Μ. Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Τσέτση
Στό μήνυμα πού ἐξαπέλυσαν οἱ Προκαθήμενοι τῶν κατά τόπους Αὐτοκεφάλων καί Αὐτονόμων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τά Χριστούγεννα τοῦ 2000, μέ τήν εὐκαιρία τῶν ἑορτασμῶν, στό Φανάρι καί τήν Νίκαια τῆς Βιθυνίας, τοῦ Ἰωβηλαίου τῆς δισχιλιετοῦς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, μεταξύ ἄλλων εἶχαν ἀναφερθεῖ καί στό χρέος τους, ὡς ποιμένων, νά μεριμνοῦν «διά τήν διατήρησιν καί αὔξησιν τῆς ἑνότητος τῆς ἰδίας ἡμῶν Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Τῆς ἑνότητος αὐτῆς τήν ὁποίαν «παρελάβομεν, ὅπως τόνιζαν, ἐκ τῶν πατέρων ἡμῶν ὡς ἑνότητα ἐν τῇ αὐτῇ πίστει, τῇ κοινῇ λατρείᾳ μάλιστα δέ ἐν τοῖς ἱεροῖς μυστηρίοις, καί κατ’ ἐξοχήν ἐν τῇ Θείᾳ Εὐχαριστίᾳ».
Ἡ Σύναξη, ὅμως, τῶν Προκαθημένων δέν ἀρκέσθηκε στήν γενική αὐτή διατύπωση. Ἀλλά προχωρώντας περαιτέρω, ἀποφάσισε, κατόπιν σχετικῶν διαβουλεύσεων, τήν σύσταση μιᾶς Διορθοδόξου Ἐπιτροπῆς, ἐπιφορτισμένης μέ τήν ἐξέταση «λειτουργικῶν θεμάτων, πρός ἄρσιν ἀνεπιτρέπτων τινῶν διαφοροποιήσεων μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν εἰς τόν χῶρον τῆς λειτουργικῆς».
Ἡ ὀρθή καί ἐπιβεβλημένη αὐτή προτροπή τῶν Προκαθημένων, θά ἦταν ἀσφαλῶς περιεκτικώτερη καί θά κάλυπτε ἕνα εὐρύτερο φάσμα τοῦ ὑπό ἐξέταση θέματος, ἄν τό πρόβλημα δέν ἐντοπιζόταν μόνο στίς λειτουργικές καί τελετουργικές ἐκεῖνες διαφοροποιήσεις πού παρατηροῦνται μεταξύ τῶν κατά τόπους Αὐτοκεφάλων ἤ Αὐτονόμων Ἐκκλησιῶν. Διότι, διαφοροποιήσεις πού δέν προσβάλλουν τήν οὐσία τῶν τελεσιουργουμένων, ἀλλ’ ἀπηχοῦν εὐαισθησίες καί ἰδιαιτερότητες ἑνός συγκεκριμένου λαοῦ, πάντοτε ὑπῆρξαν στίς ἐπί μέρους Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Ὅπως ὑπάρχουν καί ἐφαρμόζονται, ἀπό ἀρχαιοτάτων ἤδη χρόνων, ἰδιαίτερες Τυπικές Διατάξεις, τόσο στόν χῶρο τῶν πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων τῆς Ἀνατολῆς, ὅσο καί σέ ἐκεῖνο τῶν νεωτέρων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τοῦ Βορρᾶ καί τῆς Βαλκανικῆς, πού ἱδρύθηκαν μετά τόν η΄αἰῶνα. Ὅπως μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ Μητροπολίτης Γέρων Ἐφέσου Χρυσόστομος, ἡ «ἑνότης ἐν τῇ ποικιλίᾳ» πάντοτε ὑπῆρξε τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τῆς κατά Ἀνατολάς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Τό πρόβλημα μέ τό ὁποῖο βρίσκεται σήμερα ἀντιμέτωπη ἡ Ὀρθοδοξία δέν ἔγκειται στίς τελετουργικές διαφοροποιήσεις οἱ ὁποῖες ὑπάρχουν στήν λειτουργική πράξη τῶν διαφόρων Ἐκκλησιῶν Ἑλληνικῆς, Ἀραβικῆς, Σλαβικῆς, Ρουμανικῆς, ἤ Γεωργιανῆς παραδόσεως, ἀλλά στόν αὐτοσχεδιασμό καί στήν λειτουργική «ἀκαταστασία» πού παρατηρεῖται στά πλαίσια καί μιᾶς μόνο Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας. Ἀπό Μητρόπολη σέ Μητρόπολη, καί ἀπό Ἐνορία σέ Ἐνορία. Σέ βαθμό πού ὁ πιστός νά μήν εἶναι πλέον σέ θέση νά κρίνει ποιός ἐκ τῶν λειτουργῶν τηρεῖ τήν «τάξη», καί ποιός καινοτομεῖ!
