_____________
__Yπεύθυνος σελίδας: Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος

4/04/2016

Η ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΟΥ ΑΡΧΙΔΙΑΚΟΝΟΥ ΑΘΗΝΑΓΟΡΑ ΣΠΥΡΟΥ (ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ) ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Ο αρχιδιάκονος Αθηναγόρας κατά τη διαμονή του στην Αθήνα (1918-1923)


Σελίδα της ιστορίας μεγάλου Πατριάρχη 
Ο Αθηνών Μελέτιος καλεί τον αρχιδιάκονο Αθηναγόρα από τον Άθωνα 
στο Κλεινόν Άστυ των Αθηνών 
Του Άρχοντος Ιερομνήμονος της Μ.τ.Χ.Ε. Αριστείδη Πανώτη 
Οι φωτογραφίες προέρχονται από το προσωπικό αρχείο του Α. Πανώτη

Η δίνη του «Εθνικού Διχασμού» (1916-1922), επεκτάθηκε και στην Εκκλησία με ευθύνες ελλαδιτών ιεραρχών. Κάποιοι Έλληνες αξιωματικοί βενιζελικών φρονημάτων επισκέφθηκαν στην Άνω Μακεδονία την πόλη του Μοναστηρίου, σημερινά Βουτόλια ή Βυτώλια, και φιλοξενήθηκαν από τη Μητρόπολη Πελαγονίας. Από τις συζητήσεις που έγιναν εκεί διαπίστωσαν ότι ο μητροπολίτης Χρυσόστομος Καβουρίδης ήταν «βασιλικός και επομένως γερμανόφιλος» και αυτό μεταδόθηκε στους Γάλλους. Έτσι όταν επήγε ο μητροπολίτης στη Θεσσαλονίκη μαζί με τον αρχιδιάκονό του Αθηναγόρα για υπηρεσιακούς λόγους βρέθηκε στη περιοχή που ήλεγχαν οι Γάλλοι, αυτοί τους συνέλαβαν ως «κατασκόπους» και τους φυλάκισαν μάλιστα φρουρούμενους από μουσουλμάνους Σενεγαλέζους οπλίτες. Τελικά με παρέμβαση του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γενναδίου ελευθερώθηκαν με τον όρο να εξοριστούν στο Άγιον Όρος. 
Όταν οι Λαυριώτες έμαθαν αυτή την ασέβεια των Γάλλων, τους παραχώρησαν το περιώνυμο κελί του Μυλοπόταμου, όπου διέμεινε επί δωδεκαετία ο μεγάλος πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄. Το κελί αυτό βρίσκεται πλησίον της σπουδαίας επίσης μονής των Ιβήρων και αυτό διευκόλυνε την πρόσβαση στις Καρυές για την έγκαιρη λήψη της αλληλογραφίας τους.

Στην κλίμακα της εισόδου της Ιεράς Μητροπόλεως Πελαγονίας στο Μοναστήρι της Άνω Μακεδονίας το 1916. 
Ο μητροπολίτης Πελαγονίας Χρυσόστομος Καβουρίδης στο μέσο δύο αξιωματικών, ενός Γάλλου και ενός Σέρβου.
Αριστερά στη θύρα ο τότε αρχιδιάκονος της Μητροπόλεως Αθηναγόρας, μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης

