Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
«Ξενίας δεσποτικῆς, καὶ ἀθανάτου τραπέζης, ἐν ὑπερῴῳ τόπῳ,
ταῖς ὑψηλαῖς φρεσί, πιστοὶ δεῦτε ἀπολαύσωμεν,
ἐπαναβεβηκότα λόγον…»
Δυστυχώς στις μέρες μας, λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού, κυριαρχεί η συνθηματολογία γύρω από το μέγιστο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας: “Στην εκκλησία δεν κολλάς ιό, κολλάς Θεό”.
Παραφράζοντάς το εμείς λέμε: «Δεν μας ενδιαφέρει να αποδείξουμε ότι δεν κολλάμε ιό, μας ενδιαφέρει μόνο να κολλήσουμε Θεό».
Από την αρχή της συζήτησης, κυρίως και κατ’ εξοχήν, μεταξύ εκκλησιαστικών, είμαστε αντίθετοι στην «αποδειξιμότητα» του μυστηρίου. Άλλωστε γι’ αυτό είναι μυστήριο. Και ως τέτοιο το χρειαζόμαστε: αναπόδεικτο και άρα όπως πρέπει …επικίνδυνο! Τι μυστήριο, αλήθεια, θα ήταν αν μπορούσαμε να αποδείξουμε εργαστηριακά ότι κολλάει ή ότι δεν κολλάει;
Εκτός και υιοθετήσουμε – άπαγε! – την εξής «ευσεβή» κενολογία: "Πήγε ένας ιερέας να κοινωνήσει κάποιους ασθενείς, στο Λοιμωδών.. Ζήτησε ένας γιατρός να κοινωνήσει κι αυτός.. από περιέργεια; ..από απιστία;.. Ο παππούλης τον μετέλαβε. Αυτός δεν κατάπιε την Θ. Κοινωνία, την κρατούσε στο στόμα του.. Αμέσως την πήγε στο εργαστήριο για ανάλυση.. Τα αποτελέσματα έδειξαν: Αίμα από άνδρα, ετών τριαντατριών.. Ο γιατρός έβγαλε την ιατρική του μπλούζα, κατέθεσε την Άδειά του. Σήμερα είναι μοναχός στο Άγιο Όρος".
Είναι γνωστή η ερμηνευτική προσέγγιση στον ΚΗ΄ κανόνα της Στ’ Οικουμενικής Συνόδου, για την Θεία Μετάληψη σε καιρό πανώλης, την οποία διαβάζουμε στο «Πηδάλιο» του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου:
"Όθεν και Ιερείς και Αρχιερείς πρέπει εν καιρώ πανώλης να μεταχειρίζωνται τρόπον εις το να μεταλαμβάνουν τους ασθενούντας, όστις να μη παραβαίνη τον Κανόνα τούτον, ουχί βάλλοντες μέσα εις σταφίδα τον άγιον Άρτον, αλλά εις τι αγγείον ιερόν, και εκείθεν να τον λαμβάνουν, ή οι μόρται (μόρτης: άνθρωπος που είχε πάθει ανοσία στην πανούκλα και προσέφερε τις υπηρεσίες του στην κοινότητα θάβοντας τους νεκρούς και περιθάλποντας τους ασθενείς), ή οι ασθενείς, δια λαβίδος. Το δε αγγείον συν τη λαβίδι να βάνεται εις ξύδι, και το οξύδι να ρίπτηται εις το χωνευτήριον, ή με όποιον άλλον τρόπον δυνηθώσι ασφαλέστερον και κανονικόν".
Αυτή την πρακτική, της σταφίδας στον άγιο Άρτο, μας την διέσωσε ο Κώστας Κρυστάλλης στο διήγημά του «Η Κυρά – Νίτσα», όπου αυτή η ευλογημένη κρυπτοχριστιανή, μας λέει πως «δεν της το ‘λεγε η καρδιά, δεν της το ‘λεγε η ψυχή της να πεθάνει τούρκα φανερά - φανερά. Ήθελε να ξεψυχήσει αφού μεταλάβει το αίμα του Χριστού μας, όπως κάνει στο θάνατο του καθένας χριστιανός. Μα πώς να το καταφέρη αυτό; Πώς να φέρει τον παπά με τα Άχραντα Μυστήρια στο κονάκι της να την μεταλάβη;… Αλίμονο αν την ένοιωθαν μοναχά οι τούρκοι συγγενείς της!…».
Στέλνει μήνυμα στον Δεσπότη η Κυρά Νίτσα και "ο Δεσπότης δεν χάνει καιρό και κάμνοντας το σταυρό του στο Θεό, να μη τύχη και φανερωθή πρόωρα το έργο του, στέλνει στην ετοιμοθάνατη Κυρά-Νίτσα, μια καλογριά του Αρχιμαντρειού. Η καλογριά πήγε με την πρόφαση να την δη πώς ήταν -σαν ήταν άρρωστη- και μια ώρα που δεν ήταν άλλη ψυχή στον οντά παρ’ αυτή κ’ η άρρωστη Κυρά-Νίτσα, σκύφτει η καλογριά στ’ αυτί της άρρωστης και της λέει πως ο Δεσπότης της σχωρνάει τες αμαρτίες και βάζει μεσ’ στα μαραμένα χείλια της ένα σπειρί σταφίδα, που την έκρυφτε στον κόρφο της βαθειά, που είχε κλεισμένη μέσα της μια σταλαματιά από τ’ Άχραντα Μυστήρια. Κι εκεί που η καλογριά εμουρμούριζε «του δείπνου σου του μυστικού», η άρρωστη Κυρά-Νίτσα κατέπινε με μια ουράνια ευχαρίστηση την αγιασμένη σταφίδα. Ξανασκύφτει η καλογρηά, την φιλεί γλυκά - γλυκά σαν αδερφή της και φεύγει δακρύζοντας…"
Άρα εδώ λαμβάνει σάρκα και οστά το της Θ. Μεταλήψεως: «μυστικήν βρώσιν φάγε..».