Μέ τήν ἀνωτέρω ἀπόφασή τους, οἱ Προκαθήμενοι ὄχι μόνο ἐπικαιροποιοῦσαν τήν γνωμάτευση τῆς Προκαταρκτικῆς Διορθοδόξου Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, πού τό 1930 συνηγοροῦσε ὑπέρ μιᾶς ἑνιαίας τυπικῆς διατάξεως τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σύμφωνα μέ τήν Ἐκκλησιαστική Παράδοση, ἀλλά καί ἐπανέφεραν στήν ὀρθόδοξο «ἡμερησία διάταξη» τήν εἰσήγηση τῆς Α΄ Πανορθοδόξου Διασκέψεως τῆς Ρόδου (1961), πού προέβαλλε καί αὐτή τό θέμα ὄχι μόνο τῆς ὁμοιομορφίας τοῦ Τυπικοῦ, ἀλλά καί τῆς διορθώσεως τῶν Λειτουργικῶν κειμένων, ὅπως καί τῆς πληρέστερης συμμετοχῆς τοῦ λαϊκοῦ στοιχείου στήν λατρεία, ἐνθαρρύνοντας συνάμα τήν ἐξεύρεση τῶν μέσων ἐκείνων πού θά συνέβαλλαν στήν στήριξη τῆς καθόλου λειτουργικῆς ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Εἰσήγηση ἡ ὁποία, Κύριος οἶδε διατί, δέν συμπεριελήφθη τελικά στό πινάκιο θεμάτων τῆς ὑπό προπαρασκευήν Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Μέ τήν πρωτοβουλία τους λοιπόν αὐτή, οἱ Προκαθήμενοι ἔδιναν ἐκ νέου τό ἔναυσμα γιά μιά ἐμβάθυνση, σέ διορθόδοξο ἐπίπεδο, στό εὐρέως συζητούμενο σήμερα θέμα τῆς «λειτουργικῆς ἀναγεννήσεως».
* * *
Στό μήνυμα πού ἐξαπέλυσαν οἱ Προκαθήμενοι τῶν κατά τόπους Αὐτοκεφάλων καί Αὐτονόμων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τά Χριστούγεννα τοῦ 2000, μέ τήν εὐκαιρία τῶν ἑορτασμῶν, στό Φανάρι καί τήν Νίκαια τῆς Βιθυνίας, τοῦ Ἰωβηλαίου τῆς δισχιλιετοῦς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, μεταξύ ἄλλων εἶχαν ἀναφερθεῖ καί στό χρέος τους, ὡς ποιμένων, νά μεριμνοῦν «διά τήν διατήρησιν καί αὔξησιν τῆς ἑνότητος τῆς ἰδίας ἡμῶν Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Τῆς ἑνότητος αὐτῆς τήν ὁποίαν «παρελάβομεν, ὅπως τόνιζαν, ἐκ τῶν πατέρων ἡμῶν ὡς ἑνότητα ἐν τῇ αὐτῇ πίστει, τῇ κοινῇ λατρείᾳ μάλιστα δέ ἐν τοῖς ἱεροῖς μυστηρίοις, καί κατ’ ἐξοχήν ἐν τῇ Θείᾳ Εὐχαριστίᾳ».
Ἡ Σύναξη, ὅμως, τῶν Προκαθημένων δέν ἀρκέσθηκε στήν γενική αὐτή διατύπωση. Ἀλλά προχωρώντας περαιτέρω, ἀποφάσισε, κατόπιν σχετικῶν διαβουλεύσεων, τήν σύσταση μιᾶς Διορθοδόξου Ἐπιτροπῆς, ἐπιφορτισμένης μέ τήν ἐξέταση «λειτουργικῶν θεμάτων, πρός ἄρσιν ἀνεπιτρέπτων τινῶν διαφοροποιήσεων μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν εἰς τόν χῶρον τῆς λειτουργικῆς».