Ο αρχιδιάκονος Αθηναγόρας, τότε νέος και καλός πεζοπόρος, επωφελήθηκε από την πολύμηνη παραμονή του στο Όρος και με την οδηγία του ιερομόναχου Πλάτωνα του Λαυριώτη, ο οποίος γνώριζε καλά τα μονοπάτια του Άθωνα, επισκέφθηκε πολλές αδελφότητες μονών και κελιών και γνώρισε πολλούς αγίους γεροντάδες. Έζησε την αφιερωμένη ζωή των Αγιορειτών και τις παραδόσεις τους. Πρόθυμα συμμετείχε στις πανηγύρεις μονών και κελιών που τον προσκαλούσαν και κάθε φορά επιδίωκε να γνωρίσει τις βιβλιοθήκες και τα κειμήλια των σκευοφυλακίων τους. Οι αγαθές εμπειρίες του από την τάξη και τα αγιορείτικα ήθη δια βίου τού ενέπνευσαν υπόληψη για τους Αγιορείτες και όταν κατά την πατριαρχία του παρέλειπαν τη μνημόνευσή του και τον πίκραιναν δεν επέτρεπε την τιμωρία τους και έλεγε: «Μη παρεξηγείτε τούς μοναχούς. Είναι αφιερωμένοι στις προσευχές τους και η λατρεία του Θεού ενώνει, ενώ οι πολλές θεολογικές απόψεις και ερμηνείες χωρίζουν. Εμείς μεταφέρουμε το πνεύμα Εκείνου ο Οποίος αγαπά, ανέχεται, και ευλογεί τους πάντες»! 
Η παραμονή του στο Άγιον Όρος δεν διέκοψε την επικοινωνία του με ομογάλακτους αδελφούς από την Χάλκη. Ένας εξ αυτών, που έμαθε την περιπέτειά του και γνώριζε τις ικανότητες του από την δραστηριότητά του στη Μακεδονία, είχε προσωπική φιλία με τον νέο μητροπολίτη Αθηνών Μελέτιο Μεταξάκη. Αυτός ήταν ο Πάνος Δημητριάδης από την Παναγιά της Ίμβρου, απόφοιτος της Χάλκης και διάκονος, πού τώρα σπούδαζε νομικά στην Αθήνα και ιδιώτευε ως λαϊκός. Ο από Κιτίου μητροπολίτης Αθηνών, θέλησε να αναδιοργανώσει τα γραφεία της νέας μητροπόλεώς του και αναζητούσε πεπειραμένους κληρικούς. Ζήτησε κάποιον έμπειρο γραμματέα με ένα σημαντικό προσόν για εκείνη τη εποχή. Αυτός έπρεπε να γνωρίζει δακτυλογραφία με τη γραφομηχανή. Απευθύνθηκε στον θεολόγο Δημητριάδη και εκείνος του πρότεινε να καλέσει τον Χαλκίτη φίλο του αρχιδιάκονο Αθηναγόρα, που βρισκόταν εμπερίστατος στο Άγιον Όρος.

Το κελί του Μυλοποτάμου όπου ο αρχιδιάκονος Αθηναγόρας διέμενε με τον γέροντά του Πελαγονίας
Χρυσόστομο Καβουρίδη επί μήνες

Η πρόταση έγινε αποδεκτή αμέσως και στάλθηκε ειδοποίηση τηλεγραφική στις Καρυές να έλθει στην Θεσσαλονίκη όπου τον ανέμενε σιδηροδρομικό εισιτήριο για την Αθήνα. Ο Αθηναγόρας έλαβε την ευλογία του γέροντά του μητροπολίτη Πελαγονίας Χρυσόστομου και αναχώρησε με την πρώτη ευκαιρία από τη Δάφνη. Μόλις έφθασε στη Θεσσαλονίκη επισκέφθηκε τον μητροπολίτη Γεννάδιο για να τον ευχαριστήσει για την απελευθέρωσή του από τη φυλακή και τα της προσκλήσεώς του από τον Αθηνών. Όμως ο Γεννάδιος του αντιπρότεινε να μη απομακρυνθεί από τη Μακεδονία και προσπάθησε να τον μεταπείσει να δεχθεί τη θέση του γραμματέα της τότε λειτουργούσης εκεί με εντολή του Πατριαρχείου Ιεράς Συνόδου των μητροπολιτών των Νέων Χωρών. Όμως ο Αθηναγόρας στάθηκε συνεπής στη πρόσκληση του Αθηνών Μελετίου και επιβιβάστηκε στο σιδηρόδρομο για την Αθήνα. Κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού ένας συνεπιβάτης καπνιστής του πρόσφερε τσιγάρο που δέχθηκε από ευγένεια και μάλιστα του το άναψε. Όμως με τη πρώτη εισπνοή κόντεψε να πνιγεί και αμέσως το έσβησε. Αυτή ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά στη ζωή του που κάπνισε, γιατί ποτέ πλέον δεν έπιασε τσιγάρο στα χέρια του!

Ο Αθηνών Μελέτιος επί 30 μήνες είχε κοντά του τον αρχιδιάκονο Αθηναγόρα.

