Στην
Εκκλησία, «πορευόμεθα», και «παραθώμεθα».
Δεν
«παραδιδόμεθα» και δεν «παραδίδουμε», την Πίστη μας, και τα Ιερά και τα Όσια
της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας μας.
Ούτε
την αμώμητο Πίστη μας προδίδουμε, και όσους θυσιάστηκαν για αυτήν.
Ούτε
την Πόλην μας την Αγίαν, παραδίδουμε.
Ακόμη
και εάν βίαια αρπαχτεί, μόνο το κτιστό μέρος κατακτιέται, γιατί το άκτιστο
παραμένει κληρονομία της Πίστης που το δημιούργησε.
Ούτε
στην Πολιτεία μας που Χριστεύει, επιτρέπουμε να υποχωρεί, σε θέματα Πίστης.
Γιατί, σαν εθνική πλέον μικρή οντότητα, αποδέχεται και βιώνει το μήνυμα του
Ευαγγελίου, όπως τουλάχιστον θέλει να δείχνει. Πολλώ δε μάλλον που με τον
Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, έχει συνδέσει και την παλιγγενεσία του Έθνους.
Ούτε
τους πολίτες που έχουν τύχει της μέθεξης των ακτίστων ενεργειών, τους αγνοούμε,
και τους λοιδορούμε. Αντιθέτως τους σεβόμαστε και τους προστατεύουμε με την
ανάλογη ευαισθησία. Ως πολίτες ενός άλλου κόσμου. Ενός καινού κόσμου που έχει
μεταμορφωθεί, και με την προσευχή μεσιτεύει για την μεταμόρφωση σύμπαντος του
κτιστού αυτού κόσμου, του εγγύς και του μακράν.
Το
αίμα τους δίδουν οι πιστοί για το αιώνιο, το «ανέκφραστο», το «απερινόητο», το
«αόρατο», το «ακατάληπτο», το «αεί ών, ωσαύτως ών». Για την «Άναρχον Τριάδα»,
και «την του Χριστού την Πίστην την Αγίαν, και της Πατρίδος την ελευθερίαν».
Ο
κάθε Ορθόδοξος χριστιανός, και κυρίως ο Έλληνας, προσφέρει και το αίμα του και
τα δάκρυά του, για ό,τι δίδει νόημα και σκοπό στη ζωή του, χωρίς να ξεχωρίζει
την Πίστη από την Πολιτεία, το Έθνος, τον Ελληνισμό, και την Ρωμιοσύνη.
Στην
ζωή της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, τα κτιστά, ωσάν τα ύδατα της Ερυθράς
Θαλάσσης, υποχωρούν για να αφήσουν χώρο
στο Άκτιστο, στο ευωδιάζον άρωμα της Ανατολής, στο εύοσμο θυμίαμα της Ανατολής,
ότι επέτρεπε στους αυτοκράτορες να θεολογούν, επί της ουσίας, και όχι να
εκφράζονται με ανούσιες δηλώσεις, σε ό,τι έχει σχέση με τα της Πίστεως.