Ἡ ὀρθή καί ἐπιβεβλημένη αὐτή προτροπή τῶν Προκαθημένων, θά ἦταν ἀσφαλῶς περιεκτικώτερη καί θά κάλυπτε ἕνα εὐρύτερο φάσμα τοῦ ὑπό ἐξέταση θέματος, ἄν τό πρόβλημα δέν ἐντοπιζόταν μόνο στίς λειτουργικές καί τελετουργικές ἐκεῖνες διαφοροποιήσεις πού παρατηροῦνται μεταξύ τῶν κατά τόπους Αὐτοκεφάλων ἤ Αὐτονόμων Ἐκκλησιῶν. Διότι, διαφοροποιήσεις πού δέν προσβάλλουν τήν οὐσία τῶν τελεσιουργουμένων, ἀλλ’ ἀπηχοῦν εὐαισθησίες καί ἰδιαιτερότητες ἑνός συγκεκριμένου λαοῦ, πάντοτε ὑπῆρξαν στίς ἐπί μέρους Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Ὅπως ὑπάρχουν καί ἐφαρμόζονται, ἀπό ἀρχαιοτάτων ἤδη χρόνων, ἰδιαίτερες Τυπικές Διατάξεις, τόσο στόν χῶρο τῶν πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων τῆς Ἀνατολῆς, ὅσο καί σέ ἐκεῖνο τῶν νεωτέρων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τοῦ Βορρᾶ καί τῆς Βαλκανικῆς, πού ἱδρύθηκαν μετά τόν η΄αἰῶνα. Ὅπως μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ Μητροπολίτης Γέρων Ἐφέσου Χρυσόστομος, ἡ «ἑνότης ἐν τῇ ποικιλίᾳ» πάντοτε ὑπῆρξε τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τῆς κατά Ἀνατολάς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Τό πρόβλημα μέ τό ὁποῖο βρίσκεται σήμερα ἀντιμέτωπη ἡ Ὀρθοδοξία δέν ἔγκειται στίς τελετουργικές διαφοροποιήσεις οἱ ὁποῖες ὑπάρχουν στήν λειτουργική πράξη τῶν διαφόρων Ἐκκλησιῶν Ἑλληνικῆς, Ἀραβικῆς, Σλαβικῆς, Ρουμανικῆς, ἤ Γεωργιανῆς παραδόσεως, ἀλλά στόν αὐτοσχεδιασμό καί στήν λειτουργική «ἀκαταστασία» πού παρατηρεῖται στά πλαίσια καί μιᾶς μόνο Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας. Ἀπό Μητρόπολη σέ Μητρόπολη, καί ἀπό Ἐνορία σέ Ἐνορία. Σέ βαθμό πού ὁ πιστός νά μήν εἶναι πλέον σέ θέση νά κρίνει ποιός ἐκ τῶν λειτουργῶν τηρεῖ τήν «τάξη», καί ποιός καινοτομεῖ!
Μέ τήν ἀνωτέρω ἀπόφασή τους, οἱ Προκαθήμενοι ὄχι μόνο ἐπικαιροποιοῦσαν τήν γνωμάτευση τῆς Προκαταρκτικῆς Διορθοδόξου Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, πού τό 1930 συνηγοροῦσε ὑπέρ μιᾶς ἑνιαίας τυπικῆς διατάξεως τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σύμφωνα μέ τήν Ἐκκλησιαστική Παράδοση, ἀλλά καί ἐπανέφεραν στήν ὀρθόδοξο «ἡμερησία διάταξη» τήν εἰσήγηση τῆς Α΄ Πανορθοδόξου Διασκέψεως τῆς Ρόδου (1961), πού προέβαλλε καί αὐτή τό θέμα ὄχι μόνο τῆς ὁμοιομορφίας τοῦ Τυπικοῦ, ἀλλά καί τῆς διορθώσεως τῶν Λειτουργικῶν κειμένων, ὅπως καί τῆς πληρέστερης συμμετοχῆς τοῦ λαϊκοῦ στοιχείου στήν λατρεία, ἐνθαρρύνοντας συνάμα τήν ἐξεύρεση τῶν μέσων ἐκείνων πού θά συνέβαλλαν στήν στήριξη τῆς καθόλου λειτουργικῆς ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Εἰσήγηση ἡ ὁποία, Κύριος οἶδε διατί, δέν συμπεριελήφθη τελικά στό πινάκιο θεμάτων τῆς ὑπό προπαρασκευήν Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Μέ τήν πρωτοβουλία τους λοιπόν αὐτή, οἱ Προκαθήμενοι ἔδιναν ἐκ νέου τό ἔναυσμα γιά μιά ἐμβάθυνση, σέ διορθόδοξο ἐπίπεδο, στό εὐρέως συζητούμενο σήμερα θέμα τῆς «λειτουργικῆς ἀναγεννήσεως».
* * *

