Φθάνει στην Αθήνα που δεν είχε επισκεφθεί ποτέ στο παρελθόν και στο σταθμό Λαρίσης τον υποδέχθηκε ο Δημητριάδης και με αμάξι πήγαν στη μητρόπολη. Ο Μελέτιος τον δέχθηκε με μεγάλη εγκαρδιότητα. Ζήτησε να μάθει τα της θητείας του στο Μοναστήρι και αμέσως τον κράτησε πλησίον του. Του ανέθεσε καθήκοντα γενικού γραμματέα της μητροπόλεως Αθηνών. Όταν διαπίστωσε τη φερεγγυότητα και εργατικότητά του επέκτεινε τις αρμοδιότητές του και στην αλληλογραφία του και στο δικαστικό τμήμα κ.ά. Εγκαταστάθηκε σε κελί της μονής Πετράκη και συνήθως γευμάτιζε στην τράπεζα του μητροπολίτη κατά το μοναστηριακό τυπικό μαζί με άλλους συνεργάτες και προσκεκλημένους. Εκεί διεξάγονταν σπουδαίοι διάλογοι για τα δρώμενα γεγονότα και πολλές φορές ο Μελέτιος εκμυστηρευόταν τις πολύτιμες εμπειρίες του για τα εκκλησιαστικά ζητήματα. Το νέο του συνεργάτη ο Μελέτιος τον κατέστησε πραγματικό αρχιδιάκονό του και τον έπαιρνε πάντα συνοδό του σε όλες τις συναντήσεις και περιοδείες του και με καμάρι τον συνιστούσε: «Είναι ο αρχιδιάκονος Αθηναγόρας όν μεταπεμψάμην εξ Αγίου Όρους», ίσως για να υπενθυμίζει ότι δεν έχει προέλευση από τον αμαρτωλό εκκλησιαστικό αυλόγυρο του επάρατου Διχασμού. Η συναναστροφή του Μελετίου με τον Αθηναγόρα εξελίχθηκε επωφελής και για τούς δύο. Οι διοικητικές ικανότητες του Αθηναγόρα τον κατέστησαν το «δεξί του χέρι» του Μελετίου στη λειτουργία των γραφείων της μητροπόλεώς του και στις περιοδείες του στην εκτεταμένη τότε μητρόπολη από το Λαύριο μέχρι τον Ισθμό και από τον πορθμό του Ευρίπου μέχρι την Αίγινα!. Του Μελετίου του άρεσε ο διάλογος και ο αρχιδιάκονος κοντά του, ιδίως όταν ήταν μαζί του στις επισκέψεις του, έμαθε πάρα πολλά από τη Μέση Ανατολή, την Κύπρο, τους αγώνες του για το Άγιον Όρος κ.ά. Πλησίον του αποταμίευσε πλήθος γνώσεων και εμπειριών οργανωτικού και ποιμαντικού χαρακτήρα γιατί το σπινθηροβόλο πνεύμα του ήταν ακένωτο από φωτεινές ιδέες για τη ζωντάνια της Εκκλησία μας. Τα συμπεράσματα των συζητήσεών τους ο Αθηναγόρας τα κατέγραφε και μερικά άρχισαν να περνούν - ανυπόγραφα κυρίως - στο περιοδικό «Καινή Διδαχή», που ακολούθησε τον Μελέτιο από την Κύπρο και στην Αθήνα. Σ' αυτό συγκεντρώθηκε το ιδεόγραμμα των οραματισμών του φωτισμένου μητροπολίτη που μέσα σε λίγο άλλαξε την όλη όψη της μητροπόλεως Αθηνών στον διδακτικό και στον κατηχητικό τομέα, αλλά και στο ποιμαντικό και φιλανθρωπικό έργο της τοπικής Εκκλησίας. Ενίσχυσε την κατηχητική δράση στην Αθήνα και στον Πειραιά του ζηλωτή εφημερίου της ενορίας της Αγίας Αικατερίνης (Πλάκας) παπα - Μάρκου Τσακτάνη (1913-1924) και κοντά του έθεσε τον αρχιδιάκονό του που είχε παλαιότερα μεγάλη προσφορά στην ορθόδοξη νεολαία του Μοναστηρίου, όπου υπηρετούσε ως αρχιδιάκονος, αλλά και ως καθηγητής των Ιερών και ως κατηχητής. Η οικογένεια του παπά Μάρκου με τη πρεσβυτέρα Ζαφειρούλα αγκάλιασαν στοργικά τον π. Αθηναγόρα, καθώς και οι οικογένειες των συγγενών τους, Ζολώτα και Νησιώτη, και εκείνος τους θυμόταν πάντα μετ' ευγνωμοσύνης γιατί δεν είχε άλλους συγγενείς στην Αθήνα.

