόνησο και β) τα 47 χρόνια από την μετακομιδή της σεπτής κάρας του Αποστόλου Τίτου από την Βενετία. 
Related Posts with Thumbnails