παπα - Μάρκος Τσακτάνης
Πρεσβυτέρα Ζαφειρούλα 

Η ενορία αυτή λειτουργούσε στη Πλάκα ως πρότυπο εργαστήρι όχι μόνον κατηχητικής δράσεως, αλλά και λειτουργικής αναγεννήσεως με πρότυπες τελέσεις λειτουργιών και ακολουθιών με τη συμμετοχή των εκκλησιαζόμενων. Εκεί ετελείτο τακτικά η αρχαία Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου διακονούντος του Αθηναγόρα, και έχουμε γι' αυτό γραπτή μαρτυρία της εποχής. Εκεί διευρύνθηκαν οι χοροί και ήκμαζαν οι χορωδίες, εκεί συνδυαζόταν το κήρυγμα με τη φιλανθρωπία γιατί κοντά στο ναό της δρούσε η «Α΄ Ευαγγελική Εκκλησία» των Αθηνών. Η ενορία αυτή έγινε κυψέλη πολλών θρησκευόμενων που σπούδαζαν και επρόκειτο να γίνουν ιερωμένοι στις ενορίες της πρωτεύουσας και επιθυμούσαν να έχουν εμπειρίες για τη σύγχρονη ενοριακή δράση και ζωή. Τότε άρχισαν να αξιοποιούνται εκτάσεις της Εκκλησίας με την ίδρυση φιλανθρωπικών έργων, όπως το Ορφανοτροφείο Βουλιαγμένης και στη Νέα Σμύρνη, στον Πειραιά κ.ά. Τέλος ο Μελέτιος συνέταξε και δημοσίευσε στο περιοδικό του ένα σταθερό «Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας», περίπου σάν εκείνο που συνέταξε για στην Κύπρο και μέχρι πρόσφατα ίσχυε. Αν αυτός ψηφιζόταν δεν θα ακολουθούσε η τραγική ακαταστασία «Χαρτών» της ελλαδικής διοικήσεως που προκάλεσαν σοβαρές κρίσεις στην εκκλησιαστική ζωή του τόπου. Όμως ο Βενιζέλος δυστυχώς αρνήθηκε την εφαρμογή αυτής της προτάσεως του Μελετίου, γιατί τότε η Εκκλησία θα ξέφευγε από τον έμμεσο έλεγχο των πολιτικών και των κομμάτων τους, με συνέπεια να ανασυνταχθεί το σώμα της Ιεραρχίας της με αξιοκρατικά κριτήρια και να αναστηλωθεί το κύρος της Εκκλησίας μετά τον Διχασμό και να αναπτυχθεί σύνδεσμος κλήρου και λαού που δεν θα επέτρεπε ποτέ την περιθωριοποίηση της Εκκλησίας, από τα κατά καιρούς κόμματα και τα συμφέροντα των πολιτικών.

Ο Ιερός ναός της Αγίας Αικατερίνης στη Πλάκα όπου διακονούσε ο Αθηναγόρας Σπύρου

Πλησίον του Μελετίου ο Αθηναγόρας μαθήτευσε στην πραγματική αποστολή της Εκκλησίας και απέκτησε τεράστια εμπειρία για τα εκκλησιαστικά και πολιτικά πράγματα στην Ελλάδα. Η σεμνότητα, η εργατικότητα και η ευγενής προσηγορία του διακρίνονταν από όσους τον πλησίαζαν. Σε αυτό συνετέλεσε και το γεγονός ότι κράτησε εαυτόν μακράν από πολιτικές θέσεις που την εποχή αυτή μαστίζονταν από τον διχαστικό φανατισμό και τις οξύτητες. Επειδή ο Μελέτιος τον είχε σχεδόν μόνιμο συνοδό στις επίσημες επικοινωνίες του, γνώριζε την δυσαρέσκειά του γιατί ο Βενιζέλος ήθελε να έχει την Εκκλησία δέσμια πολιτειοκρατικών αντιλήψεων, όπως και ότι ήθελε να ανεξαρτητοποιήσει τις εκκλησιαστικές υποθέσεις τόσο από το Υπουργείο Παιδείας, όσο και από το Υπουργείο Εξωτερικών για να συγκροτήσει αυτοτελές «Υπουργείο Εκκλησιαστικών», τόσον για τα θέματα της αυτοκέφαλης διοικήσεως, όσο και για τη μοναδική κληρονομιά του Γένους μας να επιστατεί αιώνες τα τρία ελληνόφωνα, παλαίφατα Πατριαρχεία της Εκκλησίας και να έχει τεράστια Διασπορά στην Οικουμένη. Το Υπουργείο αυτό έπρεπε να συγκροτείται από εξειδικευμένη ιεραρχία για να διεξάγει πραγματικό επωφελές έργο για την Εκκλησία και το Γένος και να μη στελεχώνεται από μετακλητά πρόσωπα άλλων υπηρεσιών του κράτους. Προς τούτο ο Μελέτιος φιλοδοξούσε να ανακτήσει η Εκκλησία το επιταγμένο από το κράτος κτήριο της Γερμάνειας Σχολής, για να στεγάσει την Σχολή της Χωροφυλακής και εκεί να συστήσει «Ακαδημία Εκκλησιαστικών Σπουδών», υψηλού μορφωτικού επιπέδου, όπως εκείνης του Βατικανού, και προς τούτο επισκέφθηκε μαζί με τον Αθηναγόρα στην Αίγινα τον εκεί εφησυχάζοντα Άγιο Νεκτάριο για να συζητήσει τις εμπειρίες του εκ της σχολαρχίας του στην Ριζάρειο Σχολή και όχι για να τον ελέγξει για τη σύσταση του Ησυχαστηρίου του, όπως ανεύθυνα διέδωσε βιογράφος του. 
Φυσικό ήταν ότι μία τέτοια πρωτοβουλία θα ήταν ευλογία για την Εκκλησία και την Ελλάδα και γι' αυτό ο Μελέτιος συμπαραστάθηκε στις μοιραίες για το Γένος εκλογές του 1920, η οποίες είχαν ως συνέπεια τραγικές επιπτώσεις και για το κατάντημα της Ελλαδικής Εκκλησίας. Τα όσα μετά ταύτα συνέβησαν στη Μητρόπολη Αθηνών και ειδικά την έντιμη συμπαράσταση του Αθηναγόρα στον διωκόμενο μητροπολίτη Αθηνών Μελέτιο περιγράφηκαν λεπτομερέστερα στον Β΄ τόμο του Συνοδικού μου σ.σ 507-513 και 516-518 με τη σχετική βιβλιογραφία που έχω στο αρχείο μου. 
Ο Αθηναγόρας, αφού επιτέλεσε το καθήκον του προς τον διωκόμενο μητροπολίτη του, που τον ανέσυρε από την Αγιορείτικη ζωή, παρέμεινε σιωπηρός και απόλυτα προσηλωμένος στα υπηρεσιακά του καθήκοντα στο γραφείο του, ως αν δεν συνέβη τίποτα. Όταν έμαθε για την παλλαϊκή υποδοχή που ετοιμαζόταν για να υποδεχθούν στο Σταθμό της ΣΠΑΠ τον πρώην Αθηνών Θεόκλητο, ως υπάλληλος της μητροπόλεως ζήτησε να ανέβει και εκείνος σε ένα αμάξι και του απαντούσαν ότι δεν υπάρχει θέση! Αυτό προκαθόριζε τις διαθέσεις βασιλοφρόνων κληρικών εναντίον του. Επέστρεψε στο γραφείο του, μοναδικό πόρο επιβιώσεώς του, και φίλοι του για να τον προστατεύσουν διέδωσαν πως με τον γέροντά του Πελαγονίας Χρυσόστομο διώχθηκε από το Μοναστήρι ως βασιλόφρων και έτσι δεν τόλμησαν να τον ενοχλήσουν. Όταν έφθασε ο Θεόκλητος επήγε στην υποδοχή του και υπέβαλε τα σεβάσματά του πάντοτε δωρικός και ευγενής και συνέχισε την εργασία του ως γραμματέας της μητροπόλεως. Το γραφείο του ήταν στην κεφαλίδα της εσωτερικής αριστερής κλίμακας που τότε συνέδεε το κτήριο της μητροπόλεως με εκείνο της τότε Ιεράς Συνόδου στην οδό Φιλοθέης. Πηγαίνοντας προς τη Σύνοδο περνούσε εμπρός σιωπηρός ο Θεόκλητος χωρίς να του μιλήσει. Όταν όμως έμαθε μια ημέρα ποιός ήταν ο Αθηναγόρας μία ημέρα στάθηκε στη πόρτα και τον κοίταξε, εκείνος αμέσως σηκώθηκε, και ο Θεόκλητος του είπε: «Εσύ να σταθείς στο γραφείο αυτό κανείς δεν μπορεί να σε κινήσει από εκεί!». Αυτά ήταν που καθησύχασαν τον Αθηναγόρα και από εκεί παρακολουθούσε όλα όσα άκουγε για την απόδραση του Μελετίου στην Αμερική και την εκεί δράση του, χωρίς ποτέ να εμπιστευθεί τις βαθύτερες σκέψεις του σε κανένα και μόνον συνέχισε τη διακονία του στην Αγία Αικατερίνη και τον ψυχικό δεσμό του με τον παπα-Μάρκο και τον παπα-Άγγελο.
Ενάμισι χρόνο έζησε κοντά στον Θεόκλητο του οποίου την αγαθότητα εκτίμησε μέχρι την οδύνη της Μικρασιατικής Καταστροφής. Και όταν η Επανάσταση ανέτρεψε τη κυβέρνηση και ζήτησε η «Παγκληρική Ένωση» την αποκατάσταση των εκκλησιαστικών πραγμάτων, τότε η εκτίμηση του κλήρου στο πρόσωπό του φάνηκε όταν τον εξέλεξαν γενικό γραμματέα και μετά η Επαναστατική κυβέρνηση τον κατέστησε μητροπολίτη Κερκύρας. Τότε ακριβώς στη δίκη του Θεοκλήτου έδειξε το μεγαλείο της ευγνωμοσύνης του στο γεραρό πρόσωπό του και πρωτοστάτησε στην άρση της καθαιρέσεώς του και στην αποκατάσταση της αρχιερωσύνης του, για τον τερματισμό του εκκλησιαστικού Διχασμού, που τόσο ταλαιπώρησε την αυτοκέφαλη διοίκηση από το 1916 μέχρι το 1923.

Περισσότερα άρθρα του καθηγητή Αριστείδη Πανώτη δείτε στην προσωπική του ιστοσελίδα εδώ

1 σχόλιο:

  1. Αρχιμ. Ιωακείμ Οικονομίκος. Ιεροκήρυξ Ι. Μ. Κίτρους.6 Απριλίου 2016 - 3:45 μ.μ.

    Για μια φορά ακόμα, ο καταξιωμένος ιστορικός και Άρχων Μέγας Ιερομνήμων του Οικουμενικού Θρόνου, κύριος Αριστείδης Πανώτης, μας εντυπωσιάζει με τις γνώσεις του σχετικά με την εκκλησιαστική ιστορία. Πιστό τέκνο του Μεγάλου Πατριάρχου Αθηναγόρου, μας μετέφερε ιστορικές στιγμές απο την διακονία του τότε διακόνου και μετέπειτα Πατριάρχου Αθηναγόρου στην Αθήνα. Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας, αποτελεί ένα μεγάλο κεφάλαιο για την ιστορία, για το Πατριαρχείο και για την Εκκλησία. Ο Θεός να ενισχύει τον κύριο Αριστείδη Πανώτη, ώστε να μας μεταδίδει πολλές τέτοιες πνευματικές και ιστορικές εμπειρίες, να αναπαύει εν χώρα ζώντων τον Μεγάλο Πατριάρχη Αθηναγόρα και να ευλογεί τον διάδοχό του Πατριάρχη μας κύριο Βαρθολομαίο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts with Thumbnails